Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Νίκος Καροῦζος - Στερεύοντας από βεβαιότητες άσπρες

Edvard Munch in the National Museum
Self-Portrait with Cigarette, 1895
Ήτανε δύσκολη βραδιά. βρισκόμουνα σύρριζα μόνος
ανατρεπόμενα όνειρα-φορτηγά
στου ύπνου το γλυκό κατηφόρισμα
κι απόβλητο φεγγάρι συνέχεε μνήμη κι απώλεια.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
καθώς έβγαινα
στο χρόνο που ειν’ άχρονος το αχανές
δεσμωτήριο της γλώσσας
ερχόμενος προς το στήθος ωσάν μόλις
άγγελος πειραγμένος από φαρυγγίτιδα.
(Φαίνεται πως το κάπνισμα συγγενεύει με τα ουράνια.
ο καπνός που μας ενώνει ανεβαίνοντας.)
Εκεί δεν έχει δευτερόλεπτα κι ανάσαινα νήστις
αλλ’ αυτήκοος αθανασίας.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
πράγματα κι ανθρώπους. εκατόμβες ομοιοφρένειας.
ήμουνα ο γόνος
ο Γυμνιστής Αχάλκευτος Ήχος
φρυγικό σύντριμμα
οι θεοφρούρητοι χημικοί τύποι.
Βεβαίως ήμουνα
ο άρτιος πόνος αυτοδίδαχτο σκοτάδι
θα ’λεγες με σιγαστήρα
θα ’λεγες
με μουσουλμάνικο γαλάζιο.
η ώρα είναι πράγματι ώρα;
Σας είπα. έβγαινα ξελησμονώντας ασημοκάντηλα
πάμφωτα
στη φαντασίωση
τα στίλβοντα μανουάλια της αγάπης.
Πετάχτε μου λέξεις απ’ τα παράθυρα
πετάχτε μου λέξεις απ’ τους εξώστες
η πτήση της αγριόχηνας νεανισμός από εγρήγορη
αρχαιότητα.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Το άξιον εστί «Άσμα γ΄» / Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου

Enclosed Field with Reaper at Sunrise
by Vincent Van Gogh

Μόνος κυβέρνησα
*
τη θλίψη μου
Μόνος αποίκησα
*
τον εγκαταλειμμένο Μάιο
Μόνος εκόλπωσα
*
τις ευωδίες
Επάνω στον αγρό
*
με τις αλκυονίδες
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο
*
βουκόλισα τους λόφους
Επυροβόλησα την ερημιά
*
με κόκκινο!
Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά
*
βαθύτερη από την κραυγή
Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο
*
τιμιότερο απ’ το αίμα!
Το χέρι των σεισμών
*
το χέρι των λιμών
Το χέρι των εχτρών
*
το χέρι των δικών
Μου, εφρένιασαν εχάλασαν
*
ερήμαξαν αφάνισαν
Μία και δύο
*
και τρεις φορές
Προδόθηκα κι απόμεινα
*
στον κάμπο μόνος
Πάρθηκα και πατήθηκα
*
σαν κάστρο μόνος
Το μήνυμα που σήκωνα
*
τ’ άντεξα μόνος!



Μόνος απέλπισα
*
το θάνατο
Μόνος εδάγκωσα
*
μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα
Μόνος εκίνησα
*
για το μακρύ
Ταξίδι σαν της σάλ
*
πιγγας μες στους αιθέρες!
Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση
*
το ατσάλι κι η ατιμία
Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό
*
και τ’ άρματα
Είπα: με μόνο το σπαθί
*
του κρύου νερού θα παραβγώ
Και είπα: με μόνο το Άσπιλο
*
του νου μου θα χτυπήσω!
Στο πείσμα των σεισμών
*
στο πείσμα των λιμών
Στο πείσμα των εχτρών
*
στο πείσμα των δικών
Μου, ανάντισα κρατήθηκα
*
ψυχώθηκα κραταιώθηκα
Μία και δύο
*
και τρεις φορές
Θεμελίωσα τα σπίτια μου
*
στη μνήμη μόνος
Πήρα και στεφανώθηκα
*
την άλω μόνος
Το στάρι που ευαγγέλισα
*
το ‘δρεψα μόνος!
Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο 3ο Άσμα συνεχίζει τη θεματική της μοναξιάς που παρουσίασε στον 4ο Ψαλμό. Η πορεία του ποιητή είναι μοναχική, αφού απαρνείται τη συντροφικότητα που θα του διασφάλιζε η ένταξη σε συμβατικές δομές της κοινωνίας, όπως είναι ο γάμος. Αφοσιώνεται πλήρως στην ποιητική του αποστολή, πληρώνοντας ωστόσο το υψηλό τίμημα που αυτή συνεπάγεται. Χωρίς την παρουσία φίλων, χωρίς την ευεργετική στήριξη μιας συντρόφου, στέκει μόνος απέναντι στις προκλήσεις της αδιαπραγμάτευτης εναντίωσής του στο Άδικο.

Μόνος κυβέρνησα * τη θλίψη μου
Μόνος αποίκησα * τον εγκαταλειμμένο Μάιο
Μόνος εκόλπωσα * τις ευωδίες
Επάνω στον αγρό * με τις αλκυονίδες
Τάισα τα λουλούδια κίτρινο * βουκόλισα τους λόφους
Επυροβόλησα την ερημιά * με κόκκινο!


Ο ποιητής βιώνοντας την εκούσια ερημία του αντιμετωπίζει και ελέγχει μόνος του τη θλίψη που συνοδεύει τη ζωή του. Γίνεται αυτός ο μόνος άποικος μιας άνοιξης εγκαταλελειμμένης απ’ τους άλλους ανθρώπους. Μόνος υποδέχεται και ενστερνίζεται τις ευωδιές του αγρού που φέρνουν οι αλκυονίδες του χειμώνα.
Ο ποιητής, όχι μόνο δεν κάμπτεται απ’ τη θλίψη της μοναχικής του πορείας, μα καταφέρνει κιόλας να αντικρίσει την ομορφιά των πραγμάτων εκεί όπου οι άλλοι έχουν χάσει πια κάθε ελπίδα. Γίνεται, έτσι, εκείνος που λαμβάνει και υιοθετεί το μήνυμα της επερχόμενης άνοιξης/αναγέννησης και προσφέρει στα λουλούδια την αναγκαία γύρη, την πνευματική, ώστε να λάβουν για χάρη του μια νέα ανώτερη ύπαρξη.

Η εγκαταλελειμμένη φύση λαμβάνει ζωή από τον μοναχικό ποιητή, ο οποίος υμνεί και τραγουδά τους λόφους, και συνάμα προσφέρει στην ερημιά τον πόθο για ζωή, το δυναμισμό του φλεγόμενου αίματος· εκείνου που αντικρίζει τη δυναμική της αναδημιουργίας, ακόμη και σ’ εκείνα που οι άλλοι έχουν πια εγκαταλείψει.
Στην έρημη φύση ο ποιητής βρίσκει και βιώνει πληρέστερα το νόημα της δικής του αποστολής. Δεν πρόκειται ν’ αφήσει ακατάγγελτη την αδικία που βλέπει γύρω του.

Είπα: δε θα ‘ναι η μαχαιριά
* βαθύτερη από την κραυγή
Και είπα: δε θα ‘ναι το Άδικο
*
τιμιότερο απ’ το αίμα!

Ο ποιητής αποφασίζει πως δεν θα επιτρέψει στη μαχαιριά, δεν θα επιτρέψει στο εχθρικό χτύπημα να είναι βαθύτερο απ’ την ένταση της κραυγής που θα έρθει να φανερώσει αυτό που συνέβη. Δεν θα επιτρέψει στο Άδικο να γνωρίσει τιμές και αποδοχή εις βάρος του αίματος· εις βάρος των θυμάτων επί των οποίων εδραίωσε την κυριαρχία του.
Ο ποιητής δεν δέχεται να τιμώνται και να απολαμβάνουν οφέλη οι αδικητές, χωρίς κανείς να τολμά να φανερώνει την αλήθεια των πράξεών τους.

Το χέρι των σεισμών * το χέρι των λιμών
Το χέρι των εχτρών * το χέρι των δικών
Μου, εφρένιασαν εχάλασαν * ερήμαξαν αφάνισαν


Η εικόνα καταστροφής της χώρας δίνεται με σχήμα ασύνδετο προκειμένου να τονιστεί ο γοργός ρυθμός των γεγονότων που την έφεραν σ’ αυτό το σημείο. Το χέρι ως φορέας ενέργειας -εδώ φθοροποιού ενέργειας- λαμβάνει κυρίαρχη θέση και συνοδεύεται από τα αντίστοιχα ποιητικά αίτια: των σεισμών, των λιμών, των εχτρών, των δικών.

Οι σεισμοί -εκτεταμένες καταστροφές- και οι λιμοί -γενικευμένη έλλειψη τροφίμων- είναι έργο, όχι μόνο των εχθρών, μα και των δικών. Οι αίτιοι των δυστυχιών της χώρας δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο σε εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και στη δράση εκείνων των Ελλήνων που έθεσαν τα ατομικά τους συμφέροντα πάνω απ’ το κοινό καλό και τη συλλογική ωφέλεια.
Η αντωνυμία «μου» τίθεται στην αρχή του στίχου, λαμβάνοντας διττή ερμηνεία, καθώς μπορεί να διαβαστεί είτε ως συμπλήρωμα της προηγούμενης φράσης, άρα «των δικών μου», αποδίδοντας έτσι το καταστροφικό έργο σε οικείους ανθρώπους του ποιητή, είτε χωριστά, οπότε λαμβάνει την έννοια πως όσα καταστροφικά ακολούθησαν έγιναν εις βάρος του ποιητή· το ποιητικό υποκείμενο, δηλαδή, υποδέχεται ως προσωπικά πλήγματα, όσα δεινά συνέβησαν στη χώρα του.
Το χέρι της καταστροφής -το χέρι των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών της χώρας- επέφερε την οργή της απελπισίας, την καταστροφή, το ρήμαγμα κι εν τέλει τον αφανισμό στην πολύπαθη πατρίδα του ποιητή.

Μία και δύο * και τρεις φορές
Προδόθηκα κι απόμεινα * στον κάμπο μόνος
Πάρθηκα και πατήθηκα * σαν κάστρο μόνος
Το μήνυμα που σήκωνα * τ’ άντεξα μόνος!


Οι αλλεπάλληλες προδοσίες της χώρας, που γίνονται τόσο από εξωτερικούς εχθρούς όσο και από ομοεθνείς -ακόμη και οικείους του ποιητή-, επιτείνουν την αίσθηση ερημίας του.
Ο ποιητής απομένει μόνος του, έχοντας βιώσει τον πόνο των συνεχών αλώσεων της χώρας του· απομένει μόνος του, έχοντας γνωρίσει συνεχείς προδοσίες από ανθρώπους της ίδιας του της πατρίδας.
Μα αυτό δεν τον οδηγεί στην παραίτηση. Το μήνυμα που μεταφέρει, το μήνυμα της ποιητικής του αποστολής, το διατηρεί και το συνεχίζει μόνος του. Ο ποιητής δεν αφήνει την εγκατάλειψη και την προδοσία να κάμψουν την ηθική του δύναμη και την αφοσίωσή του στον πολύτιμο αγώνα του.
.............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Νίκος Καρούζος - Η προσευχή του σκουληκιού


Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο
που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.
Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει μ' έναν καρπό και μ' έναν τάφο.
Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.
Αλλ' όμως είμαι θέλημά σου
γέννημα στην απέραντη καρδιά σου...
Δεν έχω ερωτήματα
και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.
Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
"Δεν έχεις ερωτήματα;" - μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;
Ή με ρωτούν τα νέφη που σε ακολουθούν;
Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου
και τη διαπερνώ με την πίστη.
Αυτή 'ναι η αξία εμάς των σκουληκιών
που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο...
Το χώμα ειν' η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.
Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.
Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;
Αγάπη, πράξη και ουσία του θεού μου
σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.

Από τη συλλογή: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1961


Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Γ. Βερίτης - Ο Αναστάσιμος

Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές,
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.

Όλοι μαζί κι είν' η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση.
Δόξα, ωσαννά στον πλαστουργό
που'ρθε με λόγο και σταυρό
τον κόσμο ν' αναπλάσει.
Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ' έλιωσ' η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν κήποι εντός μου.
Πλάκες που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές,
σας έσπασε ο Χριστός μου!

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Διάλογος με την ποίηση του,
κάποια Μεγάλη Παρασκευή

«Κύριε, περισσεύουν τα πολλά σου αστέρια.
Γνοιάστηκες για πολλά λουλούδια
κ’ έφτιαξες τον ήλιο και το φεγγάρι.
Και μες στο νερό έβαλες, Κύριε, πολύ φως.
Δεν χρειάζονταν όλα.
Σκέφτηκες ίσως πως ο κόσμος σου,
δε θα φωτίζονταν απ’ αλλού και σκόρπισες
και ασώτεψες. Δεν υπολόγισες την αγάπη»
Ν. Βρεττάκου, «Από το Παράθυρο»
Δεν λογάριασε ο Θεός την αγάπη, δεν θέλησε να την μετρήσει ανάλογα με το πόση θα του ανταπέδιδε ο άνθρωπος. Δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, μας έδωσε με ξέχειλη διάθεση, πάντα περίσσευε από το προζύμι Του. Μόνο ένας πλανήτης με ζωή και πρόσωπα που μπορούν να φτάσουν σ’ Εκείνον. Με τον ήλιο και το φεγγάρι να φωτίζουν τις μέρες και τις νύχτες. Και λουλούδια και φως, ακόμη και μέσα στο νερό, ώστε να μην λείπει τίποτα της ζωής. Κι όλα σινιάλα της αγάπης για μας. Από πού αλλού άλλωστε να φωτιστεί ο κόσμος μας, πλην από Εκείνον; Κι εμείς; Η ανταπόδοσή μας στην αγάπη; Δώσαμε για βρώση τη χολή και για πόση το όξος. Ποτέ τόση απουσία αγάπης. Μετρήσαμε την αξία του Θεού σε ένα φτωχό ποσό, ικανό να σπρώξει τον εγωισμό μας, αλλά αταίριαστο ακόμη και υλικά στο σκόρπισμα της αγάπης Του. Κι Εκείνος; Άφες αυτοίς, πάτερ άγιε. Ου γαρ οίδασι τι εποίησαν. Δεν του στερήσαμε το ξεχείλισμα της αγάπης. Δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Μόνο που ενίοτε επιμένουμε ακόμη στη ζωή μας, αμετανόητα φτωχοί, να ποτίζουμε τόσο Εκείνον όσο και την εικόνα Του, τον πλησίον, με αργύρια, χολή και όξος, αδύναμοι να ζήσουμε το ψιχίον της αγάπης. Ξεκίνημα νέο μας χρειάζεται. Αγάπης φως. Άμετρο και ανοιχτό. Άμποτε.

💜💜💜💜
«Ήμουν το σύμβολο της χαράς
η διαμαρτυρία των φτωχών
ο συνοδός των παραπλανημένων.
Μα όλο και μ’ έδιωχναν απ’ το φως της ημέρας
οι άνθρωποι. Ο απέραντος χώρος
που κλείνει τα άστρα θα φρουρεί την σιωπή.
Θάρχεται η Άνοιξη...
Μα εγώ Πού πηγαίνω;»

Ν. Βρεττάκου, «Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου»

Ήρθε ο Θεός στον κόσμο για να δώσει αυτό που έλειπε στον άνθρωπο. Μα ο άνθρωπος ήθελε άλλα. Ήθελε να κρατήσει τον εαυτό του για Θεό. Και ζητούσε από Εκείνον απλώς να διορθώσει ό,τι ο άνθρωπος δεν μπορούσε από μόνος του, παραδομένος στα πάθη και το συμφέρον, να διορθώσει. Να δώσει ο Χριστός τη χαρά, να κάνει τους πλούσιους και τους ισχυρούς να ακούσουν τους φτωχούς, να βοηθήσει όλους εκείνους που ένιωθαν ότι δεν είχαν νόημα και σκοπό στη ζωή τους. Μα όλα αυτά τα ήθελαν οι άνθρωποι για το σήμερά τους, για το εδώ και τώρα τους. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν ότι η ιστορία τους δεν έχει νόημα χωρίς την άνοδο προς τα επάνω, χωρίς την σχέση με τον Χριστό η οποία δεν κρατά τον άνθρωπο στο σήμερα, αλλά τον οδηγεί στο αιώνιο, ότι δεν είναι η εγκόσμια ευτυχία ο σκοπός μας, αλλά η κατοικία στον Παράδεισο. Γι’ αυτό και Τον έδιωξαν από το φως της ημέρας. Γι’ αυτό και συνεχίζουν να Τον διώχνουν. Γιατί δεν έμαθαν να ακούνε και να υπακούνε. Δεν έμαθαν να κοπιάζουν, δηλαδή να αγαπούνε Αυτόν που τους καλεί να Τον συναντήσουν. Κι Εκείνος θα συνεχίσει να τους μιλά με την σιωπή του θανάτου Του επάνω στο Σταυρό. Θα συνεχίσει να τους δείχνει λίγο τόπο κάτω από το στήθος, όπου χωρά η Άνοιξη. Της καρδιάς και της Ανάστασης. Κι ας πηγαίνει στον Άδη. Δια του θανάτου η Ζωή. Δια της καρδιάς ο Παράδεισος. Δια της θυσίας το αιώνιο. Αλλιώτικη ποίηση η όντως Αγάπη. Μνήσθητι και ημών Σωτήρ.
💜💜💜💜
«Κύριε! Γείτονα! Άνοιξε γείτονα!
Αν τυχόν και παραπονέθηκα
σε παρακαλώ να με συγχωρήσεις!
Η ψυχή μου φουρτούνιαζε
και τότες δεν όριζα το χέρι μου, Κύριε!
Κι αν τυχόν και δεν κράτησα τον πόνο σου
όμορφα πάνω στον ώμο μου,
αν τρέκλισα κάτω απ’ το βάρος του,
αν λύγισα, αν έφυγα, γείτονα,
σε παρακαλώ να με συγχωρήσεις»
Ν. Βρεττάκου, « Παράκληση για συγγνώμη»

Μας φαίνεται δύσκολο να συγχωρέσουμε. Ίσως γιατί δεν μάθαμε να μας συγχωρούνε. Δεν το ζητήσαμε, δε νιώσαμε την ταπεινοσύνη να παρακαλέσουμε να σβηστούν τα σφάλματά μας. Μάθαμε ότι δεν έχουμε σφάλματα. Μάθαμε ότι δεν κάνουμε λάθη. Μάθαμε να έχουμε καλές προθέσεις. Μάθαμε να κρίνουμε τους άλλους με τις δικές μας σκέψεις. Και είναι δύσκολο η καρδιά μας να καταλάβει ότι έγινε «φρέαρ συντετριμμένον». Γιατί εκεί πέφτει ο εαυτός μας, βουλιάζει στην μοναξιά του και κανείς δεν μπορεί να ακούσει την φωνή της απόγνωσής μας. Θέλει γενναιότητα για να καταλάβουμε ότι δεν γινόμαστε Κυρηναίοι στο σταυρό των άλλων, γιατί δεν θέλουμε να τον δούμε. Θέλει γενναιότητα να παραδεχθούμε ότι δεν έχουμε τόση αγάπη ώστε να τους βοηθήσουμε να συντρίψουν τους αιώνιους μοχλούς. Και το εύκολο είναι να τους βάζουμε τα καρφιά. Ενίοτε χωρίς ντροπή. Μόνο όμως Εκείνος, ο Κύριός μας, ο γείτονάς μας, δηλαδή ο πλησίον μας Θεός, γνωρίζει να συγχωρεί. Και γιατί υπήρξε και υπάρχει άδολος. Αλλά και γιατί η αγάπη Του ουδέποτε εκπίπτει. Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν.

💜💜💜💜
«Μητέρα του Χριστού, Μαρία!
Πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα
δε μπορεί ο Θεός να καταλάβει.
Χίλιες φορές απόψε εκλήθη, μα δεν ακούει!
Κάπου κοιμήθη κι αυτός στα βάθη παγωμένος...
Ρόδα κανείς να τον στολίσεις
μύρα κανείς να τον ραντίσεις
μήπως σου ζήτησε, Μαρία;
Πάρ’ την ψυχούλα μας γυμνή
προς τη γαλάζια σου σκηνή
από τη νύχτα αυτή την κρύα»
Ν. Βρεττάκου, «De profundis clamavit»

Ο πόνος του θανάτου. Η παγωνιά του θανάτου. Η μοναξιά του θανάτου. Πώς να νιώσει ο νεκρός τον πόνο αυτών που άφησε πίσω; Η ψυχή του βαδίζει προς τον Άδη των κεκοιμημένων. Μα έχει οικείους, έχει μάνα, έχει ανθρώπους που Τον αγαπούνε και δεν θέλουν να Τον αφήσουν να πορευθεί το ταξίδι. Ρόδα και μύρα είναι τα δώρα τους και δάκρυα. Γιατί; Από Αγάπη και μόνο από Αγάπη. Γιατί αν δεν γευόταν τον θάνατο, δεν θα ήταν όμοιος με μας κατά πάντα. Γιατί αν οι δικοί Του και ιδίως η Μάνα Του δεν ζούσαν τον πόνο του χωρισμού, δεν ζούσαν το ξόδι Του τότε δεν θα μπορούσε να μας καταλάβει. Θα ήταν μια σωτηρία η Ανάσταση δωρεά από Κάποιον που δεν πέρασε το καμίνι της ζωής μας, δεν γεύτηκε στο κορμί Του όλα τα ανθρώπινα, ίσαμε τον θάνατο. Και ο Θεός δεν είναι ο αφ’ υψηλού. Είναι η ταπεινοσύνη Του το σημείο της αγάπης Του. Και γι’ αυτό, ακόμη κι αν η Μάνα πονά, έχει κοντά της τις ψυχές μας. Στη γαλάζια σκηνή της παρθενίας της, στη γαλάζια σκηνή της μητρότητας. Και θα της κάμει δώρο την Ανάσταση. Την δική Του και την δική μας, γιατί εκτός από δική Του μάνα είναι και δική μας. Και πονά και πάντοτε θα πονά για όλους μας. Ρόδα, μύρα και δάκρυα. Ας τα προσφέρουμε στον Υιό της Παρθένου, μαζί με την απόφασή μας να μην Τον εγκαταλείψουμε, αλλά να μείνουμε κοντά στον Ίδιο και την Μητέρα Του. Για να ξαναβρούμε με τη σειρά μας το σβησμένο κάλλος της κατά Θεόν μορφής μας.
💜💜💜💜
«Ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα.
Θεία Μετάληψη έχω κάμει στις φτυσιές σας,
και ψαλμούς θείους έχω κάμει τις βρισιές σας...
Ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα.
Θείες αχτίδες έχω κάμει τις βιτσιές σας,
κι όπου περνώ βαθιά φωτίζεται το χώμα...
ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα
μες στη διαφάνειά μου να πνίχτε τις σκιές σας.
Κι όπου περνώ, βαθιά φωτίζεται το χώμα.
Δεν είμαι αχτίδα εγώ απ’ τ’ άστρα αυτού του κόσμου.
Τ’ άστρα του κόσμου αυτού είν’ αχτίδες απ’ το φως μου.
Κι όπου περνώ βαθιά φωτίζεται το χώμα...
Δεν παίρνω μύρο από τα κρίνα. Απ’ τον ανθό μου
την ευωδιά τα κρίνα παίρνουν και το χρώμα.
Κι όπου περνώ, βαθιά φωτίζεται το χώμα,
στο σκοτεινό δρόμο διαβαίνοντας του κόσμου...»
Ν. Βρεττάκου, «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων»

Λάθεψαν όλοι όσοι θέλησαν να ταπεινώσουν το Θεό. Λαθεύουν και θα συνεχίσουν να λαθεύουν όσοι θέλουν και θα θελήσουν και πάλι να τον ταπεινώνουν, να τον ειρωνεύονται, να τον απορρίπτουν. Γιατί Εκείνος δεν θα αντιδράσει όπως πιστεύουν ότι θα ταίριαζε σε έναν Παντοδύναμο Εξουσιαστή. Δεν είναι η Βασιλεία Του εκ του κόσμου τούτου. Δεν έχει υπηρέτες ο Θεός. Η Βασιλεία Του είναι της αγάπης, της αιωνιότητας, της συγχωρητικότητας. Η Βασιλεία Του είναι της αλήθειας, της ανάστασης, της ζωής. Η Βασιλεία Του δεν συντρίβει ως σκεύη κεραμέως όλους εκείνους που νομίζουν ότι Τον έχουν νικήσει. Γιατί περιμένει την μετάνοια. Περιμένει την ταπεινοσύνη. Περιμένει την επισυναγωγή των παιδιών της όπως επισυνάγει η όρνις τα νοσσία εαυτής. Και με παράπονο λέει το «ουκ ηθελήσατε». Ακόμη κι έτσι όμως δεν θα πάψει να φωτίζει, να κάνει να ευωδιάζουν οι αισθήσεις, το πρόσωπο, η καρδιά. Όλων όσων ξέρουν πού μπορούν να βρούνε αυτή τη Βασιλεία. Στην Εκκλησία και στον πλησίον.

Μεγάλη Παρασκευή (Σχόλια πάνω στους ύμνους « Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια», «Δια ξύλου ο Αδάμ», «Δύο και πονηρά», «Επί ξύλου βλέπουσα», «Εξέδυσάν με»)
Κέρκυρα, 13 Απριλίου 2012

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Νίκος Γκάτσος — 5. «Μεγάλη Πέμπτη»

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο

στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
Κρέμεται σήμερα σε ξύλο
-ίλεως Κύριε γενού!

Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου 
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Διά ξύλου τα τέκνα του Αδάμ 
Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.

Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήση τη αληθεία.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.

Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου.