Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Νίκος Καρούζος — Ὁ Σολωμός στ' ὄνειρό μου πλάι του σ' ὡραία παραλία ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνια

Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους...
Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου
κλεισμένος ὁλοῦθε ἀπ' τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου
στοὺς οὐρανοὺς ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος
μαυροντυμένος μ' ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι
στὴν παλάμη ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ' ὡραία παραλία
ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνια
καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῶα τουφέκια
ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
μ' ὅλα τ' ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα μ' ὅλες τὶς ἀχτίδες
τὴν ἀγαπημένη του πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμὸ της
καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες
ὥς τὰ κοράσια ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἒρωτα.
Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα κ' ἕνας σκύλος
ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς
μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
ὁ γόος ἒσφαξε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις
οἱ ἀπαίσιες χιλιετηρίδες.

Ἀπὸ τὸν Ὑπνόσακκο 
Ἀναδημοσιεύουμε ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐπιλογή, ἐπιμέλεια καὶ εισαγωγή: Διονύσης Σέρρας, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Στοιχεῖα Ταυτότητος. Ἐσπούδασα ἱστορία τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος στὴ σύγχρονη Σχολὴ τοῦ Ἀγῶνα. Ἐπάγγελμά μου: λόγια καὶ λόγια, - τί νά ῾κανα; Ρακοσυλλέκτη μὲ εἶπαν. Καὶ τᾦντι.

Χρονολογία τῆς γέννησής μου πιθανὸν τὸ 903 π.X. -
   ἐξίσου πιθανὸν
τὸ 903 μ.X. Ἐσπούδασα ἱστορία τοῦ παρελθόντος
   καὶ τοῦ μέλλοντος
στὴ σύγχρονη Σχολὴ τοῦ Ἀγῶνα. Ἐπάγγελμά μου:
λόγια καὶ λόγια, - τί νά ῾κανα; Ρακοσυλλέκτη μὲ
   εἶπαν. Καὶ τᾦντι.

Σύναξα ἕνα σωρὸ φτερὰ στρουθοκαμήλου ἀπ᾿ τὰ κα-
   πέλα τῆς ὑπόγειας Κόρης,
κουμπιὰ ἀπὸ χλαῖνες στρατιωτῶν, ἕνα κράνος, δυὸ
   φθαρμένα σαντάλια,
μάζεψα ἀκόμη δυὸ σπιρτόκουτα καὶ τὴν καπνοσα-
   κούλα
τοῦ Μεγάλου Τυφλοῦ. Στὸ Ληξιαρχεῖο, τὰ τελευταῖα
   χρόνια, μοῦ ῾δωσαν
τὴν πλέον ἀπίθανη χρονολογία τῆς γέννησής μου: 1909.

Βολεύτηκα μ᾿ αὐτήν, καὶ μένω. Τέλος,
τὸ 3909 κάθισα στὸ σκαμνί μου νὰ καπνίσω ἕνα τσι-
   γάρο. Τότε
κατάφτασαν οἱ κόλακες· μὲ προσκυνοῦσαν· μοῦ περ-
   νοῦσαν στὰ δάχτυλα
λαμπρὰ δαχτυλίδια. Οἱ ἀνίδεοι δὲν ξέραν
πὼς τά ῾χα φτιάξει ἐγὼ μὲ τ᾿ ἄδεια τους φυσίγγια πού
  ῾χαν μείνει στοὺς λόφους.

Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, γιὰ τὴν ὡραία τους ἄγνοια, τοὺς 
   ἀντάμειψα πλούσια
μὲ ἀληθινὰ πετράδια καὶ διπλάσιες κολακεῖες. Πάντως
τὸ μόνο σίγουρο: τόπος τῆς γέννησής μου: ἡ Ἄκρα
   Mινώα.
Γραμματολογικά και ιστορικά στοιχεία του “Στοιχεία ταυτότητας”

Το Στοιχεία ταυτότητας ανήκει στη συλλογή “Μονοβασιά”( 1982). Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό ποίημα: το ποιητικό υποκείμενο ταυτίζεται με τον ποιητή. 

Η παρατήρηση αυτή ενισχύεται από τον τόπο, τη χρονιά γέννησης και το επάγγελμα του ποιητικού υποκειμένου, έτσι όπως μας δίνεται στο ποίημα:
"τα τελευταία χρόνια μου 'δωσαν την πλέον απίθανη ημερομηνία της γέννησής μου, 1909”, τόπος της γέννησής μου: “Άκρα Μινώα”, “Επάγγελμά μου: λόγια και λόγια”. 

Ο στίχος είναι ελεύθερος και το λεξιλόγιο είναι απλό, χωρίς πομπώδεις εκφράσεις, έτσι ώστε να αποδίδει στο ποίημα ένα ύφος προφορικότητας και σαρκασμού π.χ. 
“Ρακοσυλλέκτη με είπαν”, 
“Βολεύτηκα μ'αυτήν και μένω”, 
“Οι ανίδεοι δεν 'ξέραν”, 
“Γι' αυτό ακριβώς, για την ωραία τους άγνοια” κ.ά. 
Το ποίημα χωρίζεται σε τέσσερις στροφές, οι οποίες, καθώς συνδέονται, δημιουργούν την αίσθηση της απάντησης στην ερώτηση που δίνεται κατά κάποιο τρόπο στον τίτλο: ποια είναι τα στοιχεία ταυτότητας;

Ο Ρίτσος τοποθετεί χρονολογικά τον εαυτό του στο κάποτε, στο τώρα και στο πάντα - βρίσκεται στο 903 π.Χ., στο 903 μ.Χ., αμφιβόλως τη στιγμή της γέννησής του το 1909 και 2000 χρόνια αργότερα στα 3909. 

Είναι φανερή η ύπαρξη της ιστορικής συνέχειας. 
Ο ποιητής, καθώς είναι κομμάτι της ανθρωπότητας, βρίσκεται σε όλες τις φάσεις που περνάει: στους ηρωικούς αγώνες, στους μάταιους πολέμους, στις μέρες που θα 'ρθουν, ακόμα και αν δεν τις ζήσει. 
Είναι αυτό το κομμάτι της μυθολογίας του, εμπνευσμένο από την μαρξιστική θεώρηση της ιστορίας που βλέπει την πορεία της ανθρωπότητας να πορεύεται σε μία ευθεία και ο ίδιος σαν κομμάτι αυτής της ιστορίας φέρει πάνω του όλο το παρελθόν και ευθύνεται για το μέλλον. 
Σπούδασε, όπως μας λέει στην πρώτη στροφή του ποιήματος,” την ιστορία του παρελόντος και του μέλλοντος στη Σύγχρονη Σχολή του Αγώνα”. 
.......... 
η συνέχεια εδώ:
Η μυθική μέθοδος στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης — 1. Στροφή 2. - Σκόρπια Φύλλα
Εκπομπή «Μονόγραμμα» - Στη μνήμη της Ηρούς Σγουράκη

Στροφή
Θέλω να σε μιλήσω κ' εμποδίζουμαι.
Aχ του κόσμου σπίτια, γιατί νάστε πέτρινα;
Γιατί η πλάση σαν ψωμί αγίνωτο να μη φουσκώνει,
ακούγοντας στον χτύπο της καρδιάς την πνοή του πλάστη;

Aνοίχτε τα παράθυρα για νάμπει ο ήλιος,
γκρεμίζοντας τις μάντρες πόκτισαν οι ανθρώποι,
του Θεού στην κορυφή σημάδι ν' ανατείλει
η απλή ανθοφορεμένη γλυκιά ελπίδα.

Σένα θέλω να τραγουδήσω λουλούδι της γης,
καθώς το χέρι μου βυθίζω στο παρελθόν της γενιάς,
μες από σωρούς πεσμένα φύλλα νεκρά,
ίσαμε το μίσχο που σηκώνει το κεφάλι σου ψηλά.

Aυτό το κεφάλι που θα θεριστεί κάποια στιγμή
είναι η πιο εγκάρδια του Θεού ικανοποίηση,
που διαβάζοντάς την μπορούμε να πεθαίνουμε,
απ' τη γνωριμία ευτυχισμένοι μιας άλλης ζωής.

Σκόρπια Φύλλα
Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
"ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;"
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι' έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.


από τη Διαγώνιο, 2, 1961

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: Ο Ποιητής του Επέκεινα αλλά και του «Εδώ και Τώρα», 
όπως τον θυμούνται οι φίλοι και μαθητές του

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 003ος
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.
But you, O Lord, are a shield about me,
my glory, and the lifter of my head.

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; 
πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· 
οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. 
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, 
δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 
Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, 
καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. 
Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· 
ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 
Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ 
τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 
Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, 
ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, 
ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 
Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Τάσος Λειβαδίτης — Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο

the days-gone-by of an old mailbox
Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.
Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ. 


Κι όταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις… Ύστερα το σπίτι ερήμωσε, όλοι έφυγαν, κι οι νεκροί κι οι φίλοι κι η νεότητα – δρόμοι λησμονημένοι στο βάθος της νύχτας και στον κήπο τα δέντρα είχαν ακούσει τόσους λυγμούς που ανθίζαν μ’ έναν άλλο τρόπο, «να με θυμάσαι» έλεγε τα φθινοπωρινά βράδια μια κοριτσίστικη φωνή, γιατί πάντα στα παιδικά μας χρόνια υπάρχει ένα κορίτσι που λέγεται Μαρία. Κι άλλα πράγματα που δεν έγιναν ποτέ – όπως συμβαίνει στην πιο αληθινή ζωή μας.
Ήμουν τόσο μονάχος που όλα θα τελείωναν στην αιωνιότητα. Εν' αμάξι πέρασε, το σπίτι τραντάχτηκε κι αχ πώς να σωθείς απ’ την πραγματικότητα όταν δεν είσαι πια παιδί, ενώ στο βάθος του διαδρόμου ήταν εκείνη η μυστική πόρτα που θα τη βρούμε όταν θα ‘χουν περάσει τα χρόνια, όπως στην άκρη των θλιμμένων ποιημάτων που εκβάλλουν οι ποταμοί ή όπως οι λεχώνες που επιστρέφουν απ’ το άπειρο προτιμώντας ένα μικρό κλάμα εδώ στη γη.


Και καμιά φορά πηγαίνω και στέκομαι εκεί που ήταν η παλιά στάση του τραμ, γιατί; μα αυτό σας ρωτώ κι εγώ – κι έζησα με μυστηριώδεις υποθέσεις όπως πάντα όταν δεν έχει τι να κάνει κανείς ή άλλαζα συνεχώς δρόμο για να μην καταλάβω που ακριβώς έσφαλα και τις νύχτες έπαιρνα τη βαλίτσα μου ακόμα και στον ύπνο, γιατί ποιος ξέρει το τέλος του ταξιδιού; - με μια λέξη ο κόσμος ήταν τόσο ξένος που προτιμούσα μια καλή μπυραρία ή να σαρώσω όλον τον ουρανό όπως σ’ ένα ναυάγιο ή ν’ ανεβώ σε μια καρέκλα και να κοιτάξω πράγματα για πάντα χαμένα – α, μόνος μου έκανα τη ζωή μου άθλια για να μοιάζει λίγο με πραγματική.
Στιγμές που δε σε φτάνει μια ζωή ν’ αναπολήσεις όσα έζησες – και τα βράδια έριχνα όλες μου τις σκέψεις απ’ το παράθυρο μήπως και βρουν το δρόμο τους οι χαμένοι ταξιδιώτες, κι έζησα σε σπίτια που έμπαζαν από παντού για να θυμούνται οι επιλήσμονες, εξάλλου με τις διαρκείς αναβολές, όλο αύριο κι αύριο, έμεινα για πάντα δωδεκαετής. Πράγματα σκοτεινά που δεν θα εξηγηθούν παρά την ημέρα της Κρίσεως. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ μια νύχτα σ’ εκείνη τη μεγάλη εξέγερση, οι τραυματιοφορείς μ’ ακούμπησαν για μια στιγμή κάτω και τότε κοίταξα τα άστρα, Θεέ μου, πώς έλαμπαν, και ξαφνικά δε μ’ ένοιαζε που είχαμε νικηθεί, «όλο το άπειρο είναι δικό μας», είπα μέσα μου κι έκανα όρκο να φέρω ως το τέλος το πεπρωμένο μου.

Κουβέντιαζα με τη μητέρα θυμάμαι όταν μπήκε το φθινόπωρο, ένα γραμματοκιβώτιο ήταν καρφωμένο στον τοίχο σαν ένα τρόπαιο λησμονιάς – ώσπου στο τέλος ενδίδεις, είναι λιγότερο κουραστικό, πένθη που θα μας οδηγούσαν στην τρέλα ή στο θάνατο κι άξαφνα ένα πρωί είδαμε ότι τα ‘χουμε ξεχάσει. Μόνο καμιά φορά ένα τραγούδι μακρινό τη νύχτα ή μια ακαθόριστη μυρουδιά ξυπνάει τ’ αλλοτινά – ποιος θα σε σώσει τότε…
Τελικά ήμουν πολύ φιλόδοξος για ν’ αρκεστώ μονάχα σε μια ζωή κι όπως όλοι οι ήρωες ξύπνησα άξαφνα μια νύχτα χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι ή όπως αυτή η βρεγμένη ομπρέλα στο διάδρομο είναι η αδιάσειστη απόδειξη ότι διέσχισα τον κατακλυσμό – ω αιώνα μου, είμαι χρεωμένος τόσες σκληρότητες, μα εγώ φεύγοντας θ’ αφήσω ένα γράμμα τρυφερό γι’ αυτούς που θα ‘ρθουν.
Και κάποτε θα σας διηγηθώ για τη θεία Ρόζα που είχε μιαν άτυχη ιστορία ή μάλλον δεν είχε καμιά ιστορία. Απλώς μια νύχτα στη βεράντα έκανε να πιάσει εν’ άστρο που έπεφτε – και γκρεμίστηκε απ’ τις σκάλες. Από τότε στηριγμένη στα δεκανίκια προχωράει και χάνεται σε κήπους φανταστικούς


Συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)
Ενότητα: ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Alfred Tennyson — Χτύπα, καμπάνα, δυνατά
Ring out, wild bells, to the wild sky

Χτύπα, καμπάνα, δυνατά μές στ’ ουρανού τα πλάτη
ήχε, πέτα στα σύννεφα, στο φως που τρεμοσβήνει,
Πεθαίνει ο χρόνος, χάνεται μεσ’ στης νυχτιάς τα σκότη
χτύπα, καμπάνα τώρα που τη στερνή πνοή αφήνει.

Χτύπα γι’ αυτόν που τέλειωσε μα και γι’ αυτόν που θα ’ρθει
Χτύπα, καμπάνα, με χαρά, κι ο ήχος σου στο χιόνι
Διώχνει το χρόνο τον παλιό, που χάνεται στα βάθη,
χαρμόσυνα καμπάνισε στον νέο που σιμώνει.

Χτύπα να διώξεις τον καημό που το μυαλό σκοτίζει,
για όσους δεν είναι πια εδώ, κι όσους έχουμε χάσει
χτύπα και γκρέμισε με μιας φτωχών και πλούσιων έχθρες
χτύπα κι ας ξαναγεννηθεί η ανθρωπιά στην πλάση.

Χτύπα να διώξεις το κακό, το φθόνο και τη ζήλεια
και την ψυχρότητα αυτών που πίστη πια δεν έχουν.
Διώξε με το τραγούδι σου τους πένθιμούς μου στίχους
και στη χαρά προσκάλεσε να ’ρθουν να τραγουδήσουν.

Χτύπα και διώξε από παντού τα ίχνη κάθε αρρώστιας
χτύπα και σκόρπισε μακριά τον πόθο για τα πλούτη
χτύπα κι οι πόλεμοι με μιας ας σβήσουν απ’ το χάρτη
χτύπα η ειρήνη ν’ απλωθεί στην οικουμένη ετούτη.

Χτύπησε και προσκάλεσε τον άντρα τον γενναίο,
το μεγαλόψυχο να ’ρθει σιμά και να γιορτάσει
Χτύπα και με τον ήχο σου φώτισε τα σκοτάδια
τι του Χριστού η Γέννηση λαμπρή θα καταφθάσει.
Λόρδος Alfred Tennyson (1809-1892)
Published in 1850, it forms part of In Memoriam, Tennyson's elegy to Arthur Henry Hallam, his sister's fiancé who died at the age of twenty-two.


...Ring out, wild bells, to the wild sky,
The flying cloud, the frosty light:
The year is dying in the night;
Ring out, wild bells, and let him die.

Ring out the old, ring in the new,
Ring, happy bells, across the snow:
The year is going, let him go;
Ring out the false, ring in the true.

Ring out the grief that saps the mind
For those that here we see no more;
Ring out the feud of rich and poor,
Ring in redress to all mankind.

Ring out a slowly dying cause,
And ancient forms of party strife;
Ring in the nobler modes of life,
With sweeter manners, purer laws.

Ring out the want, the care, the sin,
The faithless coldness of the times;
Ring out, ring out my mournful rhymes
But ring the fuller minstrel in.

Ring out false pride in place and blood,
The civic slander and the spite;
Ring in the love of truth and right,
Ring in the common love of good.

Ring out old shapes of foul disease;
Ring out the narrowing lust of gold;
Ring out the thousand wars of old,
Ring in the thousand years of peace.

Ring in the valiant man and free,
The larger heart, the kindlier hand;
Ring out the darkness of the land,
Ring in the Christ that is to be.