Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ηλίας Κατσούλης — Ο Μάης έχει μυστικά
Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι

Famous Paintings Of Flowers
Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο
που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλι πικραμένο
έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη
και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγει στο πανηγύρι...

Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι
από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι
δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει...

Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη
έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη
έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι
να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι...

Δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει
είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει.

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 120 — Ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει;

ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν

Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, 
ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου. 
ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου 
τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 
μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, 
μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε.
ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ.
Κύριος φυλάξει σε, 
Κύριος σκέπη σοι ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου·
ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε, 
οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.
Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παντὸς κακοῦ, 
φυλάξει τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος. 
Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου 
καὶ τὴν ἔξοδόν σου 
ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 
 Ψαλμός 120ος

Προς τα όρη το βλέμμα μου σήκωσα,
απ' όπου βοήθεια περιμένω.
Ο Κύριος, ο δημιουργός της γης και τ' ουρανού,
Αυτός θα με βοηθήσει.
Μακάρι, ψυχή μου, μακάρι κραταιή
και αμετακίνητη να μείνεις
και ο Κύριος-Φύλακάς σου
ποτέ για σένα να μην αδιαφορήσει.
Αλήθεια, πάντοτε ακοίμητος,
πάντα γρηγορών θα είναι ο Κύριος,
πάντα θα προστατεύει τον λαό Του,
ο παντοδύναμος σκεπαστής 
και υπέρμαχος συμπαραστάτης.
Ούτε τα καύματα του ήλιου τη μέρα, 
ούτε οι γητειές της σελήνης τη νύχτα
δεν θα μπορέσουν να με βλάψουν.
Ψυχή μου, ο Κύριος κάθε κακό θα διώξει,
ο Κύριος θα είναι ο Προστάτης σου.
Αυτός, μέσα και έξω από το σπίτι σου 
θα σε προστατεύει,
σε όλο το ταξίδι της ζωής σου,
τώρα και για πάντα.
ελεύθερη απόδοση: Βασιλική Δεδούση
---------------------------------------
Αναβαθμός (ο) (ουσιαστικό)
  • Σκαλοπάτι.
  • Στην αρχαία αρχιτεκτονική, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις τρεις ή τέσσερις πλατιές βαθμίδες της κλίμακας που που οδηγούσε στους αρχαίους ναούς ή βωμούς.
  • Στα αρχαία θέατρα, αναβαθμός είναι καθεμιά από τις κλιμακωτά τοποθετημένες σειρές καθισμάτων.
  • Αναβαθμοί (στον πληθυντικό) είναι αντιφωνικά τροπάρια που ψάλλονται τις Κυριακές και τις γιορτές κατά τον όρθρο.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος —Μετά

Μάρτυρες γιὰ τὰ λάθη σου δὲν εἶχες. Μόνος μάρτυρας
ὁ ἴδιος ἐσύ. Τὰ τακτοποίησες, τὰ μονόγραψες, τὰ σφράγισες
σὲ λευκοὺς πάντοτε φακέλους σὰ νὰ ἑτοίμαζες
τὴ δίκαιη διαθήκη σου. Ὕστερα
τὰ τοποθέτησες προσεχτικὰ στὰ ράφια. Τώρα, γαλήνιος,
(ἴσως καὶ κάπως φοβισμένος) οὔτε βιάζεσαι
οὔτε καθυστερεῖς, γνωρίζοντας ὅτι, μετὰ τὸ θάνατό σου,
θ᾿ ἀνακαλύψουμε πόσον ὡραῖος ἤσουν,
πόσο πολὺ πιὸ ὡραῖος πέρα ἀπ᾿ τὶς ἀρετές σου.

Ἀθήνα, 16.1.1988
ἀπὸ τὸ
«Ἀργά, πολὺ ἀργὰ μέσα στὴ νύχτα», Κέδρος 1991

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — «Είμαι καλά». Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του,
έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ»,
και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια.
(sarantakos.com)
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.


«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,

«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα ...
Για να ’ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
➽➽➽➽➽➽➽➽➽
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους.
Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».

Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα.
Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε.

Η ΔΙΑΤΑΓΗ:
Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....
-------


sarantakos

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

William Shakespeare - (SONNET 66)
M' όλα αυτά απόκαμα... - Tired with all these



σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα

M' όλα αυτά απόκαμα, ζητάω ν' αναπαυτώ στο μνήμα:
να βλέπω, λέω, την αρετή ζητιάνα γεννημένη
το κούφιο Τίποτα φαιδρό με κορδωμένο βήμα,
την πίστη την αγνότερη χυδαία απαρνημένη,την τιμημένη Υπεροχήν αισχρά παραρριγμένη,
την χάρη την παρθενικήν ωμά ξεπορνεμένη,
την τέλεια Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
την Αξίαν από ανάπηρην κυβέρνια αχρηστεμένη,την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,
την Γνώση από τη σχολαστική Μωρία περιορισμένη,
την πιο απλήν Αλήθεια ηλίθια παρονομασμένη,
την Καλοσύνη στην κυρα-Κακία υποταγμένη.
......... Μ' όλα αυτά απόκαμα, δε θέλω πια να ζήσω,
......... μόνο που την αγάπη μου πεθαίνοντας θ' αφήσω.
ORIGINAL TEXT

Tired with all these, for restful death I cry,
As to behold desert a beggar born,
And needy nothing trimmed in jollity,
And purest faith unhappily forsworn,
And gilded honor shamefully misplaced,
And maiden virtue rudely strumpeted,
And right perfection wrongfully disgraced,
And strength by limping sway disablèd,
And art made tongue-tied by authority,
And folly, doctor-like, controlling skill,
And simple truth miscalled simplicity,
And captive good attending captain ill.
  Tired with all these, from these would I be gone,
  Save that to die, I leave my love alone.

MODERN TEXT


Because I’m tired of all of these things, 
I cry out for restful death: 
deserving people destined to be beggars, 
and worthless people dressed up in fancy clothes, 
and sacred vows broken, and rewards 
and honors shamefully bestowed on the wrong people, 
and chaste women turned into whores, 
and people perfectly in the right disgraced 
with slander, and the strong disabled by authorities 
who are weak, and artists silenced by authority, 
and fools controlling the wise like a doctor does the sick, 
and simple truth mistaken for simplemindedness, 
and good enslaved by evil. 
I’m tired of all these things and would like to escape them, 
except that if I die I’ll be leaving the person I love all alone.

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

Emily Dickinson — Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
There is no Frigate like a Book
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή!

Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο 
Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς 
Ούτε ένα άλογο κούρσας 
Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης. 
Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί μπορούν να κάνουν 
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν. 
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα 
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή! 
There is no Frigate like a Book 
To take us Lands away, 
Nor any Coursers like a Page 
Of prancing Poetry – 
This Traverse may the poorest take 
Without oppress of Toll – 
How frugal is the Chariot 
That bears a Human soul