Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Τα μοναχικά βήματα. Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;
Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ’ τα χρόνια…
Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα…
Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.
Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.
Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ’ το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ’ τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.
Όλα θολά συγκεχυμένα… Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση… ποιοί είμαστε; … άγνωστο… και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ’ τον αληθινό εαυτό μας.
Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.
Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;
Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους… μείναμε στη μέση… η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ’ όλα τα ρολόγια.
Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;
Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της…
Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε… μια θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ’ όλη τη ζωή.
Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ’ ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ’ αλησμόνητο πρωινό.
Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.
Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες…
Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα…
Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση… ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική…

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Βαριά προσβολή

Με χτύπησαν στη ράχη
με ρόπαλο βαριά
και σφυχτικά μαστίγια
με σιδερένιες γροθιές.
Μα εγώ δε βόγκηξα.
Γιώργος Φαρσακίδης - Μακρόνησος
Με χτύπησαν κατάμουτρα
με πέτρες και με κοντακιές
και με σιδερένιες γροθιές.
Και δεν έβγαλα άχνα.

Μα μια μέρα
με χτύπησαν
– γλυκά και προστατευτικά –
στη ράχη…
Και τότε σήκωσα άγρια φωνή!

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Βρέχει στη φτωχογειτονιά. «Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά άναψες τον καημό μου είσαι μικρός και δε χωράς τον αναστεναγμό μου»

Jiaur Rahman Village Life
Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου.

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου.

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Jacques Prévert — Στο μεγάλο ποτέ - Au grand jamais. Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα θα σ᾽αγαπώ

Edv. Munch, Στάχτες. 1894. Εθνική Πινακοθήκη Νορβηγίας. Όσλο.

Ακόμα ένα ποίημα του Ζακ Πρεβέρ που αφηγείται μία συνηθισμένη ερωτική ιστορία, από αυτές που βίωσαν και βιώνουν καθημερινά όσοι ερωτεύθηκαν...
Μία ερωτική ιστορία της καθημερινότητας με χιλιοειπωμένες στερεότυπες φράσεις που ανταλλάσσουν μία γυναίκα και ένας άνδρας...

Στο μεγάλο ποτέ

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα
στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
θα σ᾽αγαπώ
Αυτό του τραγουδούσε

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε
Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή
και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

Ναι βέβαια
σου λέω πως σ᾽αγαπώ
σ᾽αγαπώ ως το θάνατο
σ᾽αγαπώ για να ζω
Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ
πως δεν θέλω να φύγω
να φύγω για να ξαναγυρίσω
πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ
και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ
το γέλιο-σου

Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς
λέει εκείνη
αλλιώς δεν αξίζει
Προσπάθησε να καταλάβεις

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία
σημασία έχεις να ξέρεις

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

Έχεις δίκιο
δεν έχει σημασία το να ξέρεις
σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά
θέλω να μ᾽αγαπάς
και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς
μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες
κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές
για χάρη-μου

Τρομερή η πλεονεξία-σου

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα
στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο
και νάτος μεσ᾽στο δρόμο
μόνος με τις βαλίτσες

Να τώρα είμ' ολομόναχος σαν σκύλος
κάτω απ᾽τη βροχή
έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει
είναι λυπηρό
δεν πέτυχε πολύ
τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδια να έχει
χιονοθύελλα
και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε
δραματικό
Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες
τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος
τα μπουκάλια με τα ποτά
και με τα χέρια στις τσέπες
σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας
χώνεται μέσα στην ομίχλη
Δεν υπάρχει ομίχλη
αλλά ο άντρας σκέφτεται
Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη
κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη
και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα
και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης
και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο
και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια
άλλη γέφυρα
και δεν ξέρει γιατί
Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου
πίσω από μια αφίσα ...
...............
Σας αφήνω να τελειώσετε εσείς την ιστορία του Ζακ Πρεβέρ.


Ζακ Πρεβέρ, Ποιήματα, μετάφραση
Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, έκδ. 4η, έκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982, σσ. 150 -157.

Poéme / Poémes d'Jacques Prévert

Au grand jamais

A la grande nuit au petit jour au grand jamais au petit toujours je t'aimerai

Voilà ce qu'il lui chantait

Son cœur à elle lui battait froid
Je voudrais que tu n'aimes que moi

Il lui disait qu'il était fou d'elle
et qu'elle était par trop raisonnable de lui
Au grand jamais au petit toujours au grand jour et à la petite nuit

Bien sûr
si je te dis je t'aime
je t'aime à en mourir

c'est un peu aussi pour en vivre
Et je ne veux pas dire que je n'aime que toi
que je n'aime pas partir
partir pour revenir
que je n'aime pas rire

et qu'à tes tendres plaintes je ne préfère pas ton sourire

N'aime que moi
dit-elle
ou alors ça ne compte pas

Essaie de comprendre
Comprendre ça ne m'intéresse pas
Tu as raison il ne s'agit pas de comprendre il s'agit de savoir

Je ne veux rien savoir
Tuas raison
il ne s'agit pas de savoir

il s'agit de vivre d'être d'exister
Tout ça n'existe pas
je veux que tu m'aimes
et que tu n'aimes que moi
mais je veux que les autres t'aiment

et que tu te refuses à elles
à cause de moi

Terriblement avide
Est-ce ma faute je suis comme ça

Bon dit-il et il s'en va
Au grand jamais au petit jour à la grande nuit au petit toujours

Ce n'est pas la peine de revenir
Elle a jeté les valises par la fenêtre et il est dans la rue seul avec les valises

Voilà maintenant que je suis tout seul comme un chien

sous la pluie puis il constate qu'il ne pleut pas c'est dommage c'est moins réussi enfin on ne peut pas avoir tous les soirs une tempête de

neige et le décor n'est pas toujours dramatique à souhait
L'homme laisse tomber les valises les chemises le rasoir électrique les flacons

et les mains dans les poches le col de pardessus relevé il fonce dans le brouillard il n'y a pas de brouillard mais l'homme pense

J'abandonne les bagages je fonce dans le brouillard
Alors il y a du brouillard
et l'homme est dans le brouillard
et pense à son grand amour
et remue les riolons du souvenir
et presse le pas parc© qu'il fait froid

et passe un pont et revient sur ses pas et passe un autre
pont et ne sait pas pourquoi
Des hommes et des femmes sortent d'un cinéma où

derrière une affiche il y a un prélat
Et la foule s'en va la lumière s'éteint le prêtre reste là

Qu'est-ce qu'il peut bien foutre derrière cette affiche ce prêtre-là
Comme l'homme le regarde le prêtre disparaît
mais passe de temps en temps la tête
comme le petit capucin de la petite maisonnette des très

rustiques baromètres une tête plate et livide comme une lune malade comme un trop vieux blanc d'œuf sur une assiette très

sale
Et puis après tout qu'est-ce que ça peut me foutre
Ce cinéma

c'est peut-être sa boîte de nuit à ce prêtre

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει. Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού
κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια, με τις σκοτεινές σκάλες
τους που οδηγούνε άγνωστο που
με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές που αρνούνται, κλαίνε λίγο κ’
ύστερα ενδίδουν και τ’ άλλο πρωί, αερίζουν το σπίτι απ’ τους
μεγάλους στεναγμούς
στα παλαιικά κρεβάτια με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες,
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κ’ ύστερα αποκοιμήθηκαν, γλυκείς κι απληροφόρητοι, σαν τους
νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια -
όμως εσύ σωπαίνεις, γιατί δε μιλάς, πες μου γιατί ήρθαμε εδώ;
από πού ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω
στο χώμα;
τι θέλουν να πουν; Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις, όλα θ’
άλλαζαν.

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα, δε βρήκα παρά τους
ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά
κι ολόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει.


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 449
https://www.youtube.com/watch?v=xbPcmL_Eyks

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Mahmoud Darwish — Η Μάνα μου - My Mother - أحنُ إلى خبز أمي

Ismail Shammout (Palestinian, 1930-2006)
Mother and Child
ΜΑΝΑ

Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου
στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά.
του παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς
σε μετάφραση του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου 
I long for my mother's bread
My mother's coffee
Her touch

Childhood memories grow up in me
Day after day
I must be worth my life
At the hour of my death
Worth the tears of my mother.

And if I come back one day
Take me as a veil to your eyelashes
Cover my bones with the grass
Blessed by your footsteps
Bind us together
With a lock of your hair
With a thread that trails from the back of your dress
I might become immortal
Become a God
If I touch the depths of your heart.

If I come back
Use me as wood to feed your fire
As the clothesline on the roof of your house
Without your blessing
I am too weak to stand.

I am old
Give me back the star maps of childhood
So that I
Along with the swallows
Can chart the path
Back to your waiting nest.

أحنُ إلى خبز أمي
وقهوةِ أمي
ولمسةِ أمي ..

وتكبر فيَّ الطفولةُ
يوماً على صدر يومِ
أعشق عمري لأني
إذا متُّ
أخجل من دمع أمي !

خذيني .. إذا عدتُ يوماً
وشاحاً لهدبكْ
وغطي عظامي بعشبٍ
تعمَّد من طهر كعبكْ
وشدِّي وثاقي..
بخصلة شعرٍ ..
بخيطٍ يلوِّح في ذيل ثوبك..

عساني اصير إله
إله اصير
اذا ما لامست قرارة قلبك

ضعيني إذا مارجعتُ
وقودا بتنور ناركْ
وحبل غسيل على سطح داركْ
لأني فقدت الوقوف
بدون صلاةِ نهاركْ

هرمتُ فردّي نجوم الطفولة
حتى اشاركْ
صغار العصافير ..
درب الرجوع ..
لعُشِّ إنتظارك !!

ردّي نجوم الطفولة
حتى اشارك صغار العصافير
درب الرجوع ...
لعش انتظارك !!

hamomilaki