Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Αὐτὸς ποὺ σωπαίνει. Τὸ σούρουπο ἔχει πάντα τὴ θλίψη ἑνὸς ἀτέλειωτου χωρισμοῦ

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού
κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια, με τις σκοτεινές σκάλες
τους που οδηγούνε άγνωστο που
με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές που αρνούνται, κλαίνε λίγο κ’
ύστερα ενδίδουν και τ’ άλλο πρωί, αερίζουν το σπίτι απ’ τους
μεγάλους στεναγμούς
στα παλαιικά κρεβάτια με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες,
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κ’ ύστερα αποκοιμήθηκαν, γλυκείς κι απληροφόρητοι, σαν τους
νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια -
όμως εσύ σωπαίνεις, γιατί δε μιλάς, πες μου γιατί ήρθαμε εδώ;
από πού ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω
στο χώμα;
τι θέλουν να πουν; Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις, όλα θ’
άλλαζαν.

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα, δε βρήκα παρά τους
ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά
κι ολόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει.


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 449
https://www.youtube.com/watch?v=xbPcmL_Eyks

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Mahmoud Darwish — Η Μάνα μου - My Mother - أحنُ إلى خبز أمي

Ismail Shammout (Palestinian, 1930-2006)
Mother and Child
ΜΑΝΑ

Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου
στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά.
του παλαιστίνιου ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς
σε μετάφραση του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου 
I long for my mother's bread
My mother's coffee
Her touch

Childhood memories grow up in me
Day after day
I must be worth my life
At the hour of my death
Worth the tears of my mother.

And if I come back one day
Take me as a veil to your eyelashes
Cover my bones with the grass
Blessed by your footsteps
Bind us together
With a lock of your hair
With a thread that trails from the back of your dress
I might become immortal
Become a God
If I touch the depths of your heart.

If I come back
Use me as wood to feed your fire
As the clothesline on the roof of your house
Without your blessing
I am too weak to stand.

I am old
Give me back the star maps of childhood
So that I
Along with the swallows
Can chart the path
Back to your waiting nest.

أحنُ إلى خبز أمي
وقهوةِ أمي
ولمسةِ أمي ..

وتكبر فيَّ الطفولةُ
يوماً على صدر يومِ
أعشق عمري لأني
إذا متُّ
أخجل من دمع أمي !

خذيني .. إذا عدتُ يوماً
وشاحاً لهدبكْ
وغطي عظامي بعشبٍ
تعمَّد من طهر كعبكْ
وشدِّي وثاقي..
بخصلة شعرٍ ..
بخيطٍ يلوِّح في ذيل ثوبك..

عساني اصير إله
إله اصير
اذا ما لامست قرارة قلبك

ضعيني إذا مارجعتُ
وقودا بتنور ناركْ
وحبل غسيل على سطح داركْ
لأني فقدت الوقوف
بدون صلاةِ نهاركْ

هرمتُ فردّي نجوم الطفولة
حتى اشاركْ
صغار العصافير ..
درب الرجوع ..
لعُشِّ إنتظارك !!

ردّي نجوم الطفولة
حتى اشارك صغار العصافير
درب الرجوع ...
لعش انتظارك !!

hamomilaki

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Jacques Prévert — Αυτή η αγάπη ~ Cet Amour ~ This Love

Αυτή η αγάπη
Tόσο βίαιη
Tόσο εύθραυστη
Tόσο τρυφερή
Τόσο απεγνωσμένη
Αυτή η αγάπη
Όμορφη σαν τη μέρα
Και άσχημη σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι άσχημος
Αυτή η αγάπη η τόσο αληθινή
Αυτή η αγάπη η τόσο ωραία
Η τόσο ευτυχισμένη
Η τόσο χαρωπή
Και η τόσο γελοία

Που έτρεμε από φόβο σαν κάποιο παιδί μες στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρη για τον εαυτό της
Σαν ένας γαλήνιος άντρας μες στην άγρια νύχτα
Αυτή η αγάπη που τρόμαζε τους άλλους
Που τους έκανε να ζηλεύουν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτή η αγάπη η παραφυλαγμένη
Γιατί την παραφυλάγαμε
Η κυνηγημένη, 
η πληγωμένη, 
η ποδοπατημένη, 
η αποτελειωμένη, 
η απαρνημένη, 
η ξεχασμένη
Γιατί την κυνηγήσαμε, 
την πληγώσαμε, 
την ποδοπατήσαμε, 
την αποτελειώσαμε, 
την απαρνηθήκαμε, 
την ξεχάσαμε
Ολόκληρη αυτή η αγάπη
Τόσο ζωντανή ακόμα

Και τόσο ηλιόλουστη
Είναι η δική σου
Είναι η δική μου
Αυτή που ήταν μια φορά
Κάτι που μένει πάντα καινούρια
Και που δεν έχει αλλάξει
Τόσο αληθινή σαν ένα φυτό

Τόσο τρεμουλιαστή σαν ένα πουλί
Τόσο ζεστή και τόσο ζωντανή σαν το καλοκαίρι
Εμείς μπορούμε
Να φύγουμε και να ξανάρθουμε
Μπορούμε να ξεχάσουμε

Και μετά να αποκοιμηθούμε
Να ξυπνήσουμε, να υποφέρουμε, να γεράσουμε
Να αποκοιμηθούμε πάλι
Να ονειρευτούμε το θάνατο
Να ξυπνήσουμε, να χαμογελάσουμε, να γελάσουμε
Και να ξανανιώσουμε
Η αγάπη μας στέκει εδώ
Πεισματάρα σα γαϊδούρι

Ζωντανή σαν τον πόθο
Σκληρή σαν τη μνήμη
Ανόητη σαν τις τύψεις
Τρυφερή σαν την ανάμνηση

Κρύα σαν το μάρμαρο
Ωραία σαν τη μέρα
Εύθραυστη σαν ένα παιδί
Μας κοιτάζει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ την ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα για μένα και για όλους αυτούς που αγαπιούνται
Και που αγαπήθηκαν
Ναι, της φωνάζω
Για σένα, για μένα και για όλους τους άλλους
Που δε γνωρίζω
Μείνε εδώ
Εδώ που είσαι
Εδώ που ήσουν άλλοτε
Μείνε εδώ
Μην κουνηθείς
Μη φύγεις
Εμείς που αγαπηθήκαμε
Σε λησμονήσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Μονάχα εσένα είχαμε στον κόσμο
Μη μας αφήσεις να γίνουμε παγεροί
Πολύ πιο μακριά αδιάφορο πού

Δος μας σημάδι ζωής
Πολύ πιο αργά στη γωνιά ενός ξέφωτου
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε ξαφνικά
Δος μας το χέρι
Δος μας το χέρι σου
Και σώσε μας

This Love

This love
So violent
So fragile
So tender
So hopeless
This love
As beautiful as the day
And as wretched as the weather
When the weather is wretched
This love
So real
This love
So beautiful
So happy
So joyous
And so ridiculous
Trembling with fear
Like a child in the dark
And so sure of itself
Like a tranquil man in the quiet of the night
This love
Which made others afraid
Which made them gossip
Which drained the colour from their cheeks
This love
Watched for
Because we watched for them
Snared, wounded, trampled, finished, denied, forgotten
Because we snared, wounded, trampled, finished, denied, forgot it
This love
Entire
Still so alive
Shining
This is yours
This is mine
This love
Which is always new
And which never changes
Real like a plant
Quivering like a bird
Warm and as alive as the summer
We can both
Go and come back
We can forget
And fall asleep
And wake up
To suffer old age
Fall asleep again
To dream to death
Awake
To smile and laugh
Young again
Our love endures
Obstinate as a mule
As alive as the desire
As cruel as the memory
As stupid as the regret
As tender as the memory
As cold as marble
As beautiful as the day
As delicate as an infant
It watches us
Smiling
And speaks to us
Without saying a word
And I
I listen to it
Trembling
And I cry
I cry for you
I cry for myself
And I beg you
For yourself
For me
And for all those who love
And who are loved
Yes
I cry to it
For you
For me
And for all the others
I do not know
Stay there
There where you are
There where you were before
Stay there
Don't move
Don't go away
We who are loved
We have forgotten you
Do not forget us
We had only you on this earth
Do not let us grow cold
Further and further away every day
It doesn't matter where
Give us a sign of life
In a nook in the woods
In the forest of memory
Suddenly arise
Take us by the hand
And save us

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Ας μη μετρήσουμε

SOVIET WAR PAINTINGSPrisekin. Baltic: human bridge
Ας μην καθήσουμε να μετρήσουμε
Ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να’ ναι κείνα
Που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
Ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να’ ναι
Κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
Ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καυτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη
που’ χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν… Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(« Σήμερα»… « Χτες»… « Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
Με τα βασανισμένα μάτια των νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
Με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
Ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
Που ιδρώνουνε, πεθαίνουν και κλαίνε
Σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό.

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
Να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε,
Εσύ δυνατέ… ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανέβεις,
Ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
Που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Μην επαιτείς

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Μάνα Ελλάδα μου.
Στεγνός ήταν πάντα ο κόρφος σου
Κι η αγκαλιά σου
– Μια φτωχική φωλιά
που κούρνιαζε ο πόνος μας.

ΦΙΚΟΣ: γκράφιτι εμπνευσμένα από το Βυζάντιο και την νέα Ελληνική τέχνη!
Στυφό ήταν πάντα το γέλιο σου
Μάνα μου Ελλάδα μου.
Μοιρολόι ήταν πάντα το τραγούδι σου
και ταχτικό σου σπιτικό –
το κοιμητήρι.

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Βαριόμοιρη μάνα μας.
Τρέχαμε να το βρέξουμε στις βρύσες μας,
Μα στάζαν πάντα δάκρυα.
Το βρέχαμε στα ποτάμια μας,
Μα στάζαν πάντα αίματα.

Μάνα! Γραμμένο σου ήταν
Και το ψωμί… και το νερό…
Ακόμα και το νερό να ζητιανέψεις.
Μόνο τη λευτεριά, μάνα μου,
Μόνο αυτήν ποτέ,
Ποτέ μη ζητιανέψεις!
(Το ’πε κι ο Κάλβος.)

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Γιάννης Νίκου "Η τελευταία ώρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 
Αυτοκράτορα του Βυζαντίου", 2001
Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος*
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

-----------------
* Θεόφιλος ΠαλαιολόγοςΜαθηματικός και φιλόσοφος, συγγενής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, ο οποίος αγωνίστηκε με γενναιότητα και φονεύτηκε κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453).
Λόγια πηγή του ιστοριογενούς αυτού ποιήματος είναι η εξής περικοπή από το Χρονικό, III, 7 του Γεωργίου Σφραντζή:«Ομοίως και ο Θεόφιλος ο Παλαιολόγος, ως είδε τον βασιλέα μαχόμενον και την πόλιν κινδυνεύουσαν, μεγαλοφώνως μετά κλαυθμού κράξας είπε “Θέλω θανείν μάλλον ή ζην”, και συρρήξας εαυτόν εν μέσω μετά κραυγής τους όσους εύρε πάντας διασκέδασε και διεσκόρπισε και εθανάτωσεν». [Γ. Π. Σαββίδης]
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φανερώνει στην ποίησή του βαθύ σεβασμό και εκτίμηση για τη μεγαλειώδη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, τονίζοντας με ποικίλους τρόπους τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας και σκέψης. 
Εκτίμηση που πηγάζει από την αδιαμφισβήτητη αγάπη του ποιητή για τον ελληνισμό, είτε αυτός βρίσκεται στον κυρίως ελληνικό χώρο είτε δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και της Ασίας. Κάθε επίτευγμα του ελληνισμού αποτελεί πηγή μεγάλης υπερηφάνειας για τον ποιητή κι αντιστοίχως κάθε πλήγμα που δέχεται ο ελληνισμός συνιστά γι’ αυτόν πηγή μεγάλου πόνου και απογοήτευσης. 
Εύλογα, λοιπόν, το γεγονός της άλωσης της Κωνσταντινούπολης -που αποτελεί μάλιστα τον τόπο καταγωγής του Καβάφη-, εκλαμβάνεται από τον ποιητή ως μία από τις πιο επώδυνες στιγμές για το σύνολο του ελληνισμού, αφού σηματοδοτεί τον τερματισμό μιας μακράς ανοδικής πορείας για το ελληνικό έθνος και την εκκίνηση μιας ταπεινωτικής περιόδου ανελευθερίας.

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.


Η αρχική διαπίστωση του ποιήματος διατυπώνεται κατά τρόπο απόλυτο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης της πραγματικότητας∙ κανένα περιθώριο καταφυγής σε ανυπόστατες ελπίδες. Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. Διαπίστωση που επαναλαμβάνεται με σχήμα αναδίπλωσης για να δοθεί με έμφαση η βαρύτητά της.
Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. 
Η άλλοτε ακμάζουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που δεν δημιουργήθηκε βέβαια με ελληνικές δυνάμεις, αλλά πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο Ελλήνων αυτοκρατόρων και ταυτίστηκε με την ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, έφτασε σε τέτοιο σημείο παρακμής ώστε η διατήρησή της ήταν πλέον -σχεδόν- ανέφικτη. Όλοι οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη το γνωρίζουν αυτό και αναμένουν με φρίκη το τελειωτικό χτύπημα από τους Οθωμανούς, που έχουν ήδη από τον Γενάρη του 1453 ξεκινήσει να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Οι συζητήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα των Ελλήνων, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄, ηχούν θλιβερές, καθώς απηχούν το αίσθημα απαισιοδοξίας και φόβου που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Πόλη. Οι δυνάμεις των Οθωμανών πληθαίνουν, τα τείχη της Πόλης έχουν κλονιστεί, κι οι Δυτικοί, αν και είναι ενήμεροι για τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα, αφού ξανά και ξανά ζητήθηκε η συνδρομή τους, παρέμειναν αδιάφοροι απέναντι στον επερχόμενο αυτό όλεθρο.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».


Ο Καβάφης επιλέγει να παρουσιάσει την απελπισία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα λόγια και το παράδειγμα, όχι του περιώνυμου αυτοκράτορα, αλλά ενός σχετικά αφανούς συγγενή του, του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ο οποίος εκφράζοντας την οδύνη και την απόγνωση που διακατείχε όλους τους ανθρώπους στην Πόλη αναφώνησε πως προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει. Το αναπόφευκτο γεγονός της άλωσης, που θα σήμαινε μια απερίγραπτη καταστροφή για τον ελληνισμό, προκαλεί τέτοιο πόνο στην ψυχή του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ώστε του φαίνεται πολύ προτιμότερο να πεθάνει μαχόμενος, παρά να συνεχίσει να ζει και να δει την Κωνσταντινούπολη να πέφτει στα μιαρά χέρια των Οθωμανών.
Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι της Πόλης, θεωρούν αδιανόητο το να ζουν γνωρίζοντας πως η Βασιλεύουσα δεν είναι πια ελληνική∙ πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίσταται πια. Έτσι, η σκέψη που εκφράζει φανερώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή του στην Κωνσταντινούπολη και στον αυτοκράτορα. Θα προτιμήσει να πεθάνει εκεί, πολεμώντας μέχρι τέλους, παρά να γλιτώσει με τον οποιονδήποτε τρόπο τη δική του ζωή, την οποία και θεωρεί περιττή και ανυπόφορη σ’ έναν κόσμο όπου οι Οθωμανοί θα έχουν κυριεύσει την Πόλη.
Το παράδειγμα του Θεόφιλου Παλαιολόγου, όπως φυσικά και του Κωνσταντίνου, είναι συγκλονιστικό σε σχέση με το τι φανερώνει για τα πρόσωπα εξουσίας και το ήθος που αυτά οφείλουν να έχουν. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι συγγενείς του θα σκοτωθούν πολεμώντας ως απλοί στρατιώτες σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη προσπάθεια να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη. 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν εκμεταλλεύεται την υπερέχουσα θέση του για να διασώσει τον εαυτό του ή τους δικούς του, κι οι συγγενείς του δεν καταδέχονται να έχουν μια μοίρα διαφορετική από αυτή που αναλογεί σε κάθε πολίτη της αμυνόμενης Βασιλεύουσας. Θα γνωρίσουν όλοι μαζί τις ίδιες κακουχίες και τον ίδιο ηρωικό θάνατο, αφήνοντας ένα έξοχο πρότυπο πολιτικού ήθους. 
Ο αυτοκράτορας και οι δικοί του δεν αποστασιοποιούνται από το δράμα του λαού τους, μήτε σπεύδουν να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μένουν εκεί ως απλοί πολίτες, ως άνθρωποι κι αυτοί του λαού και υπομένουν μέχρι τέλους την οδυνηρή πραγματικότητα.

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


Στην καταληκτική στροφή του ποιήματος, με μια αποστροφή προς τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, ο ποιητής αναγνωρίζει πως οι πέντε αυτές τραγικές του λέξεις, με τις οποίες εξέφραζε την έκταση της απόγνωσής του μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, φανέρωναν, κατά τρόπο σαφή, τον απεριόριστο καημό όλου του ελληνικού γένους. 
Η σκέψη του Θεόφιλου Παλαιολόγου πως ο θάνατος ήταν πια προτιμότερος, αποτυπώνει πλήρως την ένταση της εξάντλησης που ένιωθε τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι Έλληνες, αφού οι συνεχείς τους αγώνες για τη διάσωση της Πόλης έμοιαζαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αλλεπάλληλες μάχες, αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες και εκκλήσεις, πλήρης αφοσίωση και άγρυπνη προσπάθεια, που όμως έπεφταν όλα στο κενό, αφού τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή, είχαν εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όπως δηλώνεται στον παρενθετικό στίχο, η εξάντληση των Ελλήνων προερχόταν από την ψυχική κούραση λόγω των συνεχών αδικιών και τον αδιάκοπο κατατρεγμό που βίωναν, όχι τόσο από τους εξωτερικούς τους εχθρούς, όσο από τους δήθεν φίλιους δυτικούς λαούς, που ως Χριστιανοί, όφειλαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς κι όχι να τους ταπεινώνουν ξανά και ξανά. Πόσο επώδυνο ήταν για τους Έλληνες να παρακαλούν τις χώρες της Δύσης για βοήθεια και για έλεος κι εκείνες να στέκουν αδιάφορες, βλέποντας στη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την εξαθλίωση ενός χριστιανικού λαού, αλλά την πτώση ενός ενοχλητικού αντιπάλου.
Οι Έλληνες των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου ήρθαν αντιμέτωποι με την αναλγησία των τότε Ευρωπαίων∙ αναλγησία που επρόκειτο να αποτελεί έκτοτε τη συνήθη τους στάση απέναντι στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Οι αδικίες και ο κατατρεγμός θα αποτελούν για χρόνια τα μόνα «δώρα» των άλλων ευρωπαϊκών εθνών προς τους Έλληνες, είτε αυτοί αγωνίζονται να σώσουν την Κωνσταντινούπολη είτε αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους ως αυτόνομο πλέον έθνος.
Κυρ: Βυζαντινό πρόθεμα δηλωτικό αριστοκρατικής καταγωγής, ανάλογο προς το αγγλικό Sir.
................
περισσότερα εδώ: latistor