Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πήγα στην αγορά με τα πουλιά Κι αγόρασα πουλιά Για σένα αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια Κι αγόρασα λουλούδια Για σένα αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά Κι αγόρασα αλυσίδες Βαριές αλυσίδες Για σένα αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους Και σ’ έψαξα Αλλά δε σε βρήκα αγάπη μου
Pour toi mon amour
Je suis allé au marché aux oiseaux Et j'ai acheté des oiseaux Pour toi Mon amour Je suis allé au marché aux fleurs Et j'ai acheté des fleurs Pour toi Mon amour Je suis allé au marché à la ferraille Et j'ai acheté des chaines, de lourdes chaines Pour toi Mon amour Et puis, je suis allé au marché aux esclaves Et je t'ai cherchée Mais je ne t'ai pas trouvée Mon amour
For You My Love I went to the market, where they sell birds and I bought some birds for you my love I went to the market, where they sell flowers and I bought some flowers for you my love I went to the market, where they sell chains and I bought some chains heavy chains for you my love And then I went to the slave market and I looked for you but I did not find you there my love
Θα ‘θελα να ‘μασταν, αγαπημένη μου, άσπρα πουλιά επάνω στον αφρό της
θάλασσας! Τη φλόγα του μετεωρίτη ν’ αποφεύγαμε προτού να ξεθωριάσει και χαθεί, Κι η φλόγα του γαλάζιου άστρου, του εσπερινού, κρεμάμενη στο χείλος τ’
ουρανού, Έχει ξυπνήσει στις καρδιές μας, αγαπημένη μου, μια θλίψη που ίσως δε θα
σβήσει. Μια αφύπνιση έρχεται απ’ εκείνους τους ονειροπόλους, μες στη δροσιά, το
κρίνο και το ρόδο, Ω, μην ονειρεύεσαι, αγαπημένη μου, για κείνους, τη φλόγα του μετεωρίτη που
χάνεται, Ή τη φλόγα τ’ άστρου του γαλάζιου, π’ αργεί να σμίξει με τη δροσιά που
πέφτει Γιατί θα το 'θελα να μεταμορφωνόμασταν σ’ άσπρα πουλιά επάνω στον
περιπλανώμενο αφρό: Εγώ κι εσύ! Την σκέψη μου σφυροκοπούν αμέτρητα νησιά, και Δαναών ακρογιαλιές
πολλές, Όπου ο Χρόνος σίγουρα θα μας ξεχνούσε, κι η λύπη δε θα μας πλησίαζε άλλο
πια. Σε λίγο μακριά απ’ το ρόδο και το κρίνο δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε τις
φλόγες. Άσπρα πουλιά να είμασταν, αγαπημένη μου, επάνω στον αφρό της θάλασσας να
πλέαμε!
William Butler Yeats (1865–1939) I WOULD that we were, my beloved, white birds on the foam of the sea: We tire of the flame of the meteor, before it can pass by and flee; And the flame of the blue star of twilight, hung low on the rim of the
sky, Has awaked in our hearts, my beloved, a sadness that never may die. A weariness comes from those dreamers, dew-dabbled, the lily and rose,
Ah, dream not of them, my beloved, the flame of the meteor that
goes, Or the flame of the blue star that lingers hung low in the fall of the
dew: For I would we were changed to white birds on the wandering foam—I and
you. I am haunted by numberless islands, and many a Danaan shore, Where Time would surely forget us, and Sorrow come near us no more:
Soon far from the rose and the lily, the fret of the flames, would we be, Were we only white birds, my beloved, buoyed out on the foam of the
sea.
«Ο Ναζίμ Χικμέτ δεν ήταν διόλου αυτό που αποκαλούμε «διανοούμενος». Δεν
κατασπαταλούσε τις αισθήσεις του σε άπειρες κι αόριστες πνευματικές
μεταπλάσεις. Τις βίωνε. Αισθανόταν απέραντα και σκεφτόταν με γενικές ιδέες,
πάνω σε βασικά, λογικά σχήματα.
Δεν ανακάλυπτε, ούτε αποκάλυπτε, αλλά επαλήθευε παραδεγμένες ήδη ιδέες,
και στοχαζόταν φυσικά πάνω απ’ το αίσθημά του, κι όχι μέσα απ’ το αίσθημά
του.
Κι η σύμπτωση του αισθήματος και της ιδέας (και η ισορροπία τους μέσα
στο έργο του) είναι φυσική στην περίπτωση του Χικμέτ, κι όχι
καταναγκαστική. Ναι, δεν είναι «διανοούμενος». Δεν κατεχόταν απ’ το
συναίσθημα της αμηχανίας μπροστά στους ανθρώπους, στα γεγονότα, το χρόνο
─ δεν ένιωθε ούτε «ξένος» ούτε «ιδιαίτερος» ούτε «μονάχος».
Δε ζούσε μέσα στη σκοτεινή «χιλιοόμματη καχυποψία» που εξαντλείται σε
μιαν ανεξάντλητη έρευνα, ψηλαφώντας απίθανες περιοχές διαρκώς
επικρεμάμενων «αόρατων απειλών» και δημιουργώντας «απαραβίαστα
καταφύγια» μιας καταπληκτικής τεχνικής ευστροφίας.
Οι απειλές γι’ αυτόν είχαν οριστεί μέσα στον συγκεκριμένο ιστορικό,
κοινωνικό χώρο. Κι ο αγώνας του, ο αγώνας της τέχνης του, είχε ορισμένο,
ορατό στόχο. Δεν ένιωθε την ανάγκη μιας εσωτερικής αυτοπροστασίας.
Προστατευόταν, προστατεύοντας τους άλλους, και μαχόταν με την πιο γυμνή
παρρησία».