Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Ὕμνοι — Μαρία καθαρώτατον, χρυσοῦν θυμιατήριον ...

Ιταλοβυζαντινό (;) αντίγραφο του 13ου αιώνα της Παναγίας Αγιοσορίτισσας.
Διαστάσεις 65 Χ 103 εκ. Σήμερα βρίσκεται στην εκκλησία
Chiesa di Santa Maria Maggiore, Τίβολι.
Μαρία καθαρώτατον,
χρυσοῦν θυμιατήριον,
τῆς ἀχωρήτου Τριάδος,
δοχεῖον ὄντως ἐγένου,
ἐν ᾧ Πατὴρ ηὐδόκησεν,
ὁ δὲ Υἱὸς ἐσκήνωσε,
καὶ Πνεῦμα τὸ Πανάγιον,
ἐπισκιάσαν σοι Κόρη,
ἀνέδειξε Θεοτόκον.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Απαγγέλει την Κυρά των Αμπελιών

«Η Κυρά των Αμπελιών» I - II (στο 2:20) - III (στο 6:25) - IV (δεν συμπεριλαμβάνεται) 
V (στο 8:46) - VI (στο 10:56)
«Η Κυρά των Αμπελιών» VII - VIII (στο 2:07) - IX (στο 3:56) - X (στο 5:50)

«Η Κυρά των Αμπελιών» XI - XII (στο 2:40) - XIII (δεν συμπεριλαμβάνεται)XIV (στο 5:03) - XV (δεν συμπεριλαμβάνεται) XVI (στο 8:40)

«Η Κυρά των Αμπελιών» XVII (από την τρίτη στροφή) - XVIII (στο 1:03) - XIX (στο 2:46)- XX (στο 3:46)- XXI (στο 4:57)- XXII (στο 6:22) - XXIII (στο 7:59)- XXIV (στο 9:50)

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών (The Lady of the Vineyards)

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί 

την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών (ΑΘΗΝΑ, 1945-1947)

Στο ποίημα παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. 
Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο. 
Είναι η Παναγία, η Μπουμπουλίνα, η Περσεφόνη, η Μάνα και η περήφανη Αγωνίστρια.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί 

την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.
--------------
«Ο Ρίτσος, κυρίως με τα μεγάλα ποιήματα "Ρωμιοσύνη" και "Η Κυρά των Αμπελιών", στρέφεται προς το ελληνικό τοπίο, που κοντά του έζησε τα φωτεινά διαλείμματα των παιδικών του χρόνων, αλλά τώρα με καινούργια προοπτική.
Το τοπίο συμμετέχει κι αυτό στην ιστορική αυτογνωσία του Έλληνα. Έχει επάνω του χαραγμένη την ιστορία της ρωμιοσύνης, είναι η ίδια η ρωμιοσύνη. 
Ο Ρίτσος προσπαθεί να μυηθεί και να μυήσει στο βαθύτερο νόημα που αποκτά ο ελληνικός χώρος και τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά και σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας. [...] Ο Ρίτσος ερμηνεύοντας τη γένεση του Επιτάφιου τονίζει ότι “κάθε φορά που μια χώρα κινδυνεύει από εξωτερικό κίνδυνο, από τη δράση ξένων παραγόντων, από κατοχή, για να διατηρήσει τη φυσιογνωμία της, καταφεύγει σε αναγνωρίσιμες από όλο το λαό μορφές”. Είναι η περίπτωση που αιτιολογεί και την τωρινή επανασύνδεση με γνώριμες στο λαό μορφές.... »


Διαλησμάς Στ., 1981, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, Αθήνα: Επικαιρότητα, σελ. 35-42 
πηγή

Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XXIV. Κυρά των Αμπελιών που η κάπνα της φωτιάς σου άχνισε τα
γαλάζια μάτια και τα μαύρα φρύδια

Set Fire To The Rain – Painting
Κυρά των Αμπελιών που η κάπνα της φωτιάς σού άχνισε τα
.... γαλάζια μάτια και τα μαύρα φρύδια
τί σιγανό το βήμα σου κάτου απ' τα κυπαρίσσια
τί σιγανή μιλιά της δόξας στα τετράγωνα της πυρκαϊάς
να λέει με πόσο «γάλα ανδρείας και ελευθεριάς» βύζαξες τα ορ-
.... φανά σου
να λέει με πόσον αίμα πότισες τα φυλλοκάρδια του αμπελιού να
.... δώσει το βαθύ κρασί του δισκοπότηρου.

Κι όπως περνάει απ' την Ωραία Πύλη ο Δέσποτας κρατώντας
.... τ' άγια των αγίων
έτσι περνάς κάτου απ' την πύλη των σταυρών κρατώντας στ'
.... ανοιχτά σου χέρια τη φαρδιά σπάθα του Αγώνα
σα να κρατάς μια πλάκα φως με της Ειρήνης το δεκάλογο
σα να κρατάς τον ήλιο τον νιοβάφτιστο που στάζει απ' τ' ουρανού
.... την κολυμπήθρα.

Τώρα η αυγή κ' η νύχτα σμίγουν όπως δένονται τα δέκα δάχτυλα
.... γύρω στο γόνα της γαλήνης
και μόνη εσύ, Κυρά των Αμπελιών, μέσα στο χάραμα,
να σκίζει ο μέγας ίσκιος σου τον κάμπο σαν καράβι
και πάνου από τα λιόδεντρα τα δυο σου χέρια ασάλευτα δεμένα
σάμπως ένα άγιο περιστέρι που κρατάει στο ράμφος του
μια δέσμη φως ισοζυγιάζοντας τη ζυγαριά του κόσμου.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Βασιλική Δεδούση — Στον Πευκιά μου

(Το Πουκάμισο του Τεμπέλη) 
Μέσα σε κείνα τα κουτάκια,
είν' η  Χρυσή μας Μύγα,
ακόμα ολοζώντανη,
με των ονείρων μας ιριδίζοντα
τ’ ανεξίτηλα τα χρώματα,
The cicada art print
«Θα σκάσουμε σήμερα, σαν τα τζιτζίκια», ακούγαμε τη μάνα μας να λέει
και χανόμασταν μες στον Πευκιά με μια γερή κλωστή στο χέρι,
απ’ το καλάθι της γιαγιάς το καλαμένιο,
μη βρούμε καμιά Ζίνα, κάτου απ’ της συκιάς τα πλατόφυλλα,
να τηνε γυρίσουμε ανάποδα,
να τηνε κάνουμε χρυσοπράσινο ελικόπτερο, να ζουζουνίζει
πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

Αφήναμε τα τσίτινα φορέματα στην πέτρα
μη και κολλήσουν πάνω τους τα δάκρυα των πεύκων
και γυμνά, μ’ ένα βρακί μονάχα,
στολισμένα στα μαλλιά, τη μέση και τα χέρια με καραμελωτές γιρλάντες,
σαν άλλα νεραϊδόπουλα, κατάμαυρα απ’ τον ήλιο,
ψηλαφούσαμε με τα μάτια το χώμα και τις ρίζες
να βρούμε τα πουκάμισα των τεμπέληδων.

Μες σε σπιρτόκουτα, απ’ αυτά που ‘χε η μάνα μας δίπλα στη γκαζιέρα,
 χωνιάζαμε τους θησαυρούς μας

Αφουγκραζότανε η μάνα τη σιωπηλή μας πείνα, έβαζε φωνή
και μάνι-μάνι μας μπούκωνε με προσφάι
-ψωμί, ντομάτα και τυράκι και αυγό βραστό σφιχτό,
απ’ αλανιάρα κότα -
και πάλι πίσω τρέχαμε με τη μπουκιά στο στόμα
τόπο να βρούμε να χτίσουμε φωλιές για τα  τσιρόπουλα,
με κλωναράκια και πούσια ξερά, πάνω στο χώμα,
με μιαν αθώα σιγουριά, πως σ’ αυτές και μόνο τις φωλιές
τη νύχτα τους περνάνε.

Όλη τη νύχτα ανακούκουρδα τζιτζικίζαμε,
σκασμένα από τη ζέστη,
και το πρωί μάς έβρισκε και μας μεγαλωμένα
με το σεντόνι τυλιγμένο στο λαιμό ή στα ποδάρια,
τσαλακωμένο απ’ τον ιδρώ κι από το στριφογύρισμα,
ίδιο με το πουκάμισο του τεμπέλη, που τ’ άφησε
μιας και παραμεγάλωσε και πια δε τον χωρούσε.

Τι κι αν μας έμαθαν πώς κλίνεται ο τέττιξ,
«ως τριτόκλιτον, ουρανικόληκτον, καταληκτικόν, μονόθεμον», 
τι κι αν μάθαμε ότι η χρυσόμυγα είναι «κολεόπτερον, ουδόλως επιβλαβές»,
τι κι αν το μυαλό γεμίσαμε με τα «περί των ουσιαστικών και τα περί εντόμων»,
τι κι αν μάθαμε ν’ απαξιώνουμε τα «αδειανά πουκάμισα»;

Μέσα σε κείνα τα κουτάκια, είν' η  Χρυσή μας Μύγα,
ακόμα ολοζώντανη,
με των ονείρων μας ιριδίζοντα τ’ ανεξίτηλα τα χρώματα,
είν’ ο τεμπέλης τζίτζικας π’ άφησε πίσω του το διάφανο πουκάμισο,
- όπως εμείς τα τσίτινα ρουχαλάκια πάνω στην πέτρα,
ή τ’ ολάσπρο σεντονάκι μας -,
που τελικά δεν σκάει – ποτέ δεν έσκασε- αλλά το ‘σκασε,
για να ‘βρει κάπου αλλού δροσιά,
από του Κυνός τα καύματα, που ξαποστέλνει ο Σείριος
καταμεσίς του Ιούλη.
Βασιλική Π. Δεδούση

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XXIII
... κι ακούμε πέρα από τον κάμπο σα χελιδονοτιτίβισμα
το στρίμωγμα των σταφυλιών που κουτουλιούνται μες στ' αγιάζι

Το σπίτι είναι ήσυχο, βαθύ, σαν Επιτάφιος το Μεγάλο Σάββατο.
Βουβά-βουβά. Λείπει το σώμα Του. Τ' αστέρια λυώνουν το κερί
.... τους το ξημέρωμα.
Έξω στο δρόμο πατημένα πορτοκαλάνθια.
Και μέσα εδώ, στον τοίχο κρεμασμένα σταυρωτά το καριοφίλι
.... κ' η φλογέρα.

Index of Oil Painting Masterpieces on Canvas 
Knight Daniel Ridgway, USA 1839-1924
Κυρά των Αμπελιών, μυρίζει ακόμα η αμασκάλη σου καμένο
.... πεύκο και θυμάρι.
Μες στο σεντούκι το χαρτί του Μακρυγιάννη τρίζει σαν την πε-
.... ταλούδα στο κουκούλι
κι ακούμε πέρα από τον κάμπο σα χελιδονοτιτίβισμα
το στρίμωγμα των σταφυλιών που κουτουλιούνται μες στ' αγιάζι
κι ακούμε κάτου στο γιαλό ν' ανηφορίζει ο αχινός στο γόνατο
.... της άνοιξης.

Ακόμα η στράτα σκοτεινή. Κράτα, Κυρά, τη σπάθα ακόμη ξε-
.... κλειδώνοντας τις νύχτες μας.
Θύμιαζε με μπαρούτι τα κονίσματα. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.
Γύρω απ' τα δέντρα κουλουριάζεται η σιωπή σα ναρκωμένο φίδι.
Τύλιχ'το τ' άσπρο σπίτι μας τρεις γύρους σπάγγο με κερί αλειμ-
.... μένο της ειρήνης
ν' ακούσουμε τη βουή της περασμένης τρικυμίας τραγουδισμένη 
.... απ' τα κοχύλια της ταζέρας
ν' ακούσουμε τ' αδράχτι της γιαγιάς να βουίζει σα χρυσόμυγα
.... στο φωτισμένο τζάμι
κ' έτσι ξεσφίγγοντας τα δάχτυλα να σε χαϊδέψουμε στο στόμα
.... της φλογέρας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ