Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Το χιόνι

Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.
Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό·
μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν 
μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο 
που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και τούβαλε 
δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια· χαμογέλασε αόριστα 
κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τ’ απόγευμα.

Γ. Ρίτσος / Ποιήματα
, τομ. 3ος, σελ. 393 - Κέδρος
Συλλογή: Ασκήσεις (1950-1960) 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Rainer Maria Rilke — Σβήσε τα μάτια μου - μπορώ να σε κοιτάζω | Extinguish Thou my eyes: I still can see Thee

Σβήσε τα μάτια μου - μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισε τα, να σ’ ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ’ εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησε μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.
μετάφραση - Κωστής Παλαμάς 

💖💖💖💖💖💖💖

Extinguish Thou my eyes: I still can see Thee,
deprive my ears of sound: I still can hear Thee,
and without feet I still can come to Thee,
and without voice I still can call to Thee.
Sever my arms from me, I still will hold Thee
with all my heart as with a single hand,
arrest my heart, my brain will keep on beating,
and Should Thy fire at last my brain consume,
the flowing of my blood will carry Thee.
Translated by Albert Ernest Flemming

Rainer Maria Rilke


ΣΧΟΛΙΟ
Ο έρωτας, που απ' όλες τις εμπειρίες του ανθρώπου είναι ίσως η μόνη που μπορεί να τον οδηγήσει πέρα από τα όριά του, νοθεύεται από την επιθυμία του ερωτευμένου να κάνει δικό του το αγαπημένο πρόσωπο. 

Γι' αυτό ο Ρίλκε θεωρεί υψηλότερη μορφή του έρωτα εκείνη την οποία βρίσκει στις μεγάλες ηρωίδες της αγάπης, στις γυναίκες που έχουν εγκαταλειφθεί από τον αγαπημένο τους και που έχουν καθαγιαστεί από την καθαρότητα της ερωτικής τους φλόγας.
Το «Σβήσε τα μάτια μου...» περιέχει μιαν έκφραση αυτής της καθαρότητας. 
Ο άνθρωπος που μιλάει στο ποίημα θα μπορούσε να είναι μια από τις παραπάνω ηρωίδες (λ.χ. η Αριάδνη ή η Διδώ), αλλά και κάθε πρόσωπο που νιώθει ότι ο έρωτας δεν εξαρτάται από το αίσθημα της ανταπόδοσης, αλλά είναι μια υπέρτατη δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο να υπερβεί τον εαυτό του.

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Πώς γράφω;»

«Πώς γράφω; Δεν ξέρω κι εγώ πώς γράφω... απλώς γράφω γιατί δεν μπορώ να μην γράφω
Θυμάστε τι είπε ο Ρίλκε σε έναν νέο ποιητή που του έθεσε τα γραπτά του υπό την κρίση του; 
Τον ρώτησε: “Δάσκαλε, κοίταξε τα γραπτά μου και πες μου, αξίζει τον κόπο για να συνεχίσω;”. 
Και ο Ρίλκε του απάντησε: 
“Ρώτησε τον εαυτό σου, αν δεν γράψεις θα πεθάνεις; Και τότε να αρχίσεις να γράφεις χωρίς να ρωτάς κανέναν”. 
Έτσι, λοιπόν, η γραφή της ποίησης δεν είναι ένα πάρεργο, δεν είναι ένα χόμπι. 
Είναι μια βαθύτατη αναγκαιότητα, κι όχι προσωπική, αλλά καθολική αναγκαιότητα, δηλαδή όλων των ανθρώπων.
Είναι η ανάγκη της επαφής, της επικοινωνίας, της μετάδοσης μιας βαθύτατης εμπειρίας και της δημιουργίας ενός πλατύτατου κλίματος αδερφοσύνης πέρα απ' τις διαφορές -πολιτικές, ιδεολογικές, παραδοσιακές, θρησκευτικές, φυλετικές- πολύ πιο πέρα...
Η ποίηση είναι εκείνη που παραμερίζει εκείνα τα στοιχεία που χωρίζουν τους ανθρώπους, ανακαλύπτει και αναδεικνύει αυτά τα στοιχεία που τους ενώνουν.
Γι' αυτό η λειτουργία της έχει μια εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική σημασία και όπως έχουν πει μεγάλοι αισθητικοί, οι ποιητές είναι οι οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος.
Κι ακόμη κάποιοι άλλοι έχουν πει ότι οι ποιητές είναι οι αρχιτέκτονες της ανθρώπινης ψυχής.

Τα ερεθίσματα; Για τη γραφή μου; Είναι άπειρα.
Όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ν' αναπνέει, και ποτέ δεν αναρωτιέται "αναπνέω για να ζήσω;", όχι αναπνέω γιατί δεν μπορώ να μην αναπνέω. Έτσι κι ο ποιητής γράφει. 
Όχι για να κερδίσει δόξα, όχι για να κερδίσει επιτυχία, όχι για να κερδίσει φήμη, όχι. Γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Έτσι εφόσον λοιπόν είναι τόσο απέραντη η ποίηση εφάπτεται με το απέραντο της ζωής. Έτσι δεν υπάρχει λόγος να πούμε τι είναι τα κίνητρα, ποια τα ερεθίσματα.
Κάθε στιγμή είναι ένα ερέθισμα.
Κάθε στιγμή για την ποίηση έχει τόσο μεγάλη διάρκεια όσο μια αιωνιότητα.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Γρηγόριος Θεολόγος — «Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη,... » — Ελλάδα αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ ... Gregory of Nazianzus - O my Greece, my youth, and all I possess

Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη, καὶ ὅσσα πεπάσµην,
καὶ δέµας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως.
Εἰ δ᾿ ἱερήα φίλον µε θεῶ θέτο µητέρος εὐχὴ
καὶ πατρὸς παλάµη, τὶς φθόνος; Ἀλλά, µάκαρ,
σοῖς µε, Χριστέ, χοροίσι δέχου, καὶ κῦδος ὀπάζοις
υἱέϊ Γρηγορίου σῷ λάτρι Γρηγορίῳ.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
«On Himself» by Gregory of Nazianzus

O my Greece, my youth, and all I possess,

my body, how gladly you gave way to Christ!
Who would bear a grudge if my mother’s wishand
my father’s hand made me a priest, beloved of God? And may you,
blessed Christ, receive me in your choirs, and grant glory
to your servant Gregory, the son of Gregory.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
Ελλάδα, αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ
και σώμα μου κι όλα μου τ' αποχτήματα,

πώς του Χριστού το δρόμο πρόθυμα ανοίξατε για μένα!
Και, αν της μάνας μου η ευχή, και του πατέρα το χέρι
αγαπημένο μ' έκαναν του Ύψιστου ιερέα,
ποιος θα 'ναι ο ζηλόφθονος της τόση μου ευτυχίας;
Ευλογημένε μου Χριστέ, δέξου με στην αυλή Σου και χάρισε
δόξα λαμπρή στον λάτρη Σου Γρηγόριο, το γιο του Γρηγορίου.

απόδοση, Βασιλική Π. Δεδούση

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Νύχτωσε»

Με ένα ποίημα, για το καλό, συνήθιζε να ξεκινά ο Γιάννης Ρίτσος τη νέα χρονιά.

Στο Αρχείο Ρίτσου στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη (ΙΑΜΜ), ο ερευνητής θα ανακαλύψει αρκετά ποιήματα με ημερομηνία 1 Ιανουαρίου.
Γραμμένα σε πρόχειρα σημειωματάρια, με σχόλια, διορθώσεις και διαγραφές, μεταφέρονται αργότερα με επιμέλεια και με την κοσμημένη βυζαντινή χειρογραφή του Ρίτσου σε πανόδετα τετράδια 
ή σε αυτοσχέδια βιβλιαράκια με σκληρό χάρτινο εξώφυλλο φιλοτεχνημένα σχολαστικά από το χέρι του ποιητή-ζωγράφου, 
με τρόπο αποκαλυπτικό για τη λειτουργία των μηχανισμών της ποιητικής του.
Από τα τελευταία του ποιήματα, συγκινητικό στην πρώτη του γραφή, είναι το...
sad song for the lonely soul
«Νύχτωσε»
Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ' το χρόνο του. Απ' το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ' αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου - είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ' αυτή την ησυχία,
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.

Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ' το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ' αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ' αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.
Αθήνα 1.1.88

Οδυσσέας Ελύτης — Το Άξιον Εστί - Ψαλμός Γ'
Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα/όπως ο ασκητής το Θεό του.

Jackie Dodson - By the Stream with Vincent
        Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ' εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων
        και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
        και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
        και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
        Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
        και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
        μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
        Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
        Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
        Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε
        την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
        και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
        και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
        Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
        Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!