Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Γκύντερ Γκρας — Η Ντροπή της Ευρώπης
Günter Grass — Europas Schande - Europe’s shame

Ο Γκύντερ Γκρας, για πάνω από μισό αιώνα αποτελεί ένα είδος «ηθικής συνείδησης» της Γερμανίας, καθώς με το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου και τις δημόσιες παρεμβάσεις του προσπάθησε να εμποδίσει τον εφησυχασμό των συμπατριωτών του, που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήθελαν να κλείσουν τους λογαριασμούς τους με το παρελθόν, ξεχνώντας τα ναζιστικά εγκλήματα.

«Έφυγε» ο νομπελίστας συγγραφέας Günter Grass, η «ηθική συνείδηση» της Γερμανίας - Günter Grass ist tot Günter Grass poem on Hellas and austerity, [English translation with Günter's Voice]


Günter Grass ist tot
Günter Grass, Nobel-winning German novelist, dies aged 87

Europa and bull on a Greek vase. Tarquinia Museum, circa 480 BCE

Μια επιστολή και ένα ποίημα 

Εκείνη στο χείλος του γκρεμού, καθότι ανάρμοστη στις αγορές... 
Κι εσύ, απόμακρη απ’ τη χώρα που σου δάνεισε το λίκνο . 
Ό,τι με την ψυχή αναζητούσες και το βρήκες, 
τ΄ απαξιώνεις τώρα σαν σκουπίδι. 
Στιγματισμένη, σαν ένας σκέτος οφειλέτης, 
υποφέρει η χώρα εκείνη που συχνά φρόντιζες να λες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη. 
Στη φτώχεια καταδικασμένη μια χώρα που ο πλούτος της 
λαμπρά τα μουσεία σου κοσμεί - μια λεία που την περιφρουρείς. 
Οι ένστολοι, που με τη βία των όπλων σάρωσαν την με νησιά ευλογημένη χώρα, 
είχαν και τον Χέλντερλιν στο γυλιό τους. 
Καμιά ανοχή δεν δείχνεις πια σε μια χώρα 
που Συνταγματάρχες της ανεχόσουν κάποτε για συμμάχους 
Μια χώρα χωρίς δικαιώματα, που του ισχυρού το δίκαιο 
όλο και πιο πολύ της σφίγγει το ζωνάρι. 
Αψηφώντας σε, μαυροφορεί η Αντιγόνη 
και πενθεί ο λαός που σε φιλοξένησε. 
Έξω όμως απ΄τη χώρα, μιμητές του Κροίσου έχουν μαζέψει , 
ό,τι σαν χρυσός λάμπει, στα θησαυροφυλάκιά σου. 
«Πιες το, επιτέλους, πιες το!», κραυγάζουν οι κόλακες των Επιτρόπων, 
μα ο Σωκράτης με οργή γεμάτο το ποτήρι σού επιστρέφει. 
Κατάρες σε ό,τι σου ανήκει, εν χορώ θε να ρίξουν οι Θεοί, 
που τον Όλυμπο ζητάς να τους στερήσεις. 
Πνευματικά θα ζαρώσεις δίχως τη χώρα 
που το δικό της πνεύμα εσένα, Ευρώπη, επινόησε.

Europas Schande
Ein Gedicht von Günter Grass


Dem Chaos nah, weil dem Markt nicht gerecht,
bist fern Du dem Land, das die Wiege Dir lieh.
Was mit der Seele gesucht, gefunden Dir galt,
wird abgetan nun, unter Schrottwert taxiert.
Als Schuldner nackt an den Pranger gestellt, leidet ein Land,
dem Dank zu schulden Dir Redensart war.
Zur Armut verurteiltes Land, dessen Reichtum
gepflegt Museen schmückt: von Dir gehütete Beute.
Die mit der Waffen Gewalt das inselgesegnete Land
heimgesucht, trugen zur Uniform Hölderlin im Tornister.
Kaum noch geduldetes Land, dessen Obristen von Dir
einst als Bündnispartner geduldet wurden.
Rechtloses Land, dem der Rechthaber Macht
den Gürtel enger und enger schnallt.
Dir trotzend trägt Antigone Schwarz und landesweit
kleidet Trauer das Volk, dessen Gast Du gewesen.
Außer Landes jedoch hat dem Krösus verwandtes Gefolge
alles, was gülden glänzt gehortet in Deinen Tresoren.
Sauf endlich, sauf! schreien der Kommissare Claqueure,
doch zornig gibt Sokrates Dir den Becher randvoll zurück.
Verfluchen im Chor, was eigen Dir ist, werden die Götter,
deren Olymp zu enteignen Dein Wille verlangt.
Geistlos verkümmern wirst Du ohne das Land,
dessen Geist Dich, Europa, erdachte.

Europe’s shame
Günter Grass poem on Greece and austerity


Close to chaos, because the market is not just,
you’re far away from the country which was your cradle.
What was searched and found with one’s soul,
is now considered to be as worthless as scrap metal.
As a debtor put naked on the pillory, a ,
about which you used to say you were grateful, suffers.
Poverty doomed country whose maintained wealth
adorns museums of the loot you kept.
Those [World War II German nazi occupation soldiers] who hit the country,
blessed with islands
with the force of arms wore both uniforms and [books of German poet, inspired by ancient Greek poetry] Hölderlin in their knapsacks.
Barely tolerated country whose colonels were once tolerated by you as an alliance partner.
Country which lost its rights,
whose belt is tightened and tightened again by the cocksurely powerful.
Antigone defying you wearing black and all over the country,
the people whose guest you have been wear mourning clothes.
However, outside the country, the Croesus resembling followers
have hoarded all what glitters like gold in your vaults.
Booze at last, drink! [European] Commissioners’ cheerleaders shout.
However, Socrates gives you back the [hemlock poison] cup full to the brim.
Curse you as a chorus, which is characteristic of you, will the gods, whose Mount Olympus you want to steal
You’ll waste away mindlessly without the country, whose mind invented you, Europe.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Ναζὶμ Χικμέτ - Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων : Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους / πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.

Le Concert
Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων
εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπ᾿ τοὺς ἴδιους
πιὸ βαριὰ ἀπὸ ἐλπίδα
πιὸ λυπημένα
πιὸ διαρκῆ.


Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.
Χωρὶς ἀνθρώπους μπόρεσα νὰ ζήσω,
ὅμως ποτὲ χωρὶς τραγούδια·
μοὔτυχε ν᾿ ἀπιστήσω κάποτε
στὴν πολυαγαπημένη μου,
ὅμως ποτέ μου στὸ τραγούδι
ποὺ τραγούδησα γι᾿ αὐτήν·
οὔτε ποτὲ καὶ τὰ τραγούδια
μ᾿ ἀπατήσανε.


Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ γλῶσσα τους
πάντοτε τὰ τραγούδια τὰ κατάλαβα.


Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος — Απουσία. Καθώς με βλέπω αΰπνωτο / Σπίτι έρημο / Και πρωινό θολό / Σαν χώρα μοιάζω

Absence
Βουρκωμένη έρημη νύχτα
Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο
Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο
που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει,
εξασθενεί.
Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα
-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.
Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.
Τώρα είμαι ξυπόλητος γυμνός πάνω από τα μαχαίρια
κάτω απ’ τις μυλόπετρες
του μελανιού.
Μόνος με τα χέρια μου γεμάτα με πετράδια
απ’ τα μαλλιά της.
Καθώς με νιώθω ακίνητο
στη μέση του στενού αυτού δωματίου
Η μοναξιά τυλίγει αυτό που άγγιξα με τα μάτια.
Αυτήν την χαίτη, της βουρκωμένης έρημης νύχτας.
Καθώς με βλέπω αΰπνωτο
Σπίτι έρημο
Και πρωινό θολό
Σαν χώρα μοιάζω

Ανάλυση


Ο Θάνος Ανεστόπουλος αποτυπώνει με ιδιαίτερη ενάργεια την οδυνηρή συναισθηματική πραγματικότητα που προκαλείται από την απουσία της αγαπημένης γυναίκας. 
Ό,τι αποτελούσε στο παρελθόν πηγή ευχαρίστησης και ευδαιμονίας δεν υπάρχει πια∙ ό,τι απομένει είναι μια πικρή αίσθηση κενότητας που υπονομεύει και την ελάχιστη ακόμη πιθανότητα να δοθεί στο ποιητικό υποκείμενο το προνόμιο της ψυχικής γαλήνης.

Βουρκωμένη έρημη νύχτα
Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο
Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο
που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει,
εξασθενεί.

Η νύχτα, βουρκωμένη κι έρημη -όπως ακριβώς κι ο ίδιος ο ποιητής-, εντείνει την απομόνωσή του, καθιστώντας αδύνατη την όποια πραγματική επαφή τόσο με τον εξωτερικό κόσμο όσο και με τον εαυτό του. Οι φωνές των παιδιών που βρίσκονται στον πεζόδρομο κάτω απ’ το σπίτι του, φτάνουν σ’ αυτόν υπόκωφες, πνιγμένες απ’ τη θλίψη του∙ μοιάζουν περισσότερο με μια ακατάληπτη βοή, που με τη νεανική ζωντάνια που τη διακρίνει έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα και την επώδυνη ψυχική αδράνεια του ποιητικού υποκειμένου.


Ο ποιητής παραμένει εγκλωβισμένος στον πόνο του, χωρίς να μπορεί μήτε να βρει ειρμό και νόημα στις δικές του σκέψεις, μα μήτε και να αφεθεί στους περισπασμούς της ζωής που συνεχίζει γύρω του την αδιάκοπη πορεία της. Τα εξωτερικά ερεθίσματα φτάνουν σ’ αυτόν ολοένα και πιο εξασθενημένα, καθώς η νύχτα δίνει τη θέση της στη μέρα που έρχεται.

Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα
-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.

Η αποχώρηση της νύχτας, που τον αφήνει άυπνο και καταπονημένο, επισφραγίζεται απ’ τον ποιητή με το να κλείσει τα στόρια των παραθύρων του. 
Μια απλή κίνηση που του δημιουργεί εντούτοις δυσοίωνους συνειρμούς, μιας και τα κλεισμένα στόρια μοιάζουν με καπάκια από φέρετρα, σαν να έγινε μόλις η κηδεία μιας άγονης νύχτας∙ μιας νύχτας που ό,τι είχε να του προσφέρει ήταν ένας παρατεταμένος μηρυκασμός του πόνου και της οδύνης του. 
Συνάμα, ωστόσο, το κλείσιμό τους δημιουργεί και μιαν ακόμη υποδήλωση με θετικότερη χροιά, καθώς είναι σαν να επισφραγίζεται ο αρραβώνας με την καινούρια ημέρα, που θα μπορούσε ίσως να φέρει κάτι καλύτερο απ’ το γιόρτασμα της θλίψης που συνόδευε τη νύχτα που πέρασε.

Η τελευταία εικόνα, πάντως, της νύχτας λειτουργεί σαν μια ισχυρή υπόμνηση του πόσο ευάλωτοι και αδύναμοι είναι οι άνθρωποι απέναντι στον πόνο∙ ένα παιδί που δακρύζει πάνω απ’ την κιθάρα του, έρχεται να καθρεφτίσει τη συναισθηματική κατάσταση του ίδιου του ποιητή, που αισθάνεται ακριβώς έτσι, σαν ένα θλιμμένο παιδί αντιμέτωπο με τις πρώτες πληγές του έρωτα.

Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.

Έτσι είναι πλέον οι νύχτες του ποιητή∙ 
άυπνες κι αφιερωμένες σ’ όλες εκείνες τις μνήμες που απέμειναν χωρίς υπόσταση, εφόσον «εκείνη» δεν είναι πια κοντά του για να προσφέρει με την παρουσία της πνοή στην κοινή τους πορεία. Κάθε σκέψη και κάθε...

.................
η συνέχεια εδώ: latistor

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — «Το Μονόγραμμα» (ανάλυση ποιήματος)

Τα χρόνια της διαμονής του στο Παρίσι (1969 - 1971), ο Οδυσσέας Ελύτης συνθέτει «Το Μονόγραμμα», που έμελλε να περάσει στη συνείδηση των αναγνωστών ως ένα από τα ερωτικότερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Classic Paintings of Romeo and Juliet
Το βιβλίο θα τυπωθεί αρχικά (1971) στις Βρυξέλλες
και τον αμέσως επόμενο χρόνο στην Ελλάδα (1972).
Στα 60 του χρόνια ο ποιητής θα δημιουργήσει έναν ερωτικό ύμνο γεμάτο νεανικότητα και πάθος, που κατορθώνει ν’ αποδώσει ακόμη και τις πιο λεπτές εκφάνσεις του ερωτικού συναισθήματος.
Κινούμενος σε δύο βασικές θεματικές:
α) στην ιδέα πως στο πρόσωπο της αγαπημένης του βρίσκει το απολύτως αναγκαίο συμπλήρωμα του εαυτού του, το άλλο του μισό, και
β) στην αίσθηση πως ο κόσμος δεν είναι ακόμη έτοιμος να δεχτεί έναν έρωτα τέτοιας έντασης και αγνότητας, ο ποιητής μιλά στην εσώτατη προσδοκία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να βρει το ιδανικό του ταίρι για να ζήσει έναν έρωτα ανέλπιστα μοναδικό, έναν έρωτα πρωτόφαντο.

Ο τίτλος

Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη δημιουργία μιας σφραγίδας.
Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του ποιητή ή το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας, φέρνοντας του δύο αγαπημένους για πάντα μαζί.

Η υπόθεση του ποιήματος

Ο Ελύτης δημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι.
Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους άλλους ανθρώπους, σε σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς την κατακραυγή, αυτοκτονεί.
Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη διακειμενική αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του ποιήματος με τις ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι καλείται ν’ αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και του γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ο ποιητής αφήνει ασαφή τα περισσότερα στοιχεία του μύθου, όπως για παράδειγμα το λόγο για τον οποίο ο έρωτάς τους δε γίνεται αποδεκτός, ώστε το ποίημα να είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Εκείνο, άλλωστε, που κυρίως ενδιαφέρει τον ποιητή είναι η απόδοση της αγάπης, είναι ο θρήνος για την ιδανική αγάπη, για το μοναδικό αυτό έρωτα που όμοιός του δεν έχει βιωθεί ποτέ πριν.
Ό,τι επομένως προσδίδει στο ποίημα την απαιτούμενη τραγική διάσταση και φέρνει την εξιδανίκευση του ερωτικού συναισθήματος, είναι ο χαμός της αγαπημένης. Με το ποιητικό υποκείμενο να περνά στο θρήνο του από την άρνηση, όπου εμφανίζεται να βιώνει ως ευλογημένο παρόν τη συνύπαρξη με την αγαπημένη, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση της μεγάλης απώλειας.
Ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης, λοιπόν, τερματίζει τον έρωτα αυτό που ξεπερνά τ’ ανθρώπινα μέτρα, προσδίδοντάς του όμως συνάμα τον αναγκαίο εξαγνισμό και διασώζοντάς τον από την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου.
Το ποίημα, αν και είναι επί της ουσίας ένας θρηνητικός μονόλογος, κερδίζει σε δραματικότητα, καθώς ο ποιητής απευθύνει όλα του τα λόγια προς την αγαπημένη γυναίκα.
Έτσι με τη χρήση του β΄ προσώπου, αλλά και με τη φράση «μ’ ακούς» που λειτουργεί ως επωδός, το ποίημα λαμβάνει το χαρακτήρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, έστω κι αν δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να λάβει απόκριση.

Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς; -για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Ο ποιητής στην πρώτη αποστροφή του προς την αγαπημένη γυναίκα τη διαβεβαιώνει πως το πένθος του για εκείνη θα είναι παντοτινό. Μόνος του στον Παράδεισο θα πενθεί πάντα για εκείνη.
Δεν υπάρχει πια για το ποιητικό υποκείμενο κανένα μέρος -ούτε καν ο παράδεισος- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη μ’ αυτή που έζησε μαζί της.
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) VII. Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ


VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ...


In the Heaven I have spotted an island
Same as you and one house at the sea

With a big bed and a small door
I have threw in the bottomless an echo
To look at myself when I wake up

TO WATCH YOU HALF PASSING THROUGH THE WATER
AND MOURN YOU HALF INSIDE THE HEAVEN....

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) VI
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί/Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί

Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
GREECE — FISKARDOS — PALETTE KNIFE
Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
                    της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!


Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι

Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς

                      τον Παράδεισο!

The Monogram

I have seen many and the land inside my mind seems more beautiful
More beautiful in the golden steams
The sharp stone,more beautiful
The depths of the isthmus and our roofs inside the waves
More beautiful the beams where without stepping you pass by
But unbeaten the godness of Samothrakis over the mountains 

of the sea

Like this I have looked at you and it's enough for me
All the time to have been acquited
In the small water course that your passing leaves behind
Following like an inexperienced dolphin

And my soul to play with the white and the cyan!

Victory,victory that I've been beaten
Before love and with
For the time and the giul-birshimi
Go,go and let me be lost

Alone and let the sun be that you keep a child new born
Alone,and let me be the country that mourns
Let it be the reason that I sent it to keep you a bay leaf
Alone,the air strong and alone the entirely round 

Pebble in the blinking of the dark bottom
The fisherman that lifted and threw back in the times 

the Heaven!