Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος: Εαρινὴ Συμφωνία XVI — Ἕνα ἄστρο ἔπεσε. / Εἶδες; / Σιωπή. / Κλεῖσε τὰ μάτια.

Shooting Star
Χαρὰ χαρά.
Δὲ μᾶς νοιάζει
τί θ᾿ ἀφήσει τὸ φιλί μας
μέσα στὸ χρόνο καὶ στὸ τραγούδι.

Ἀγγίξαμε
τὸ μέγα ἄσκοπο
ποὺ δὲ ζητᾷ τὸ σκοπό του.

Ὁ Θεὸς
πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό του
στὸ φιλί μας.
Περήφανοι ἐκτελοῦμε
τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀπείρου.

Ἕνα μικρὸ παράθυρο
βλέπει τὸν κόσμο.
Ἕνα σπουργίτι λέει
τὸν οὐρανό.
Σώπα.

Στὴν κόγχη τῶν χειλιῶν μας
ἑδρεύει τὸ ἀπόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ἀκοῦμε
μὲς στὸ γαλάζιο βράδι
τὴν ἀνάσα τῆς θάλασσας
καθὼς τὸ στῆθος κοριτσιοῦ εὐτυχισμένου
ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ χωρέσει
τὴν εὐτυχία του.

Ἕνα ἄστρο ἔπεσε.
Εἶδες;
Σιωπή.
Κλεῖσε τὰ μάτια.


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XV. Άξιζε να υπάρξουμε/για να συναντηθούμε.

doves fly out of hand
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε.

Το φιλί μας εσφράγισε
την αιώνια σιγή.
Δε μένει πια κενή
μήτε μια ρόδινη γωνία
των κυττάρων μας.

Τίποτ’ άλλο.
Τίποτ’ άλλο.
Να φύγουν οι σκιές και τα φώτα
απ’ το χλωρό μέτωπό σου.

Ρίξε στη φωτιά
τα ξερά δάφνινα στεφάνια
που ρυτιδώνουν το φέγγος
του ερωτικού κοιτώνα μας.

Τι προσθέσει ένα διάδημα
στο διάδημα
των φιλημένων μαλλιών μας;

Νυχτώνει.
Ένα θάμβος λευκό αιωρείται
πάνω απ’ το σύσκιο δάσος
– μια σειρά περιστέρια
– τα επερχόμενα χάδια μας.

Συγχώρεσέ με, αγάπη,
που απόψε τραγουδώ
αυτές τις ασημένιες ώρες
που θα ‘πρεπε τα χέρια μου να υψώνω
στ’ αστέρια των μαλλιών σου.

Ρίχνω ένα ψίχουλο
στα πληγωμένα αηδόνια
που ‘χαν ταΐσει
κάποτε με φως
την πληγή μου.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Ο βυθός

πίνακας ζωγραφικής της Μαρίας Φιλοπούλου
Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ' στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ' τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XIV / Απλώνουμε τα χέρια/στον ήλιο/και τραγουδάμε... / Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το σύμπαν.

Nature Artists Famous

Απλώνουμε τα χέρια
στον ήλιο
και τραγουδάμε.


Το φως κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου
και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
λαμποκοπά
- ριγωτό στεφάνι τεντωμένο
σ' άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε 
τα ερωτικά κορμιά μας.

Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
ντυμένοι
τ' όνειρό μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.
Είμαστε κι εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός και η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ' της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ' την ορμή της αγάπης.

Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Λειτουργία κάτω ἀπό τήν Ἀκρόπολη / «Κι οὔτε χρειαζόσουνα χῶμα πολύ καί νερό γιά νά εἶσαι πλούσια.»

Κι οὔτε χρειαζόσουνα χῶμα πολύ καί νερό γιά νά εἶσαι πλούσια.
Καί νά φαίνεται ἀπό παντοῦ τό πανύψηλο λάμπος τοῦ πλούτου σου.
Φώτης Κόντογλου - "Αρματωλοί και κλέφτες" 1948, 
Δημαρχείο Αθήνας

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ

Κι οὔτε χρειαζόσουνα χῶμα πολύ καί νερό γιά νά εἶσαι πλούσια.
Καί νά φαίνεται ἀπό παντοῦ τό πανύψηλο λάμπος τοῦ πλούτου σου.
Ὅπως συνέβηκε μέ τίς πέτρες τῶν Ψαρῶν, λεωχάρη.
Κι ὅπως συνέβηκε μέ τίς κακοτράχαλες ἀποτομές τοῦ Σουλίου,
πού ἱδρώνουνε γάλα ἀπ’ ὅταν τῶν κλεφτῶν οἱ γυναῖκες τιναχτῆκαν
χορεύοντας, πέσαν κάτω ἀπ’ τό Ζάλογγο καί τό γάλα τους ἐπε-
ρίσσεψε.

Α΄ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Σοῦ τά ἔπαιρναν ὅλα· τό κριθάρι γιά τό ψωμί, τό δέρμα γιά τό
παπούτσι, τό λινάρι γιά τό πουκάμισο.
Δυστυχούσανε τά παιδιά σου· ἀλλά, μολοντοῦτο, δέ φαινόταν ἡ

γύμνια τους· γιατί τά κουρέλια τους φωτίζονταν ἀπό μέσα.

Β΄ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Κ’ ἐκεῖνο τό φῶς, πού ξεβγαίνοντας ἀπό μέσα τους ὑφαινότανε σέ
χιτώνα, εἴτε φύσαγε, εἴτε ἔβρεχε, δέν τό ἔσβηνε τίποτα.
Τό μαχαίρι πού μπήγονταν μές στό σῶμα τους κ’ ἔψαχνε νά τό βρεῖ,
δέν τό ἔβρισκε.

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ

Τά παιδιά σου γεννιόντουσαν ντυμένα καί φαγωμένα.
Καί πολλά τους γεννιόντουσαν κ’ εγγράμματα μάλιστα.
Τά περσότερα ὅμως, μήν ἔχοντας τρόπο νά πράξουν αλλιῶς, τί
κρατοῦσαν ἀδιάκοπα στό δεξί τους τά ἄρματα, τίς τραγούδαγαν τίς
γραφές τους, κρεμώντας τίς μελωδίες τους στά κράκουρα καί στά δέντρα.
Ἄλλωστε, τό ἕνα μολύβι καί τό ἕνα χαρτί πού ὑπάρχαν στό Ἔθνος,
τά εἶχε πάρει ὁ Μακρυγιάννης.



[πηγή: ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ,
ε' έκδοση, ΘΕΜΕΛΙΟ ΑΘΗΝΑ 2012, ΣΕΛ. 28]

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XIII / "Ζεστή χρυσή μεσημβρία./Σταθμός του Απείρου/— η καρδιά μας."

children playing on beach
Ρόδινες ώρες
ρόδινες οπώρες.
Γελά ο καιρός γελάει
κυλάει ρυάκι υγείας
ανάμεσα σε ροδοδάφνες.

Έξω η κατάχρυση μεσημβρία
καίγεται στις φλέβες 
των τζιτζικιών.

Ακούμε τις φωνές των παιδιών
που λούζονται στον ήλιο
και στη θάλασσα.

Ξέρουμε τα εξοχικά κέντρα
κρυμμένα στο δάσος
λίγο πιο πάνω απ' τ' ακρογιάλι.

Στα πλυμένα τζάμια τους
γελούν οι ανταύγειες
του γλαυκού και του πράσινου.
Δροσερό φως
μισοκλείνει τα μάτια του
κάτω απ' τα δέντρα.

Ας πεθαίνουν οι πένητες
έξω απ' τη θύρα της αιωνιότητας
χτυπώντας δίχως ν' ακούγονται
κλείνοντας τα μάτια
στην εφήμερη χλόη
που συντηρεί την αιωνιότητα.

Εμείς ασφαλισμένοι
μέσα στο γήινο ρίγος μας
γευόμαστε τον ουρανό.

Δεν είναι φόβος μήτε φθόνος.
Βέβαιοι πράοι κι αγαθοί
μες στη χαρά μας
χαϊδεύουμε
όλα τα πλάσματα του κόσμου.

Σγίγγω το χέρι σου.
Τι μου λείπει
για να μισήσω τη ζωή;

Αραγμένα τ' άσπρα καΐκια 
οι σκιές των γλάρων 
γράφονται
στην υγρήν αμμουδιά
και στη σάρκα σου.

Καμιά σειρήνα δε σφυρίζει.
Κανένας δεν αποδημεί.

Ζεστή χρυσή μεσημβρία.
Σταθμός του Απείρου
— η καρδιά μας.