Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Υπάρχουν άνθρωποι που τους διασχίζουνε ποτάμια κι άλλοι μ’ ένα βάλτο σταματημένο στην καρδιά τους, άνθρωποι μ’ ένα μέτωπο σαν αψίδα από νερό άνθρωποι με δυο μάτια κομμένα απ’ τον ουρανό- όταν κοιτάζουν αυτό το παράθυρο, κοιτάζουν αλλού, κυκλοφορούν ξενιτεμένοι ανάμεσα στα μάτια και στα πράγματα γυρεύοντας κάποια φιλία πίσω απ’ τους ώμους μας μακριά, μακριά, σ’ ένα ισκιωμένο δάσος, μακριά ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο σ’ ένα σύννεφο, μακριά, ξενιτεμένοι, αμήχανοι μπρος στα ίδια τους τα χέρια. Τα ποιήματα είναι μεγάλα ποτάμια – δε σταματούν ποτέ πριν απ’ τη θάλασσα. Οι ποιητές ετοιμάζουν μια χώρα για όλα τα μάτια.
II
Άκουσες το θόρυβο καθώς κλείνει ένα βλέφαρο για ν' αποφύγει να κοιτάξει κατάματα για ν' αποφύγει να το δούνε; Άκουσες το θόρυβο μιας σταγόνας νερού που έπεφτε αστράφτοντας μες στο κενό διατηρώντας ως το τέλος τη σφαιρικότητά της; Άκουσες το θόρυβο ενός μοναχικού φύλλου που γκρεμίζεται μέσα στο φθινόπωρο σαν ένα χέρι χλωμό που δε βρήκε να κρατηθεί από κάποιο χέρι; Θυμηθείτε: Καμιά δυστυχία δεν είναι μικρή.
ΙΙΙ
Υπάρχουν κολώνες από πέτρα κολώνες από κατακόρυφο νερό κολώνες από δισταχτικό χαμόγελο – κι αυτές που θα μπορούσαν να κρατήσουν ένα αέτωμα. Μην εμποδίσετε, φίλοι, ένα χαμόγελο. Επάνω στην εμπιστοσύνη χτίζονται τα σπίτια. Η πράξη και τ΄ όνειρο είναι αδέλφια. Κι είναι αδελφοί μας και τα δυό.
Πήγα στην αγορά με τα πουλιά Κι αγόρασα πουλιά Για σένα αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια Κι αγόρασα λουλούδια Για σένα αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά Κι αγόρασα αλυσίδες Βαριές αλυσίδες Για σένα αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους Και σ’ έψαξα Αλλά δε σε βρήκα αγάπη μου
Pour toi mon amour
Je suis allé au marché aux oiseaux Et j'ai acheté des oiseaux Pour toi Mon amour Je suis allé au marché aux fleurs Et j'ai acheté des fleurs Pour toi Mon amour Je suis allé au marché à la ferraille Et j'ai acheté des chaines, de lourdes chaines Pour toi Mon amour Et puis, je suis allé au marché aux esclaves Et je t'ai cherchée Mais je ne t'ai pas trouvée Mon amour
For You My Love I went to the market, where they sell birds and I bought some birds for you my love I went to the market, where they sell flowers and I bought some flowers for you my love I went to the market, where they sell chains and I bought some chains heavy chains for you my love And then I went to the slave market and I looked for you but I did not find you there my love
Θα ‘θελα να ‘μασταν, αγαπημένη μου, άσπρα πουλιά επάνω στον αφρό της
θάλασσας! Τη φλόγα του μετεωρίτη ν’ αποφεύγαμε προτού να ξεθωριάσει και χαθεί, Κι η φλόγα του γαλάζιου άστρου, του εσπερινού, κρεμάμενη στο χείλος τ’
ουρανού, Έχει ξυπνήσει στις καρδιές μας, αγαπημένη μου, μια θλίψη που ίσως δε θα
σβήσει. Μια αφύπνιση έρχεται απ’ εκείνους τους ονειροπόλους, μες στη δροσιά, το
κρίνο και το ρόδο, Ω, μην ονειρεύεσαι, αγαπημένη μου, για κείνους, τη φλόγα του μετεωρίτη που
χάνεται, Ή τη φλόγα τ’ άστρου του γαλάζιου, π’ αργεί να σμίξει με τη δροσιά που
πέφτει Γιατί θα το 'θελα να μεταμορφωνόμασταν σ’ άσπρα πουλιά επάνω στον
περιπλανώμενο αφρό: Εγώ κι εσύ! Την σκέψη μου σφυροκοπούν αμέτρητα νησιά, και Δαναών ακρογιαλιές
πολλές, Όπου ο Χρόνος σίγουρα θα μας ξεχνούσε, κι η λύπη δε θα μας πλησίαζε άλλο
πια. Σε λίγο μακριά απ’ το ρόδο και το κρίνο δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε τις
φλόγες. Άσπρα πουλιά να είμασταν, αγαπημένη μου, επάνω στον αφρό της θάλασσας να
πλέαμε!
William Butler Yeats (1865–1939) I WOULD that we were, my beloved, white birds on the foam of the sea: We tire of the flame of the meteor, before it can pass by and flee; And the flame of the blue star of twilight, hung low on the rim of the
sky, Has awaked in our hearts, my beloved, a sadness that never may die. A weariness comes from those dreamers, dew-dabbled, the lily and rose,
Ah, dream not of them, my beloved, the flame of the meteor that
goes, Or the flame of the blue star that lingers hung low in the fall of the
dew: For I would we were changed to white birds on the wandering foam—I and
you. I am haunted by numberless islands, and many a Danaan shore, Where Time would surely forget us, and Sorrow come near us no more:
Soon far from the rose and the lily, the fret of the flames, would we be, Were we only white birds, my beloved, buoyed out on the foam of the
sea.