Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Γ. Βερίτης - Ο Αναστάσιμος

Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές,
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.

Όλοι μαζί κι είν' η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση.
Δόξα, ωσαννά στον πλαστουργό
που'ρθε με λόγο και σταυρό
τον κόσμο ν' αναπλάσει.
Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ' έλιωσ' η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν κήποι εντός μου.
Πλάκες που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές,
σας έσπασε ο Χριστός μου!

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Διάλογος με την ποίηση του,
κάποια Μεγάλη Παρασκευή

«Κύριε, περισσεύουν τα πολλά σου αστέρια.
Γνοιάστηκες για πολλά λουλούδια
κ’ έφτιαξες τον ήλιο και το φεγγάρι.
Και μες στο νερό έβαλες, Κύριε, πολύ φως.
Δεν χρειάζονταν όλα.
Σκέφτηκες ίσως πως ο κόσμος σου,
δε θα φωτίζονταν απ’ αλλού και σκόρπισες
και ασώτεψες. Δεν υπολόγισες την αγάπη»
Ν. Βρεττάκου, «Από το Παράθυρο»
Δεν λογάριασε ο Θεός την αγάπη, δεν θέλησε να την μετρήσει ανάλογα με το πόση θα του ανταπέδιδε ο άνθρωπος. Δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, μας έδωσε με ξέχειλη διάθεση, πάντα περίσσευε από το προζύμι Του. Μόνο ένας πλανήτης με ζωή και πρόσωπα που μπορούν να φτάσουν σ’ Εκείνον. Με τον ήλιο και το φεγγάρι να φωτίζουν τις μέρες και τις νύχτες. Και λουλούδια και φως, ακόμη και μέσα στο νερό, ώστε να μην λείπει τίποτα της ζωής. Κι όλα σινιάλα της αγάπης για μας. Από πού αλλού άλλωστε να φωτιστεί ο κόσμος μας, πλην από Εκείνον; Κι εμείς; Η ανταπόδοσή μας στην αγάπη; Δώσαμε για βρώση τη χολή και για πόση το όξος. Ποτέ τόση απουσία αγάπης. Μετρήσαμε την αξία του Θεού σε ένα φτωχό ποσό, ικανό να σπρώξει τον εγωισμό μας, αλλά αταίριαστο ακόμη και υλικά στο σκόρπισμα της αγάπης Του. Κι Εκείνος; Άφες αυτοίς, πάτερ άγιε. Ου γαρ οίδασι τι εποίησαν. Δεν του στερήσαμε το ξεχείλισμα της αγάπης. Δεν θα μπορούσαμε άλλωστε. Μόνο που ενίοτε επιμένουμε ακόμη στη ζωή μας, αμετανόητα φτωχοί, να ποτίζουμε τόσο Εκείνον όσο και την εικόνα Του, τον πλησίον, με αργύρια, χολή και όξος, αδύναμοι να ζήσουμε το ψιχίον της αγάπης. Ξεκίνημα νέο μας χρειάζεται. Αγάπης φως. Άμετρο και ανοιχτό. Άμποτε.

💜💜💜💜
«Ήμουν το σύμβολο της χαράς
η διαμαρτυρία των φτωχών
ο συνοδός των παραπλανημένων.
Μα όλο και μ’ έδιωχναν απ’ το φως της ημέρας
οι άνθρωποι. Ο απέραντος χώρος
που κλείνει τα άστρα θα φρουρεί την σιωπή.
Θάρχεται η Άνοιξη...
Μα εγώ Πού πηγαίνω;»

Ν. Βρεττάκου, «Το λυπημένο τραγούδι της νιότης μου»

Ήρθε ο Θεός στον κόσμο για να δώσει αυτό που έλειπε στον άνθρωπο. Μα ο άνθρωπος ήθελε άλλα. Ήθελε να κρατήσει τον εαυτό του για Θεό. Και ζητούσε από Εκείνον απλώς να διορθώσει ό,τι ο άνθρωπος δεν μπορούσε από μόνος του, παραδομένος στα πάθη και το συμφέρον, να διορθώσει. Να δώσει ο Χριστός τη χαρά, να κάνει τους πλούσιους και τους ισχυρούς να ακούσουν τους φτωχούς, να βοηθήσει όλους εκείνους που ένιωθαν ότι δεν είχαν νόημα και σκοπό στη ζωή τους. Μα όλα αυτά τα ήθελαν οι άνθρωποι για το σήμερά τους, για το εδώ και τώρα τους. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν ότι η ιστορία τους δεν έχει νόημα χωρίς την άνοδο προς τα επάνω, χωρίς την σχέση με τον Χριστό η οποία δεν κρατά τον άνθρωπο στο σήμερα, αλλά τον οδηγεί στο αιώνιο, ότι δεν είναι η εγκόσμια ευτυχία ο σκοπός μας, αλλά η κατοικία στον Παράδεισο. Γι’ αυτό και Τον έδιωξαν από το φως της ημέρας. Γι’ αυτό και συνεχίζουν να Τον διώχνουν. Γιατί δεν έμαθαν να ακούνε και να υπακούνε. Δεν έμαθαν να κοπιάζουν, δηλαδή να αγαπούνε Αυτόν που τους καλεί να Τον συναντήσουν. Κι Εκείνος θα συνεχίσει να τους μιλά με την σιωπή του θανάτου Του επάνω στο Σταυρό. Θα συνεχίσει να τους δείχνει λίγο τόπο κάτω από το στήθος, όπου χωρά η Άνοιξη. Της καρδιάς και της Ανάστασης. Κι ας πηγαίνει στον Άδη. Δια του θανάτου η Ζωή. Δια της καρδιάς ο Παράδεισος. Δια της θυσίας το αιώνιο. Αλλιώτικη ποίηση η όντως Αγάπη. Μνήσθητι και ημών Σωτήρ.
💜💜💜💜
«Κύριε! Γείτονα! Άνοιξε γείτονα!
Αν τυχόν και παραπονέθηκα
σε παρακαλώ να με συγχωρήσεις!
Η ψυχή μου φουρτούνιαζε
και τότες δεν όριζα το χέρι μου, Κύριε!
Κι αν τυχόν και δεν κράτησα τον πόνο σου
όμορφα πάνω στον ώμο μου,
αν τρέκλισα κάτω απ’ το βάρος του,
αν λύγισα, αν έφυγα, γείτονα,
σε παρακαλώ να με συγχωρήσεις»
Ν. Βρεττάκου, « Παράκληση για συγγνώμη»

Μας φαίνεται δύσκολο να συγχωρέσουμε. Ίσως γιατί δεν μάθαμε να μας συγχωρούνε. Δεν το ζητήσαμε, δε νιώσαμε την ταπεινοσύνη να παρακαλέσουμε να σβηστούν τα σφάλματά μας. Μάθαμε ότι δεν έχουμε σφάλματα. Μάθαμε ότι δεν κάνουμε λάθη. Μάθαμε να έχουμε καλές προθέσεις. Μάθαμε να κρίνουμε τους άλλους με τις δικές μας σκέψεις. Και είναι δύσκολο η καρδιά μας να καταλάβει ότι έγινε «φρέαρ συντετριμμένον». Γιατί εκεί πέφτει ο εαυτός μας, βουλιάζει στην μοναξιά του και κανείς δεν μπορεί να ακούσει την φωνή της απόγνωσής μας. Θέλει γενναιότητα για να καταλάβουμε ότι δεν γινόμαστε Κυρηναίοι στο σταυρό των άλλων, γιατί δεν θέλουμε να τον δούμε. Θέλει γενναιότητα να παραδεχθούμε ότι δεν έχουμε τόση αγάπη ώστε να τους βοηθήσουμε να συντρίψουν τους αιώνιους μοχλούς. Και το εύκολο είναι να τους βάζουμε τα καρφιά. Ενίοτε χωρίς ντροπή. Μόνο όμως Εκείνος, ο Κύριός μας, ο γείτονάς μας, δηλαδή ο πλησίον μας Θεός, γνωρίζει να συγχωρεί. Και γιατί υπήρξε και υπάρχει άδολος. Αλλά και γιατί η αγάπη Του ουδέποτε εκπίπτει. Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν.

💜💜💜💜
«Μητέρα του Χριστού, Μαρία!
Πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα
δε μπορεί ο Θεός να καταλάβει.
Χίλιες φορές απόψε εκλήθη, μα δεν ακούει!
Κάπου κοιμήθη κι αυτός στα βάθη παγωμένος...
Ρόδα κανείς να τον στολίσεις
μύρα κανείς να τον ραντίσεις
μήπως σου ζήτησε, Μαρία;
Πάρ’ την ψυχούλα μας γυμνή
προς τη γαλάζια σου σκηνή
από τη νύχτα αυτή την κρύα»
Ν. Βρεττάκου, «De profundis clamavit»

Ο πόνος του θανάτου. Η παγωνιά του θανάτου. Η μοναξιά του θανάτου. Πώς να νιώσει ο νεκρός τον πόνο αυτών που άφησε πίσω; Η ψυχή του βαδίζει προς τον Άδη των κεκοιμημένων. Μα έχει οικείους, έχει μάνα, έχει ανθρώπους που Τον αγαπούνε και δεν θέλουν να Τον αφήσουν να πορευθεί το ταξίδι. Ρόδα και μύρα είναι τα δώρα τους και δάκρυα. Γιατί; Από Αγάπη και μόνο από Αγάπη. Γιατί αν δεν γευόταν τον θάνατο, δεν θα ήταν όμοιος με μας κατά πάντα. Γιατί αν οι δικοί Του και ιδίως η Μάνα Του δεν ζούσαν τον πόνο του χωρισμού, δεν ζούσαν το ξόδι Του τότε δεν θα μπορούσε να μας καταλάβει. Θα ήταν μια σωτηρία η Ανάσταση δωρεά από Κάποιον που δεν πέρασε το καμίνι της ζωής μας, δεν γεύτηκε στο κορμί Του όλα τα ανθρώπινα, ίσαμε τον θάνατο. Και ο Θεός δεν είναι ο αφ’ υψηλού. Είναι η ταπεινοσύνη Του το σημείο της αγάπης Του. Και γι’ αυτό, ακόμη κι αν η Μάνα πονά, έχει κοντά της τις ψυχές μας. Στη γαλάζια σκηνή της παρθενίας της, στη γαλάζια σκηνή της μητρότητας. Και θα της κάμει δώρο την Ανάσταση. Την δική Του και την δική μας, γιατί εκτός από δική Του μάνα είναι και δική μας. Και πονά και πάντοτε θα πονά για όλους μας. Ρόδα, μύρα και δάκρυα. Ας τα προσφέρουμε στον Υιό της Παρθένου, μαζί με την απόφασή μας να μην Τον εγκαταλείψουμε, αλλά να μείνουμε κοντά στον Ίδιο και την Μητέρα Του. Για να ξαναβρούμε με τη σειρά μας το σβησμένο κάλλος της κατά Θεόν μορφής μας.
💜💜💜💜
«Ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα.
Θεία Μετάληψη έχω κάμει στις φτυσιές σας,
και ψαλμούς θείους έχω κάμει τις βρισιές σας...
Ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα.
Θείες αχτίδες έχω κάμει τις βιτσιές σας,
κι όπου περνώ βαθιά φωτίζεται το χώμα...
ξαναγυρίστε όσοι με φτύσατε στο στόμα
μες στη διαφάνειά μου να πνίχτε τις σκιές σας.
Κι όπου περνώ, βαθιά φωτίζεται το χώμα.
Δεν είμαι αχτίδα εγώ απ’ τ’ άστρα αυτού του κόσμου.
Τ’ άστρα του κόσμου αυτού είν’ αχτίδες απ’ το φως μου.
Κι όπου περνώ βαθιά φωτίζεται το χώμα...
Δεν παίρνω μύρο από τα κρίνα. Απ’ τον ανθό μου
την ευωδιά τα κρίνα παίρνουν και το χρώμα.
Κι όπου περνώ, βαθιά φωτίζεται το χώμα,
στο σκοτεινό δρόμο διαβαίνοντας του κόσμου...»
Ν. Βρεττάκου, «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων»

Λάθεψαν όλοι όσοι θέλησαν να ταπεινώσουν το Θεό. Λαθεύουν και θα συνεχίσουν να λαθεύουν όσοι θέλουν και θα θελήσουν και πάλι να τον ταπεινώνουν, να τον ειρωνεύονται, να τον απορρίπτουν. Γιατί Εκείνος δεν θα αντιδράσει όπως πιστεύουν ότι θα ταίριαζε σε έναν Παντοδύναμο Εξουσιαστή. Δεν είναι η Βασιλεία Του εκ του κόσμου τούτου. Δεν έχει υπηρέτες ο Θεός. Η Βασιλεία Του είναι της αγάπης, της αιωνιότητας, της συγχωρητικότητας. Η Βασιλεία Του είναι της αλήθειας, της ανάστασης, της ζωής. Η Βασιλεία Του δεν συντρίβει ως σκεύη κεραμέως όλους εκείνους που νομίζουν ότι Τον έχουν νικήσει. Γιατί περιμένει την μετάνοια. Περιμένει την ταπεινοσύνη. Περιμένει την επισυναγωγή των παιδιών της όπως επισυνάγει η όρνις τα νοσσία εαυτής. Και με παράπονο λέει το «ουκ ηθελήσατε». Ακόμη κι έτσι όμως δεν θα πάψει να φωτίζει, να κάνει να ευωδιάζουν οι αισθήσεις, το πρόσωπο, η καρδιά. Όλων όσων ξέρουν πού μπορούν να βρούνε αυτή τη Βασιλεία. Στην Εκκλησία και στον πλησίον.

Μεγάλη Παρασκευή (Σχόλια πάνω στους ύμνους « Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια», «Δια ξύλου ο Αδάμ», «Δύο και πονηρά», «Επί ξύλου βλέπουσα», «Εξέδυσάν με»)
Κέρκυρα, 13 Απριλίου 2012

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Νίκος Γκάτσος — 5. «Μεγάλη Πέμπτη»

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο

στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
Κρέμεται σήμερα σε ξύλο
-ίλεως Κύριε γενού!

Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου 
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!

Διά ξύλου τα τέκνα του Αδάμ 
Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.

Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήση τη αληθεία.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.

Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κασσιανή η Υμνογράφος - «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου: 
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
Μεταγραφή του Κωστή Παλαμά
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Γ. Βερίτης - Ο Γυρισμός

Κι είπε ο Χριστός στο πλάσμα του:
«Τι θες, παιδί τ’ ανθρώπου;
Φως και χαρά; Γλυκούς καρπούς ευλογημένου κόπου;
Έλα κοντά μου.
Τι ποθείς; Ψυχής γλυκιά γαλήνη;
Δύναμη θες; Ανάπαυση; Παρηγοριά; Να γίνει
παραδεισένια σου η ζωή, χερουβική υμνωδία;
Έλα κοντά μου.
Το φτερό ξολοθρευτή θανάτου, το σκοτεινό, το μαύρο,
δε θα σ’ αγγίξει της ζωής τη θεϊκή αρμονία,
στου ματωμένου μου Σταυρού τον ίσκιο αποκάτου».

Κι είπεν αυτός: «Όσα ποθώ μακριά από σε θα τάβρω».
Και τράβηξε κάποιο στρατί και κάποιο μονοπάτι,
που διάλεξε μεσ’ στης τρελής χαράς του το μεθύσι,
και του φαινόταν πως εκεί λουλούδιαζαν και οι βάτοι
και πως για αυτόν ανοίχτη πια της ευτυχίας η βρύση.

Για ιδές ανθοί που στρώσανε την γη στο πέρασμά του.
Για ιδές! και το στραβό στρατί που διάλεξε γιορτάζει,
θαρρείς, κι αυτό με λούλουδα χαράς την λευτεριά του.
Κι αυτός χορεύει και σκιρτά και τραγουδά και κράζει:

«Όλα καλά κι όλα γλυκά κι όλα όμορφα δω πέρα».
Κι αμέριμνα κι αφρόντιστα και δίχως συλλογή
γυρίζει ολούθε ξέγνοιαστα σ’ αυτή την ξένη γη.

… Μα μέρα με την μέρα
γιατί μαραίνονται οι ανθοί και πέφτουν τα λουλούδια;
Γιατί λιγόστεψε η χαρά και παύουν τα τραγούδια;

Γιατί στο μονοπάτι δε βλέπει πια να ανθοβολούν,
καθώς περνά, κι οι βάτοι;
Πως έπαψε έτσι ξαφνικά να λουλουδίζ’ η γη του
και τα αγριοβόρια μάραναν τα στερνολούλουδά της;
Μέσα στα στήθια του γιατί θρηνολογά η ψυχή του,
κι είναι πικρό, σπαραχτικό, το θρηνολόγημά της;
Μαύρο σκοτάδι πλάκωσε και τούφραξε το δρόμο.
Μέσα του, ολόγυρά του,
όλα γεμάτα απελπισία και παγωνιά θανάτου,
κι όλα γεμάτα τρόμο.
Κι αυτός ορμά ξανά μπροστά και τρέχει στα σκοτάδια.
Γυρίζει εδώ, γυρίζει εκεί κάμπους, βουνά, λαγκάδια,
χτυπιέται και ματώνεται
και πέφτει και σηκώνεται
και δος του τρέχει πάλι.
Θολή η ψυχή, θολός ο νους…. αχ ! που θε να τον βγάλει
τούτος ο δρόμος ο τραχύς;

Μέσ’ στο φριχτό σκοτάδι
ανατριχιάζει νιώθοντας κρύο θανάτου χάδι.
Μα μέσα στο στροβίλισμα και στην ανεμοζάλη,
σα μακρινός αντίλαλος απ’ της ψυχής τα βάθη
αναδευτήκαν του Χριστού κείνα τα λόγια πάλι,
αρμονικά, γλυκά, απαλά. Και τάκουσε και εστάθει.
Κι είπε: «στον ίσκιο του Σταυρού δεν κάθισα ποτέ.
Να δοκιμάσω τώρα;
Μην τύχη κι είν’ αληθινά τα λόγια σου, ω Χριστέ;
Μην είν’ τα λόγια που οδηγούν στην μαγεμένη χώρα,
στη χώρα εκείνη που αντηχούν τα αγγελικά ωσαννά;»
και ξαναγύρισε δειλά….

Κι έλεγε μέσα του: «άραγε θα με δεχτεί ξανά:…»
Μα ως έφτασε και στύλωσε προς το Σταυρό το βλέμμα,
Τον βλέπει - απίστευτη χαρά – να του χαμογελά,
και με ανοιχτά τα χέρια, χέρια σκαμμένα από καρφιά,
χέρια που στάζαν αίμα,
και με στοργή που θαύμαζαν τα αγγελοπεριστέρια,
τον προσκαλούσε στην θερμή και στοργική του αγκάλη
και του ξανάλεγε γλύκα:

«Έλα κοντά μου, πάλι.
Μείνε κοντά μου. Μια φορά παιδί παρακοής
και γιός της πλάνης ήσουν
σαν γύριζες στις αγκαθιές τριβολιασμένης γης.
Τώρα, στολή βασιλική οι άγγελοι θα σε ντύσουν,
κι αγαπημένο μου παιδί θα γίνεις,
γιος της ειρήνης».

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Γιώργος Σκούρτης - Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Βενετούλιας Λουκάς, Οι Ανώτατοι 1970

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές
την πρώτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
αδέρφια πήραν οι οχτροί
κι εμείς κοιτούσαμε τις κοπελιές
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
φωτιά μας ρίξαν οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε στα σκοτεινά
την τρίτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί
κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοιράσαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
κρατούσαν δίκιο οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια
σαν κάθε μέρα