Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVII. Καλοί μου άνθρωποι πώς μπορείτε να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;

Ciclo cerrado, ventana abierta.
Ξημερώνει.
Η αχλύ παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Symphony of the Spring (1938)

Alex Alemany

I  Θά 'μαι το γλυκό παιδί/που χαμογελά στα πράγματα/και στον εαυτό του
II  Είχα κλείσει τα μάτια / για ν' ατενίζω το φως. / Τυφλός.
III  Κοίταξε αγαπημένη/πώς σε κοιτάζουν/τα λυπημένα χέρια μου.
IV*  Βηματίζεις / μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου/μ' ἕνα πλατύ ἀνοιξιάτικο φόρεμα,
V  Μια νέα κοπέλα/άνοιξε το παράθυρο/και χαμογέλασε στη θάλασσα.
VI  Αγαπημένη/δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής/τη ζωή και το φτερούγισμα.
VII  Είχε προφτάσει πολλούς θανάτους/κι είχε μάθει να μην κλαίει/να μην προσμένει
VIII  Θεέ μου Θεέ μου/η αγάπη μου ΄χε λείψει/για να χαρώ και να νοήσω/το μεγαλείο σου.
IX  Η αγάπη/πιο μεγάλη απ' τη σιωπή/γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
X  Αγάπη, Αγάπη,/δε μούχες φέρει εμένα/μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
XI  Όλη τη ζωή μου ασώτεψα/σκάβοντας την έρημο
XII  Πλάθοντας ἄνθη ἀνώφελα/λησμόνησα νὰ ζήσω.
XIII  Ζεστή χρυσή μεσημβρία./Σταθμός του Απείρου/— η καρδιά μας.
XIV  Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το σύμπαν.
XV  Άξιζε να υπάρξουμε/για να συναντηθούμε.
XVI  Ἕνα ἄστρο ἔπεσε./Εἶδες;/Σιωπή./Κλεῖσε τὰ μάτια.
XVII  Ντυμένος το φέγγος/της θωπείας σου περνώ τολμηρός/μέσ’ απ’ το δάσος της νύχτας.
XVIII  Αγαπημένη/έλα να μοιραστούμε/τα δώρα που μου ‘φερες.
XIX  Μέσ' απ' το βλέμμα σου/αγαπημένη/κοιτάω τον κόσμο
XX  Αγάπη, εσύ μου ξανάφερες/τ' άσπρα πουλιά της μητέρας
XXI  Πώς μπορεί η γη/να κρατήσει στα χέρια/της τόση ευτυχία;
XXII  Αγάπη, γιατί ήρθες;/Αν φύγεις, αγάπη;
XXIII  Ένα διάλειμμα λευκότητας/προσφερμένο στην προσευχή.
XXIV  Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.
XXV  Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου
XXVI  Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως
XXVII Καλοί μου άνθρωποι/πώς μπορείτε/να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε/να μη χαμογελάτε;

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVI
«Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως.»

Silence of the fall painting by Leonid Afremov

Μας άγγιξε ψυχρό 
το φθινοπωρινό λυκόφως.

Χλωμό το φως αργεί
 — λησμονημένη προτομή του ποιητή
σ' εγκαταλελειμμένο πάρκο.

Πως ερημώθηκε ο τόπος.
Τα εξοχικά κέντρα κλεισμένα.
Απ' τα σπασμένα τζάμια τους
περνοδιαβαίνουν οι άνεμοι
σφυρίζοντας
στις άδειες φιάλες
και στα κατάκοπα πολύφωτα.

Μέσα στο δάσος 
οι έρημοι πάγκοι
συνομιλούν μυστικά
με τα πεσμένα φύλλα
και με τους ίσκιους.

Εδώ κι εκεί απομένουν
τα μαύρα σημάδια
κι οι στάχτες
απ' τις φωτιές που ανάβαν
χαρούμενα παιδιά
τα βράδια του θέρους.

Λίγο πιο κάτω 
η θάλασσα θαμπή
ξεδιπλώνει τα ρίγη
του ατελεύτητου δέους.

Νεκρά
τα φωτεινά κορμιά
των εφήβων
λιώνουν κάτω απ' τα φύκια.

Στην αμμουδιά περνούν
σκυφτές κάτω απ' το σούρουπο
μαυροντυμένες γριές
γυρεύονατς τα ίχνη
των πνιγμένων παιδιών τους
και τ' απορρίματα της θύελλας.
Που μοιράσαμε τον ήλιο;

Στο άνοιγμα αυτό του δάσους
φτάνουν τη νύχτα
τα φοβισμένα ελάφια
και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου.

Πόσα μάτια μας βλέπουν.
Δεν ωφελεί να κρυφτούμε.

Θα μας βρουν τα μάτια μας
που ξύπνησαν
μόλις αποκοιμήθηκε το δέρμα μας.

Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμού μαντήλια.

Ακούμε το βήμα της ομίχλης
στους έρημους δρόμους.

Ο θάνατος κατασκοπεύει.
Κοιτάζει απ' το φεγγίτη
την κουρασμένη λάμπα μας
κρύβεται κάτω απ' την κλίνη μας
κι ετοιμάζει φλογέρες με τα κόκαλα
των πεθαμένων χελιδονιών

(Μη τάχατες όλες οι φλογέρες
δεν έχουν γίνει
με κόκαλα πουλιών;)

Γιατί αργούμε;
Μια σειρήνα θα σφυρίξει
τα μεσάνυχτα
κι η αποδημία που δίσταζε
θ' ακολουθήσει τους γερανούς.

Ο ήλιος με φωνάζει.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXV
«Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου.»

Alex Alemany, Spanish painter
Κοίταξε πέρα
η χιονισμένη κορυφή
λαμπρή και σιωπηλή
μου νεύει
λευκό μαντήλι ειρήνευσης.

Η ομιλία της μοναξιάς
περνάει τα παγωμένα δάχτυλά της
στο μέτωπό μου
ζητώντας να σφετεριστεί
το ύστερο μύρο
του κήπου μας.

Εκεί πάνω μου τάζουν
την ασφάλεια του νεκρού
εκεί μου προσφέρουν
ωχρούς ανθούς
για τα ξεφυλλισμένα χέρια.

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.

Φοβούμαι σιμά σου
κι όμως αγαπώ το δέος μου.

Στον πλατύ ερημωμένο κάμπο
οι γυμνές λεύκες
υψώνουν τους κλώνους τους
σ' έναν άλλο ουρανό
— αναιμική προσευχή.

Ν' ακινητείς
για να κοιτάς την κίνηση;
Όχι.
Κράτησέ με.

Που 'ναι το χέρι σου;
Στο δέρμα σου ψαύω
την ψύχρα της εσπέρας
τα βήματα των εξορίστων.

Α, πάλι ο γέρος
περνάει σκυμμένος
κάτω απ' τη βροχή.

Μπροστά στους καθρέφτες μας
η σκιά χτενίζει
την πένθιμη κόμη της.

Αλήθεια
ποιος επήδησε ποτέ
την άβυσσο;
Ποιος έδεσε για πάντα
τις άκρες του ορίζοντα;

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIV / «Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.»

Alex Alemany the elements and shapes of his works are treated
with “poetic licence” and the symbolism 

Η δεσποτεία της νύχτας
πάνω στα μέτωπά μας και στους δρόμους.

Του χεριού σου η λευκότητα
θαμπώνει και δύει
στη γαλανή διαφάνεια των σκιών
— κρίνος χλωμός που βυθίζεται 
σε βραδινά νερά.

Που 'ναι τα λόγια μας κι οι αυγινές μας υποσχέσεις 
με την εξαίσια ειλικρίνεια της βλάστησης;

Η αφή μας κουρασμένη
κοιμάται δίχως όνειρο
κι ούτε μια πρόφαση μάς μένει
ν' αναζητήσουμε τα μάτια μας πίσω απ' τον ίσκιο.

Ακούμε τη σιωπή να βηματίζει
λαθραία κι αδέξια
στο εξατμισμένο δώμα
ν' αγγίζει
τα σκονισμένα έπιπλα
που δε θέλουν πια να θυμούνται
να ερευνά τις ανοιχτές ντουλάπες
όπου πεθαίνουν σκοτεινά
τ' άνθινα ενδύματα
των εαρινών μας όρθρων.

Ο γλαυκός πέπλος
του Μαΐου 
μυρωμένος ακόμη απ' τα στήθη σου
— πάχνη λυπημένη διαρρέει
στην κρεμάστρα του διαδρόμου.

Άκου τις οπλές
των μαύρων αλόγων
έξω στο λιθόστρωτο της νύχτας.

Περνούν τους νεκρούς μας.

Μη σηκωθείς
να κοιτάξεις απ' το παράθυρο.
Προς τι μια κίνηση
αφού γνωρίζουμε;
Μονάχα για να ρυτιδώσεις
την ασάλευτη ώρα
και να σωπάσει επιτέλους η σιωπή;

Η σιωπή φωνάζει
πιο βαθιά
η σιωπή προδίδει τα λόγια μας.

Ράκη στίχων ανεμίζονται
στις ρωγμές των φιλιών μας
— μια σημαία
πάνω απ' το θάνατο.

Ο αποχαιρετισμός πλησιάζει.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIII
«Ένα διάλειμμα λευκότητας/προσφερμένο στην προσευχή.»

Realism Paintings by Alex Alemany
Η εσθήτα της βραδιάς μενεξεδένια
με μια λεπτή χρυσή παρυφή
στο μακρύ κράσπεδο
περνάει σαρώνοντας
τα πεθαμένα φιλιά μας
κι αγγίζοντας
τα λευκά γόνατά σου.

Στους αυλούς των οστών μας
εκπνέει ο τελευταίος
φλοίσβος του ηλίου.

Αναπαυμένοι
σε μιαν ύφεση θάμβους
και τρυφερότητας
ακούμε
κάτω απ' το δέρμα μας
τους μακρινούς βόμβους ρόδων
που ανασυγκροτούνται.

Ο γαλάζιος αγέρας
ξεφτάει απ' τη σάρκα σου
τα ίχνη των ηδονικών σκιών
κι υψώνεται ασημένιο ποίημα
στη γονατισμένη αφή μου.

Μέσα στον ίσκιο μαντεύουμε
διάφανα ιστία
να περνούν και να χάνονται
και να επιστρέφουν
στην κυανή ασάφεια
των εκπορθημένων σπασμών μας.

Ένα διάλειμμα λευκότητας
προσφερμένο στην προσευχή.

Κρυώνεις;
Τα φύλλα θρόισαν.
Τυλίγεις το γυμνό σου τράχηλο
με την εσάρπα μιας χλωμής ανταύγειας
και προσηλώνεσαι στους βυθούς.

Αποσπώνται οι κάλυκες
απ' το βέβαιο μίσχο
πληρώνοντας το χώρο
με φτερά και πικρία.

Η σιωπή κατεσπαρμένη
δακρύζει τα μαλλιά σου.

Όμως η αόρατη θάλασσα
παφλάζει ακόμα
κι ακούμε πάλι εντός μας
τους βόμβους των ρόδων
που ανασυγκροτούνται.