Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Αστυάναξ
Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.
Johann Heinrich Wilhelm Tischbein - Hector and Andromache

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας

τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιόν θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.


Μυθιστόρημα, 1935
Ανάλυση του ποιήματος εδώ

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Βασιλική Δεδούση — Τα "Θρασύμια"

Ποίημα για το Πολυτεχνείο

Για σένα τα λόγια τούτα
για σένα που, αν κανένας δε θα σ’ έπαιρνε χαμπάρι,
λοβοτόμος της ψυχής τους θα γινόσουν
εύκολα θα ‘μπαινες στο είναι τους, τη σκέψη, την καρδιά τους
και τα "σάπια" κομμάτια θα ‘κοβες
και στα σκυλιά θα τα πέταγες.
Τα "Θρασύμια" του 1973
«Έξω, θρασύμια, έξω απ’ το χώρο μου,
έξω απ’ τα δικά μου, έξω από τον κόσμο μου.
Θέλεις να σκέφτεσαι;
"Θρασύμι" ανάγωγο…. Πώς τολμάς;
Αν κανένας το σεβασμό στην καρέκλα μου δε σου ‘μαθε,
θες δε θες, θα σου τον μάθει το τεντωμένο μου δάχτυλο,
"θρασύμι", αλήτη φοιτητή, καταστροφέα, εμπρηστή.

Εγώ είμαι ο διαχειριστής των πάντων
Εγώ ορίζω, Εγώ καθορίζω, Εγώ σχεδιάζω, Εγώ εκτελώ
με τα δικά μου όργανα, με το δικό μου, σωστό τρόπο.
Εσύ υπακούς με το κεφάλι κάτω, «θρασύμι», αληταρά….

Τι είπες;;
Η Αντιγόνη;; ποια είναι αυτή;;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα
Τι είπες;; ο Τσε;; ποιος είναι αυτός;
Κάποιο "θρασύμι" θα ‘τανε, σαν και σένα….

Τι είπες;;;;
ΨΩΜΙ!! Σιγά μη δεν έχεις ….
ΠΑΙΔΕΙΑ!! Σιγά μη σου λείπει ….
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!! Γιατί;; Δεμένο σ’ έχω;;

Εγώ φταίω που δε σας μάντρωσα όλους, ΟΛΟΥΣ….
Τσακίσου από μπροστά μου, "θρασύμι"….
Καλά, να μη μπορείς να καταλάβεις το πόσο σε αγαπάω,
ότι για το καλό σου φροντίζω, ότι σε νοιάζομαι….
Τσακίσου από μπροστά μου, αχάριστο "θρασύμι"….»

Εσύ που έτσι σκέφτεσαι και πράττεις,
μάθε πως με των "Θρασυμιών" το αίμα η Ιστορία γράφεται,
μάθε ότι η μνήμη η συλλογική
τους αγώνες τους με σεβασμό τιμάει,
μάθε ότι η Ιστορία τους αλαζόνες ξερνάει,
μάθε πως κάτι σαν και σένα της ιστορίας
γένηκαν, γίνονται και ες αεί θα γίνονται
οι μαύρες της σελίδες, οι απόβλητοι παρίες της
και ο περίγελός της.
Βασιλική Π. Δεδούση

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Ο Κήπος με τις Αυταπάτες (δοκίμιο) - Elytis The garden of illusions - Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος· κι αν είδες, είδες!

Αχ αγάπη, πως καταφέρνεις ν’αποχωρίζεσαι απ' το στοιχείο του έρωτα! Πως τ’αφήνεις να φτάνει σε μιαν ύστατη έκρηξη και να εξαντλείται, τη στιγμή που εσύ ατάραχη συντηρείσαι και ανεβαίνεις όπως το λάδι πάνω απ' το νερό, για να κρατήσεις αναμμένη την φλόγα μιας ατελεύτητης ημέρας. 

Με την κάθε μέρα που ζούμε γινόμαστε άθελά μας εκατομμυριούχοι θραυσμάτων από εικόνες που γεννάει το μέσα μας ασήμαντον. 
Salvador Dali
Όποιος δεν έτυχε να δει ποτέ του με πόση γρηγοράδα και χάρη ανεβοκατεβαίνει μέρα νύχτα και συναποκομίζει από το έδαφος άπειρα μικροπραγματάκια, σποράκια, πετρίτσες, φυλλαράκια, πευκοβελόνες, άχυρα και πούπουλα, μια μητέρα νεοσσών ώστε να μπορέσει να στεγάσει τα παιδιά της....
Elytis The garden of illusions


όποιος δεν ξύπνησε τ' άλλο πρωί να βρει μια φωλιά στο γείσο της ταράτσας του και να σαστίσει απ’αυτό το στιγμιαίο μήνυμα ζωής και μαγικής μαστοριάς, δεν θα μπορέσει να καταλάβει πως με το ίδιο τιποτένιο υλικό, αποκόμματα εικονογραφημένων περιοδικών, κάποτε και βιβλίων, μπορεί να φτάσει κανείς, με μιαν ανάλογη μαγική μαστοριά, στην τεχνική της συνεικόνας... και κατ’αναλογίαν να δώσει το όραμα ενός κόσμου όπου το γραφικό σήμα παίρνει τη θέση απλού ψηφίου και να μεταδώσει άλλου είδους ποιητικά μηνύματα, όσο κι αν η γραφή πάντοτε βγαίνει πρώτη στην τελική αναμέτρηση. 

Υπήρξαν μερικές περίοδοι που τις χαρήκαμε όπως ο τρελός την ελευθερία του . Το γραφείο μου – κείνο της αφανούς γεωμετρίας- κόντευε σχεδόν να μεταβληθεί σε προξενείο εμμόνων ιδεών και υπερβατικών σχημάτων. Κόρες του Αγίου Βορρά με υελώδη ωμοφόρια και άλλες με άλω χρυσή και προκαθορισμένη μέσα στο θερινό κατά τ' άλλα εορτολόγιο θέση... βάρκες πρηνείς μέσα στα πρίνα ή μόλις ξεμυτίζοντας απ’την κρυψώνα τους... κομμάτια θάλασσας όπως κανείς ποτέ δε τα “δε, ιππάρια κυματοειδή, αύλακες αφρού περιουσίου. Μιλώ για κάτι που είναι και όχι. Κείνο το καίριο κι ένα, που το βρίσκεις σε μια πρώτη σελίδα κοριτσιού κι ώσπου να το εξηγήσεις, χάνεται. 
Έχουμε τόσο πολύ τριφτεί πάνω στην κοινωνία και το κοινωνικό ψεύδος που και η ασήμαντη αλήθεια, ευθέως διατυπωμένη, μοιάζει παραδοξολογία. 
Στην διάρκεια ενός σιγαρέττου που είναι η ζωή μας και όπου χαιρόμαστε και αυτοκαταστρεφόμαστε όπως άλλωστε και στους έρωτες, τις απόπειρες δημιουργίες, και οπουδήποτε αλλού, το μόνο φωτάκι που δεν σβήνει ακόμη κι αν ο χρόνος μας το πατά χάμω είναι το κάλλος. 
Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στην ιδιωτική μας αιωνιότητα. 
Ανέκαθεν στον κόσμο αυτόν βασιλεύει μια κάποια όπως θα λέγαμε άνισος ισομετρία. Το ίδιο δυναμικό και για το καλό και για το κακό απαιτείται να καταβληθεί, αφού το φαρμάκι επενεργεί αρνητικά, όπως ακριβώς το αγαθόν θετικά, πάνω στους άλλους, που ξέρουν να κρατούν σωστά το κάτοπτρο της καθαρής αντίληψης στη σχέση τους με τους τρίτους. Είναι όμως διαφορετικό το μήκος των πεπρωμένων. Θεέ μου, πόσα πολλά πράγματα, και ν΄ αντιστοιχούν μόνο σ’ ένα σκέτο σπίρτο, που το τραβάς επάνω τους· και να! 
Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος· κι αν είδες, είδες! 
1995

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης
Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο
Liberty, Liberty, your crown rips up and bites the sky

χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.

---------------
Liberty, Liberty, your crown rips up and bites the sky
Your light, without burning, makes your people blind.
Gold butterflies, the Americans,
estimate how much your divine metal costs.


Liberty, Liberty, you will be bought by merchants,
By consortia and Jewish people.
The upcoming generations will read about
This century's enormous debts and sins,
As they compare you to the portrait of Dorian Gray...

Liberty, Liberty, you are missed
by Distant forests, tattered gardens,

By those who welcome sadness
As an award of struggle and strain,
And continue their life, Dead,
who are deprived of acknowledgment.

Kostas Karyotakis Greek poet (30 Οct. 1896 – 21 July 1928)

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Νίκος Καρούζος — Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.
.
.
Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης «Το άξιον εστί» [Ψαλμός ΙΕ΄] - Ανάλυση / «Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα στεριώνω στον άνεμo κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού, που συ τη θέλησες!»

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;
Beyond, © Kathryn Beals

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!
Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!
Υψώνω χόρτα σα να φωνάζω μ’ όλα τα φρένα μου
και να τα που πάλι καταπέφτουν
από το κάμα του Ιουλίου,
που συ το θέλησες!
Τι λοιπόν, τι άλλο, τι νέο μου μέλλεται;
Ιδού που εσύ μιλείς κι εγώ αληθεύω.
Σφεντονάω την πέτρα και βρίσκει επάνω μου.
Ορυχεία βαθαίνω και τους ουρανούς εργάζομαι.
Τα πουλιά κυνηγώ και στο βάρος τους χάνομαι.
Θεέ μου συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω.
Τα στοιχεία που είσαι,
ημέρες και νύχτες,
ήλιοι κι αστέρες, θύελλες και γαλήνη,
ανατρέπω στην τάξη κι εναντίον τα βάζω
του δικού μου θανάτου
που συ τον θέλησες!

Ανάλυση
Στον 15ο Ψαλμό ο Οδυσσέας Ελύτης καταγράφει σε α΄ πρόσωπο τη δοκιμασία που βιώνει ο ίδιος ως ποιητής και ως άνθρωπος, καθώς στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το έργο του έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την επίγνωση της προσωρινότητας που διακρίνει καθετί το ανθρώπινο.
Πασχίζει με όλες τους τις δυνάμεις να αντιπαλέψει τις πλείστες δυσκολίες του ανθρώπινου βίου, μόνο και μόνο για να δει το μόχθο του να εξανεμίζεται απέναντι σ’ ένα νέο εμπόδιο∙ απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα. Το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης και υπόστασης καθιστά επί της ουσίας ανίσχυρο τον ποιητή -μα και κάθε άνθρωπο-, απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του χρόνου και του θανάτου.
Το ποίημα λαμβάνει τη μορφή ενός παραπόνου που διατυπώνεται από τον ποιητή προς τον Θεό, προς τον δημιουργό της φύσης και του κόσμου, ο οποίος εν γνώσει του υποβάλλει τους ανθρώπους σε μια συνεχή διαδικασία δοκιμασίας.
Η αίσθηση ματαιότητας που διατρέχει τη σκέψη του ποιητή προκύπτει ακριβώς λόγω των πλείστων δυσκολιών που ο ίδιος ο Θεός θέτει καθημερινά στο δρόμο των ανθρώπων, κι υπ’ αυτή την έννοια τα λόγια του ποιητή, αν και δοσμένα σε α΄ πρόσωπο, εκφράζουν την πολλαπλώς απαιτητική πορεία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να αγωνιστεί και να παραμείνει δημιουργικός, έστω κι αν έχει πλήρη επίγνωση του επερχόμενου τέλους του.

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;

Ο ποιητής, όπως και κάθε άνθρωπος, υπάρχει διότι αυτή ήταν η θέληση του Θεού.
Δημιουργήματα όλοι μιας ανώτερης βούλησης που ελέγχει κάθε πτυχή του βίου, χωρίς να επιτρέπει, ωστόσο, στους ανθρώπους να γνωρίζουν το τι επέρχεται. Η ζωή είναι ένα θείο δώρο, μα δεν παύει να είναι γεμάτη δυσκολίες και δοκιμασίες, όλες γεννήματα ενός απρόσιτου στους ανθρώπους θεϊκού σχεδίου.
Διαρκής προσπάθεια του ποιητή είναι να ανταποδώσει στον Θεό την ευγνωμοσύνη του για το δώρο της ύπαρξης, διατηρώντας πάντοτε και, μάλιστα, απέναντι σε ισχυρότατες πιέσεις, την ακεραιότητά του.
Δεν παραχώρησε ποτέ τη συγχώρεσή του σ’ εκείνους που με τις πράξεις τους έβλαψαν τους άλλους, μήτε καταδέχτηκε να ικετεύσει εκείνους που βρίσκονταν σε θέση ισχύος απέναντί του.
Στάθηκε εντελώς μόνος στην πορεία της ζωής του, μα κατάφερε ν’ αντέξει την οδύνη της ερημιάς σαν το χαλίκι που αντιστέκεται σθεναρά απέναντι στα στοιχεία της φύσης.
Ο ποιητής υπέμεινε τις προσωπικές, μα και τις εθνικές δοκιμασίες, χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση στις αρχές του προκειμένου να διευκολύνει τη θέση του και να γλιτώσει κάποιες τουλάχιστον απ’ τις δυσκολίες που αντιμετώπισε. Ωστόσο, τώρα στέκει απέναντι στον Θεό και ρωτά με εμφατική αγωνία, τι άλλο του είναι γραφτό να ζήσει. Πόσες ακόμη δυσχέρειες θα κληθεί ν’ αντιπαλέψει;

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής δεν αγωνίστηκε μόνο να διατηρήσει την ακεραιότητα του, προσπάθησε κιόλας να αποδώσει με την ποίησή του το θαυμασμό που του ενέπνευσε η ωραιότητα του θεϊκού δημιουργήματος.
Θέλησε με την ποίησή του να εξυμνήσει το κάλλος της ουράνιας φύσης -τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου-, μα πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε πως το έργο του αυτό, η ποιητική του προσπάθεια, δεν είναι εφικτό να ολοκληρωθεί, μιας κι η πραγματικότητα λειτουργεί κατά τρόπο πλήρως ανασταλτικό σε κάθε ανάλογη απόπειρα∙ η Αυγή παρασύρει μακριά τ’ αστέρια προτού προλάβει ο ποιητής να αντικρίσει και να αποτυπώσει σ’ όλη της την έκταση την ομορφιά τους.
Η πραγματικότητα, βέβαια, που έρχεται και αναιρεί την προσπάθεια του δημιουργού, που έρχεται σαν την αυγή και σκορπίζει τα όνειρα της νύχτας, υπηρετεί κι αυτή τη θέληση του Θεού. Είναι κι αυτή μέρος των δυσκολιών που θέτει ο Θεός στον ποιητή.

Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής προσπάθησε, συνάμα, να αποδώσει στην ποίησή του, όχι μόνο το στοιχείο της φυσικής ομορφιάς, μα και τη ...
.........
η συνέχεια εδώ: tovivlio