Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία V - «Μια νέα κοπέλα/άνοιξε το παράθυρο/και χαμογέλασε στη θάλασσα.»

Salvador Dali Girl at the window
Η κωδωνοκρουσία του φωτός
μας υποδέχεται
στο ξανθό ακροθαλάσσι.

Η αυγή περνάει στην αμμουδιά
βρέχοντας μόλις τα γυμνά της πέλματα
στο χρυσό κύμα.

Μια νέα κοπέλα
άνοιξε το παράθυρο
και χαμογέλασε στη θάλασσα.
Έκλεισε τα μάτια της στο φως
για να ατενίσει βαθιά της
την υπόκωφη λάμψη
του χαμογέλιου της.

Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ΄ τα χείλη των παιδιών
απ΄ την άγνοια των χελιδονιών
απ΄ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ΄ τ΄ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δεν γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.

Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ΄χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ΄χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.

Χριστέ μου
τι θα ΄τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;

Μακριά , μακριά
μ΄ ένα γλαυκό χαμόγελο
κοιτούσες
τον ουρανό
ενώ τα μύρα των σταχυών
και τα βήματα των γυναικών
γελούσαν
μπρος στο παράθυρο σου.

Αγαπημένη
κόβοντας χαμομήλια
και βλέποντας την θάλασσα
θα ξαναπούμε
την παιδική μας δέηση
με τα πουλιά και με τα φύλλα.

Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα
των παιδικών εκκλησιών
θα τραγουδούν το τραγούδι
της τρυφερής Ναζαρέτ
πάνω από τους πράσινους κάμπους.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία IV / Ἐσύ μοῦ ’φερες/τόν καινούργιο καιρό,/τό φῶς τῆς αὐγῆς/καί τό αἷμα μου.

Field of Remembrance
Βηματίζεις
μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου
μ' ἕνα πλατύ ἀνοιξιάτικο φόρεμα,
ποὺ εὐωδιάζει πράσινα φύλλα,
φρεσκοπλυμένο οὐρανό
καὶ φτερά γλάρων
πάνω ἀπὸ θάλασσα πρωινή.

Μέσα στό βλέμμα σου ἠχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες 
ἀπό κείνες που παίζουν
τά πολύ εὔθυμα  παιδιά
στίς ἐαρινές ἐξοχές.

Νά
ἐδῶ εἶναι
τό ἐβένινο γραφείο
τοῦ πρόγονου
πού ‘χε πολλούς ὑπηρέτες
πολλά σκυλιά κυνηγοῦ
καί τόν εἶχαν ἀγαπήσει
πολλές κυρίες ἄρρωστες
μέ χρυσά ματόκλαδα
καί μετάξινο δέρμα.

Ἐδῶ ἐπάνω ἔγραφα πρίν ἔρθεις
ἐπιστολές καί στίχους
γιά πεθαμένους φίλους
κάτω ἀπ’ αὐτό τό κηροπήγιο
πού τό κράτησαν χέρια δακρυσμένα
σέ ἀπέραντες νύχτες ἀγρυπνίας.

Δέ νιώθεις
τήν ὠχρή παρουσία
τοῦ αἰθέρα καί τοῦ ἰωδίου
τήν πληγωμένη κραυγή
τῆς παραφροσύνης
μιά μυρωδιά βροχῆς πού πέφτει
σέ παγωμένα τζάμια ἑσπερινά
σανατορίων καί ψυχιατρείων;

Κοίταξε τίς φωτογραφίες:
ἡ πεθαμένη μητέρα,
ὁ πεθαμένος ἀδελφός,
κ' οἱ χλωμές ἀδελφοῦλες μου
μὲ τὶς φεγγαρίσιες μποῦκλες
καὶ μ' ἕνα μακρυνό χαμόγελο 
κρεμασμένο στὴ μορφή τους,
καθὼς ἕνα κλουβὶ μὲ καναρίνια,
κρεμασμένο σὲ σπίτι φτωχικό,
ποὺ ἔχουν ὅλοι πεθάνει.

Ποὖναι ἕνας ἀχθοφόρος,
νὰ μεταφέρῃ αὐτά τὰ ἔπιπλα
στὸ ὑπόγειο;

Ξεκρέμασε καί πέταξε
ἀπ’ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο
τίς μελαγχολικές κορνίζες.

Ἐσύ μοῦ ’φερες
τόν καινούργιο καιρό,
τό φῶς τῆς αὐγῆς
καί τό αἷμα μου.

Δέ θά περάσω στό δάχτυλό σου
τό ἀρχαῖο δαχτυλίδι τῆς μητέρας.
Μές στόν ὠχρό περουζέ του
ἀναπνέει ὁ σκελετός
τοῦ παρελθόντος.

Δέν ἁρμόζει αὐτός ὁ στίχος.
                         
Πιασμένοι ἀπ’ τό χέρι
θά κατεβοῦμε τή μαρμάρινη σκάλα
πού ἔχει φθαρεῖ ἀπ’ τά βήματα
τῶν φθινοπωρινών σκιῶν.

Πᾶμε στοὺς ἀγρούς,
νὰ φορέσουμε στὰ δάχτυλα
τὶς παπαροῦνες καὶ τὸν ἥλιο
καὶ τὴ νέα χλόη.

Στὰ μάτια σου δέ λιμνάζει
μήτ' ἕνας κόκκος ἴσκιου.

Νά ὁ ἥλιος πού τρέχει
μέσα στά δάση.
Δέν ἔχουμε ἀργήσει.     

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία III
Κοίταξε αγαπημένη/πώς σε κοιτάζουν/τα λυπημένα χέρια μου.

Edvard Munch: Love, Death and Loneliness at Albertina


Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθώ
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μάς
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Tόμος] (1978)




Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Τατιάνα - Κατερίνα Θωμαΐδη — Ιδανική κοινωνία
Μουσική: Γιώργος Αυγουστάτος «ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ»

The Last Butterfly by Jeremiah Morelli

Δυναμική Πανσέληνος
Επιθετική ενέργεια
Εξέγερση
Καθώς πλανητικές εισβολές εκτελούν το φόβο του αγνώστου
Η Ύπαρξη ανατρέποντας
Θυσίες ζωής ζώσας στου «σπιτικού» το τέλμα
Φλεγόμενη στις πυρκαγιές της αλήθειας η «κοινωνική αποκατάσταση»
Παραβιασμένοι μέσοι όροι για χάρη άκρων αγχωτικών ελατηρίων
Ξεχαρβαλωμένου επαρχιωτισμού σακατευτικά ελάσματα
Ανατροπές μίζερων συζυγικών κλινών
κλισέ μυαλών μητέρων – συζύγων διαπομπεύονται στους δρόμους της Ελευθερίας
και στις πλατείες της Αγάπης εκτελεσμένοι σύζυγοι – κουβαλητές.
Υγιής επαναπροσδιορισμός


http://mag.mavroprovato.org/article/275

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ- ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Α΄»
Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΘΩΜΑΙΔΗ «ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΖΩΗΣ»


AUTOBIOGRAPHICAL-FROM THE NEW PROJECT “DIARY A’ “ BY COMPOSER GEORGE AVGOUSTATOS.
PIANO COMPOSITION RELATED TO T.C.THOMAIDIS’ COLLECTION OF POEMS. “THE DIARIES OF INNER LIFE”.


Είχα κλείσει τα μάτια / για ν' ατενίζω το φως.

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία II / Είχα κλείσει τα μάτια για ν' ατενίζω το φως. Τυφλός.

Bored Panda - Eyes of the world
Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους τής σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)