Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Sarah Kane — «Λαχταρώ» (Ο Μονόλογος - “Crave”) – The Monologue - «Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ/Και να τρελαίνομαι όταν αργείς/Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα... »

LOVERS AT SUNSET
Το Λαχταρώ (Crave) είναι ένα ερωτικό μονόπρακτο της Αγγλίδας Sarah Kane, που αυτοκτόνησε στην ηλικία των 28 ετών το 1999. Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1998 από την θεατρική ομάδα Paines Plough στο Εδιμβούργο.
Το Λαχταρώ ξεχειλίζει από έρωτα, επιθυμία, αγάπη και αφοσίωση, μοιάζει με ποίημα λυρικό και τρυφερό, εντυπωσιακό στην απλότητα και το πάθος του.
Sarah Kane — «Λαχταρώ» - Ο Μονόλογος
Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου,
Και να σου δίνω τα ρούχα σου,
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να φιλώ τα πόδια σου,
και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου κρατώ το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό,
και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου,
και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες,
και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου,
και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός, Και να 'μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και να 'μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και το 'να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου,
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες,
και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς
και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα,
και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε,
και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ό,τι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ό,τι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο Τον ακάθεκτο Τον ακατάλυτο Τον ακατάσβεστο Τον μεταρσιωτικό Τον ψυχαναλυτικό Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή, ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
“Crave” by Sarah Kane – The Monologue
“And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and not mind when you eat my food and meet you at Rudy’s and talk about the day and type your letters and carry your boxes and laugh at your paranoia and give you tapes you don’t listen to and watch great films and watch terrible films and complain about the radio and take pictures of you when you’re sleeping and get up to fetch you coffee and bagels and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about the the programme I saw the night before and take you to the eye hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you’re late and be amazed when you’re early and give you sunflowers and go to your party and dance till I’m black and be sorry when I’m wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I’d known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you’re angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you’re gorgeous and hug you when you’re anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I’m next to you and whimper when I’m not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don’t and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I’m rejecting you when I’m not rejecting you and wonder how you could think I’d ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don’t believe me and have a feeling so deep I can’t find words for it and want to buy you a kitten I’d get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don’t want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don’t mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it’s empty without you and want want you want and think I’m losing myself but know I’m safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don’t deserve any less and answer your questions when I’d rather not and tell you the truth when I really don’t want to and try to be honest because I know you prefer it and think it’s all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it’s a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you.”

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 122 — Η προσδοκία των ταπεινωμένων


ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν

Πρός σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου 
τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. 
ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, 
ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς, 
οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, 
ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς. 
ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, 
ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως, 
ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν. 
Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι, 
καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.

Ελεύθερη απόδοση
Κύριε, μόνο σε Σένα έχω τα μάτια μου υψωμένα
σε Σένα που κατοικείς στον ουρανό.
Να, όπως τα βλέμματα των δούλων είναι στραμμένα 
στα χέρια των κυρίων τους,
όπως τα μάτια της ψυχοκόρης στα χέρια της κυράς της, 
έτσι και τα δικά μας μάτια στρέφονται προς τον Κύριο και Θεό μας,
μέχρις ότου μας ευλογήσει με τα ελέη Του.
Ελέησέ μας, Κύριε, ελέησέ μας, 
γιατί για χρόνο πολύ 
στην καταφρόνια μας έριξαν 
και μας εξουθένωσαν,
και η ψυχή μας βάρυνε πολύ. 
Μακάρι το όνειδος να πέσει πάνω στους πάμπλουτους
που μας καταδυναστεύουν,
και οι αλαζόνες να εξουθενωθούν. 
Βασιλική Δεδούση

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ηλίας Κατσούλης — Ο Μάης έχει μυστικά
Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι

Famous Paintings Of Flowers
Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο
που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλι πικραμένο
έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγει στο πανηγύρι...

Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι
δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει...

Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη
έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη
έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι...

Δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει.

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 120 — Ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει;

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν

Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, 
ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου. 
ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου 
τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 
μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, 
μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε.
ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ.
Κύριος φυλάξει σε, 
Κύριος σκέπη σοι ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου·
ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, 
οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.
Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, 
φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος. 
Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου 
καὶ τὴν ἔξοδόν σου 
ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 
 Ψαλμός 120ος

Προς τα όρη το βλέμμα μου σήκωσα,
απ' όπου βοήθεια περιμένω.
Ο Κύριος, ο δημιουργός της γης και τ' ουρανού,
Αυτός θα με βοηθήσει.
Μακάρι, ψυχή μου, μακάρι κραταιή
και αμετακίνητη να μείνεις
και ο Κύριος-Φύλακάς σου
ποτέ για σένα να μην αδιαφορήσει.
Αλήθεια, πάντοτε ακοίμητος,
πάντα γρηγορών θα είναι ο Κύριος,
πάντα θα προστατεύει τον λαό Του,
ο παντοδύναμος σκεπαστής 
και υπέρμαχος συμπαραστάτης.
Ούτε τα καύματα του ήλιου τη μέρα, 
ούτε οι γητειές της σελήνης τη νύχτα
δεν θα μπορέσουν να με βλάψουν.
Ψυχή μου, ο Κύριος κάθε κακό θα διώξει,
ο Κύριος θα είναι ο Προστάτης σου.
Αυτός, μέσα και έξω από το σπίτι σου 
θα σε προστατεύει,
σε όλο το ταξίδι της ζωής σου,
τώρα και για πάντα.
ελεύθερη απόδοση: Βασιλική Δεδούση
---------------------------------------
Αναβαθμός (ο) (ουσιαστικό)
  • Σκαλοπάτι.
  • Στην αρχαία αρχιτεκτονική, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις τρεις ή τέσσερις πλατιές βαθμίδες της κλίμακας που που οδηγούσε στους αρχαίους ναούς ή βωμούς.
  • Στα αρχαία θέατρα, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις κλιμακωτά τοποθετημένες σειρές καθισμάτων.
  • Αναβαθμοί (στον πληθυντικό) είναι αντιφωνικά τροπάρια που ψάλλονται τις Κυριακές και τις γιορτές κατά τον όρθρο.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος —Μετά

Μάρτυρες γιὰ τὰ λάθη σου δὲν εἶχες. Μόνος μάρτυρας
ὁ ἴδιος ἐσύ. Τὰ τακτοποίησες, τὰ μονόγραψες, τὰ σφράγισες
σὲ λευκοὺς πάντοτε φακέλους σὰ νὰ ἑτοίμαζες
τὴ δίκαιη διαθήκη σου. Ὕστερα
τὰ τοποθέτησες προσεχτικὰ στὰ ράφια. Τώρα, γαλήνιος,
(ἴσως καὶ κάπως φοβισμένος) οὔτε βιάζεσαι
οὔτε καθυστερεῖς, γνωρίζοντας ὅτι, μετὰ τὸ θάνατό σου,
θ᾿ ἀνακαλύψουμε πόσον ὡραῖος ἤσουν,
πόσο πολὺ πιὸ ὡραῖος πέρα ἀπ᾿ τὶς ἀρετές σου.

Ἀθήνα, 16.1.1988
ἀπὸ τὸ
«Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα», Κέδρος 1991

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — «Είμαι καλά». Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του,
έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ»,
και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια.
(sarantakos.com)
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.


«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,

«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα ...
Για να ’ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
➽➽➽➽➽➽➽➽➽
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους.
Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».

Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα.
Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε.

Η ΔΙΑΤΑΓΗ:
Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....
-------


sarantakos