Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Yevgeny Yevtushenko — «Με ευπρέπεια». «Κρέμασα το ποίημά μου» «Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω» «Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»


«Όταν η αλήθεια αντικαθίσταται από την σιωπή, η σιωπή είναι ψέμα»
«Η ποίηση είναι σαν ένα πουλί, αγνοεί όλα τα σύνορα»


Με ευπρέπεια


Με ευπρέπεια. Το κυριότερο, να δέχεσαι
με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να ‘ρθουν,
όταν λιμνάζουν οι εποχές
ή συνταράζονται μέχρι το βάθος.
Με ευπρέπεια, το κυριότερο, με ευπρέπεια
έτσι ώστε ‘κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες
να μη σε οδηγήσουνε στο στάβλο
και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα.
Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.
Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου
παρά για το χαμό προετοιμάσου
του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.
Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία
τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις
θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:
«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω».

💥💥💥💥💥
Κρέμασα το ποίημά μου

Κρέμασα το ποίημά μου
σ’ ένα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μου είπες,
σταμάτα το μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες
το βλέπουν τόση ώρα!
Το δέντρο χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα για απάντηση.
Πρέπει να φύγουμε.
-Θα το απαρνηθείς;
Μάλλον.
Μα μη φοβάσαι, αύριο ένα άλλο θα ‘χει την ίδια τύχη.
Θα’ πρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ένα ποίημα δεν βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θα γράψω για σένανε όσα θελήσεις,
τόσους στίχους
όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι ύστερα τι θ’ απογίνει μ’ εμάς τους δυο;
Ίσως όλα αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι!
Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος
που ολόλαμπρο
το δέντρο
χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Τότε θα ξανά ‘ρθει το χαμόγελό μας.
-Πάμε!
«Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»
💥💥💥💥💥

Shostakovich 13th Symphony (part-3/7)
Η 13η Συμφωνία του Σοστακόβιτς είναι πάνω σε στίχους του Γιεβγκιένι Γιεφτουσένκο, εμπνευσμένοι από ένα αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράχτηκε στο Μπάμπι -Γιαρ (κοντά στο Κίεβο) κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τα Ναζιστικά στρατεύματα.
Θύματα: Περί τις 35 χιλιάδες Εβραίοι.
Επί ημέρες εκτελούντο κατά ομάδες 10 ατόμων.

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Νίκος Καζαντζάκης – Τυπικάρης (Απόσπασμα). Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Τέχνη
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ/να γράψω/ένα στίχο, αληθινό.

AN OLD MAN IN AN ARMCHAIR
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται και να
σβήνουν,
και μ’ όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα
γι αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα
ιδανικά, μετά τ’ απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα ντροπή
μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που έφτυσα
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον αργά, ότι
είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ’ όνομα μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού πάνω μου –
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Τις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ’ αυτόν τον δαίμονα
μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα πιο
καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ, χρέη,
εξευτελισμούς,
και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα στα
σκυλιά.
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ
να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Ζωή Καρέλλη — Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα
στὴν Χρυσὴ Κόγχη τῆς Ἁγίας Σοφίας, στὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς ἔφευγα, ὕστερα·
σκεφτόμουνα ἐκείνους ποὺ ὅταν θὰ ἔρθουν,
θὰ σ' ἀγνοοῦν Παρθένε
καὶ θὰ δέχονται ξένοι
τὴν ἐπιβολὴ τῆς θείας ἐμορφιᾶς Σου.

Κάποτε αὐστηρή, σχεδὸν ἐπιτιμητικὴ
κι' ἄλλες φορὲς ἐνδοτική, Σύ,
ἡ γνωρίζουσα τὴ σημασία τῆς ἀνθρώπινης
ἀδυναμίας, τοῦ πόνου,
ἡ μεσιτεύουσα.

Θάρθουν ἐκεῖνοι
πού τὸ νόημα τῆς δόξας Σου
καὶ τῆς ἀγνοίας Σου τὸ μυστικό,
στὴ γνώση τους, θὰ τὸ παραμελοῦν.

Στὸ βλέμμα, στὴ λαλιά,
στὸ κράτημα τῆς κεφαλῆς,
στοῦ σώματός των τὴν ὑπερηφάνεια,
θὰ ἐπιμένουμε στῆς ἀλλαγῆς τὴ σημασία.

Δὲ θάχουν καταλάβει ἀκόμα τὸ χάρισμα
τῆς προσφυγῆς, στὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας
τῆς ζωῆς. Θὰ Σὲ κοιτάζουν
Κόρη ἀπειρόγαμη τοῦ θαύματος ἐπὶ τῆς γῆς,
δίχως νὰ συλλαμβάνουνε τὴν ἔνδοξή Σου βασιλεία.

Θάρθουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνιζόμενοι,
θὰ περιγράψουν πάλι διαφορετική,
τὴν ἀναλλοίωτή Σου καλλονή,
τὴν διαφορὰ ἀπ' τὴ μοναδικὴ Μορφή Σου.


Ἀπὸ τὸ «Χριστιανικὸν Συμπόσιον» Ἀθῆναι 1969,
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν»


«Σηκώθηκα κι έκανα τα τρία βήματα που απομένανε. Με περιμένανε όλοι, όλοι. Δεν έλειπε κανείς, ούτε και η άδεια μου καρέκλα, ούτε η πένα που θα υπόγραφα. Όλοι και όλα ήταν εκεί.

– Δεν θα σας απασχολήσω πολύ κύριοι, είπα.
– Καθίστε.
– Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σας πω ότι δεν θα υπογράψω.
– Πως; Μα το πρωί…
Έχετε δίκιο. Όμως, πριν μπω εδώ, σταμάτησα και κουβέντιασα με τη συνείδησή μου.
– Έκανες σε κανένα κακό; Τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι.
Αγαπάς όλο τον κόσμο; Μου απάντησε, ναι.
Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα.
Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Και έφυγα.

Έτσι που ακουμπούσαν τα μάγουλά μας πάνω στα χέρια μας, είχανε τόσο τρέξει τα δάκρυα που τα μανίκια μας ήτανε μουσκεμένα. Εκείνη την ώρα δεν ζούσαμε. Ήτανε μια υπέροχη κοινωνία.
– Γιάννης Ρίτσος (…)»
--------------
(Απόσπασμα από την αφήγηση του ζωγράφου Μάνθου Κέτση, συνεξόριστου του Γιάννη Ρίτσου, για το πώς ο ποιητής αρνήθηκε την υπογραφή δήλωσης μετανοίας στο διοικητήριο των βασανιστών του στη Μακρόνησο.
«Γιάννης Ρίτσος, Κινηματογραφική αυτοβιογραφία, Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, έκδοση Αρχείο Κρήτης»)

antikleidi

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 076 — «Τα Μπλουζ Της Ψυχής Μου» ... τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;


ΦΩΝῌ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς τὸν Θεόν, καὶ προσέσχε μοι.
ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς μου τὸν Θεὸν ἐξεζήτησα, ταῖς χερσί μου νυκτὸς ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠπατήθην· ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου.
ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ εὐφράνθην· ἠδολέσχησα, καὶ ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμά μου. (διάψαλμα).
προκατελάβοντο φυλακὰς οἱ ὀφθαλμοί μου, ἐταράχθην καὶ οὐκ ἐλάλησα.
διελογισάμην ἡμέρας ἀρχαίας, καὶ ἔτη αἰώνια ἐμνήσθην καὶ ἐμελέτησα·
νυκτὸς μετὰ τῆς καρδίας μου ἠδολέσχουν, καὶ ἔσκαλλε τὸ πνεῦμά μου.
μὴ εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπώσεται Κύριος καὶ οὐ προσθήσει τοῦ εὐδοκῆσαι ἔτι;
ἢ εἰς τέλος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀποκόψει; συνετέλεσε ρῆμα ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν;
μὴ ἐπιλήσεται τοῦ οἰκτειρῆσαι ὁ Θεός; ἢ συνέξει ἐν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ τοὺς οἰκτιρμοὺς αὐτοῦ; (διάψαλμα).
καὶ εἶπα· νῦν ἠρξάμην, αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ῾Υψίστου.
ἐμνήσθην τῶν ἔργων Κυρίου, ὅτι μνησθήσομαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν θαυμασίων σου
καὶ μελετήσω ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασί σου ἀδολεσχήσω.
ὁ Θεός, ἐν τῷ ἁγίῳ ἡ ὁδός σου· τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;
σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια, ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου·

ἐλυτρώσω ἐν τῷ βραχίονί σου τὸν λαόν σου, τοὺς υἱοὺς ᾿Ιακὼβ καὶ ᾿Ιωσήφ. (διάψαλμα).
εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός, εἴδοσάν σε ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν, ἐταράχθησαν ἄβυσσοι,
πλῆθος ἤχους ὑδάτων, φωνὴν ἔδωκαν αἱ νεφέλαι, καὶ γὰρ τὰ βέλη σου διαπορεύονται·
φωνὴ τῆς βροντῆς σου ἐν τῷ τροχῷ, ἔφαναν αἱ ἀστραπαί σου τῇ οἰκουμένῃ, ἐσαλεύθη καὶ ἔντρομος ἐγενήθη ἡ γῆ.
ἐν τῇ θαλάσσῃ αἱ ὁδοί σου, καὶ αἱ τρίβοι σου ἐν ὕδασι πολλοῖς, καὶ τὰ ἴχνη σου οὐ γνωσθήσονται.
ὡδήγησας ὡς πρόβατα τὸν λαόν σου ἐν χειρὶ Μωϋσῆ καὶ ᾿Ααρών.