Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Νυχτερινός ναός
... και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.

Το βλέμμα του ήτανε σαν το εσωτερικό μεγάλου ναού μέσα στη νύχτα.
Η κεντρική πύλη ανοιχτή. Σβησμένοι οι πολυέλαιοι. Μαντεύονταν
τα σκοτεινά μανουάλια ασάλευτα σ’ ένα βάθος αόριστο
κι οι μεγάλες ολόσωμες εικόνες που ευωδιάζουν απ’ την υγρασία,
κερί λιωμένο, μακρινή καπνιά, μύρτα και μαραμένα βάγια
εκείνη η μυστική ελευθερία κ’ η στενόμακρη κάθετη ορότητα.

Μια συντροφιά πέρασε απ’ έξω τα μεσάνυχτα. Η πρώτη τους κίνηση,
να μπούνε μέσα, να προσευχηθούν, να εξομολογηθούν, να γονατίσουν.

Μα ένιωσαν μονομιάς ανέτοιμοι, ένοχοι. Τα γόνατά τους άκαμπτα
βαριά λασπωμένα τα παπούτσια τους. Κι οι σπίθες των άστρων τόσο απόμακρες.
Έστριψαν τοίχο-τοίχο τη Μητρόπολη, όσο μπορούσαν πιο αθόρυβα
και τράβηξαν πιο κει ως το καπηλειό. Σε λίγο ακούστηκαν
τα μεθυσμένα τους τραγούδια, δυνατά, σχεδόν πεισμωμένα
και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Βασιλική Δεδούση — Έρως Ανάδοχος: Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω, δε θέλω

Lovers Embrace - Painting by: Heather Hurzeler
Χάρη σε σένα, Προμηθέα Πυρφόρε μου,
στης αγάπης το άβατο να μπω αξιώθηκα
και είδα τον Έρωτα,
μια ιέρεια φωτόλαμπρη,
μέσα απ' το μαύρο της ντύμα

Μες στη σιωπή σου σε άκουσα, Έρωτα.
 
Σφραγίδα το στόμα,
περίβολος φύλακας,
εμποδιστής περίσσιων λόγων

Ένιωσα, Έρωτα,
της μουσικής τη γαλήνια ορμή
ως τ' ακροδάχτυλά μου

Είδα…
άλικα άνθια τα γόνατα,
υπομονής ανεξίτηλης τρόπαια
προσφοράς παράσημα,
της ευτυχίας του «δούναι» τα εύσημα.

Διάβασα…
αναντίρρητη σκέψη
και το λόγο σου, Έρωτα, άκουσα,
τον μεγάλο απόντα.

Δάκρυ ψυχής,
ακύλιστο απόσταγμα να τρέξει,
καθάριο, ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,

να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει.

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια
δε θέλω, δε θέλω.
Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.

Ήρθα και ήσουν εδώ
- και απών εδώ
σαν από πάντα -,
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Οι σκέψεις…
-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη

Τα γράμματα… άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις… βουρκωμένες

Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;

Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.

-Προχώρα το, μη σταματάς,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
-Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
-Πες, όλοο, όοολοοοο…

Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.

Να συνθλιβούν και να θλιβούν.
Δάκρυ ψυχής ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο

Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-

Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;

Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
-έλα
-εγώ;
-ναι, έλα
και το είναι μου
με ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.

Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
-έλα
-εγώ;

Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Βασιλική Π. Δεδούση

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Bob Dylan - The Wicked Messenger / Διονύσης Σαββόπουλος - Άγγελος εξάγγελος

Hermes (Mercury) Greek God - Art Picture by Lagro Ross
"The Wicked Messenger"

There was a wicked messenger
From Eli he did come
With a mind that multiplied
The smallest matter
When questioned who had sent for him
He answered with his thumb
For his tongue it could not speak, but only flatter.
He stayed behind the assembly hall
It was there he made his bed
Oftentimes he could be seen returning
Until one day he just appeared
With a note in his hand which read
"The soles of my feet, I swear they're burning"
Oh, the leaves began to fallin'
And the seas began to part
And the people that confronted him were many
And he was told but these few words
Which opened up his heart
"If ye cannot bring good news, then don't bring any".


Άγγελος-εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι,
δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα, μόνο για να γλείφει.

Τα νέα που μας έφερε, ήταν όλα μια ψευτιά,
μα ακούγονταν ευχάριστα στ' αφτί μας,
γιατί έμοιαζε μ' αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον, ησύχαζε η ψυχή μας.

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ' την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα.
Μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα.

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα.
Ώσπου κατά το βραδάκι, βρε τι του 'ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία.

Τα πόδια μου καήκανε σ' αυτή την ερημιά,
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα.
Τα νέα που σας έφερα, σας χάιδεψαν τ' αφτιά,
μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια.

Αμέσως καταλάβαμε, τι πήγαινε να πει
και του 'παμε, να φύγει μουδιασμένα.
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει,
καλύτερα να μη μας πει κανένα.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 033
Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν,
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.

Rei David by Gerard Van Honthorst
ΕΥΛΟΓΗΣΩ τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, 
διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. 
ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου·
ἀκουσάτωσαν πρᾳεῖς, καὶ εὐφρανθήτωσαν. 
μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, 
καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό. 
ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐῤῥύσατό με. 
προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, 
καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ. 
οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν. 
παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν 
καὶ ῥύσεται αὐτούς. 
γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· 
μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν. 
φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, 
ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 
πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, 
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ. 
δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς. 
τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, 
ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς; 
παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ 
καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. 
ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, 
ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν. 
ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, 
καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν. 
πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ 
τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν. 
ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν, 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς. 
ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν 
καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. 
πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, 
καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος· 
φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, 
ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται. 
θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, 
καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσι. 
λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, 
καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτόν.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 029 — ΚΘ'
τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν;

Εἰς τὸ τέλος· 
ψαλμὸς ᾠδῆς τοῦ ἐγκαινισμοῦ τοῦ οἴκου· Δαυΐδ.
🔆 ΥΨΩΣΩ σε, Κύριε, ὅτι ὑπέλαβές με
καὶ οὐκ εὔφρανας τοὺς ἐχθρούς μου ἐπ᾿ ἐμέ.
🔆 Κύριε ὁ Θεός μου, ἐκέκραξα πρὸς σέ, καὶ ἰάσω με·
🔆 Κύριε, ἀνήγαγες ἐξ ᾅδου τὴν ψυχήν μου, 
ἔσωσάς με ἀπὸ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον.
🔆 ψάλατε τῷ Κυρίῳ, οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, 
καὶ ἐξομολογεῖσθε τῇ μνήμῃ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ·
🔆ὅτι ὀργὴ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ, καὶ ζωὴ ἐν τῷ θελήματι αὐτοῦ· 
τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμὸς καὶ εἰς τὸ πρωΐ ἀγαλλίασις.
🔆 ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ εὐθηνίᾳ μου· οὐ μὴ σαλευθῶ εἰς τὸν αἰῶνα.
🔆 Κύριε, ἐν τῷ θελήματί σου παρέσχου τῷ κάλλει μου δύναμιν· 
ἀπέστρεψας δὲ τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἐγενήθην τεταραγμένος.
🔆 πρὸς σέ, Κύριε, κεκράξομαι, καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου δεηθήσομαι.
🔆 τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; 
μὴ ἐξομολογήσεταί σοι χοῦς ἢ ἀναγγελεῖ τὴν ἀλήθειάν σου;
🔆 ἤκουσε Κύριος, καὶ ἠλέησέ με, Κύριος ἐγενήθη βοηθός μου.
🔆 ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί, 
διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην,
🔆 ὅπως ἂν ψάλῃ σοι ἡ δόξα μου καὶ οὐ μὴ κατανυγῶ. 
Κύριε ὁ Θεός μου, εἰς τὸν αἰῶνα ἐξομολογήσομαί σοι.
Ψαλμός 29 κατά τη Μετάφραση Ο' (Μασ. 30 )

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Alda Merini — Δεν έχω ανάγκη από χρήματα / Io non ho bisogno di denaro

Camille Monet At The Window, Argentuile
Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.


μετάφραση Ευαγγελία Πολύμου


Io non ho bisogno di denaro
ho bisogno di sentimenti
di parole
di parole scelte sapientemente
di fiori detti pensieri
di rose dette presenze
di sogni che abitino gli alberi
di canzoni che facciano danzare le statue
di stelle che mormorino
all’orecchio degli amanti.
Ho bisogno di poesia
questa magia che brucia
la pesantezza delle parole
che risveglia le emozioni e dà colori nuovi.