Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Mark Heng
an old abandoned house at the top of the field which is covered from roof to floor with ivy
ΠΕΜΠΤΗ, 9
Θα 'ναι κάποιο από κείνα τα σπίτια στον κισσό τα κλειστά κι
ακατοίκητα που 'λυσε το λουρί από τ' αποτρόπαια γεγονότα μέσα του Και
νιώθεις τώρα ν' αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιάσματα κείνες τις πρώτες
δαγκωνιές από την εποχή του Αδάμ τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε
ακόμη ν' αγαπάει και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του κάποια
νύχτα ευπαθή του Απρίλη. Αυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν πάνε
πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι πέφτουν στη σιωπή οι καμπάνες και τ’ αδιάβατα δρομάκια φανερώνονται
Όταν βγαίνει το φεγγάρι θάλασσα τη γη σκεπάζει κι η καρδιά νησάκι νιώθει μες στο άπειρο
Με το ολόγιομο φεγγάρι δεν διψάς για πορτοκάλια θέλεις παγωμένα φρούτα καταπράσινα
Όταν βγαίνει το φεγγάρι κλαίνε με λυγμούς στις τσέπες πρόσωπα εκατό και ίδια τ’ ασημόφραγκα
Λευτέρης Παπαδόπουλος
La Luna Asoma
Cuando sale la luna se pierden las campanas y aparecen las sendas impenetrables. Cuando sale la luna, el mar cubre la tierra y el corazón se siente isla en el infinito. Nadie come naranjas bajo la luna llena. Es preciso comer fruta verde y helada. Cuando sale la luna de cien rostros iguales, la moneda de plata solloza en el bolsillo.
Φύγε! Ἐσὲ σοῦ πρέπει στέρεα γῆ. Ἦρθες νὰ μὲ δεῖς κι ὅμως δὲ μ᾿ εἶδες ἔχω ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα πνιγεῖ
χίλια μίλια πέρ᾿ ἀπ᾿ τὶς Ἐβρίδες.
Καθώς ο ναύτης οδηγεί το πλοίο του μέσα στην ομίχλη, παρουσιάζεται
μπροστά του μια οπτασία, με την οποία αρχίζει έναν νοερό διάλογο.
Στη συνεχεία περιγράφει την κοπέλα και τη ζωή μέσα στο πλοίο.
Το Πούσι, δε μας διηγείται συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά στιγμιότυπα
από τη ζωή του στα καράβια, ταυτόχρονα με τις προσωπικές του σκέψεις, οι
οποίες συμβολίζονται από τα ναυτικά ιδιώματα.
Με την προσεκτική επιλογή των λέξεων, μας υποβάλλει την ψυχική του
διάθεση.
Οι σκηνές που περιγράφει στο ΠΟΥΣΙ είναι σκοτεινές, νοσταλγικές,
μονότονες, όπως και τα συναισθήματά του.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων, συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν. Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙ και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί; Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα: καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών∙ η μοίρα μου που κυματίζει ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα και μιαν άλλη Σαλαμίνα μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι. Το φεγγάρι βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙ σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει. Που είν’ η αλήθεια; Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙ το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Αηδόνι ποιητάρη, σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο, κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη! Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο. Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε: «Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε. «Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό το ανάστημα ίσκιοι και χαμόγελα παντού στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙ ζωντανό δέρμα, και τα μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα, ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα. Και στην Τροία; Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο. Έτσι το θέλαν οι θεοί. Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο∙ κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα. Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙ τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι. Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη. Κι ο αδερφός μου; Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι, τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Δακρυσμένο πουλί, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα, άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι, αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι, αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν τον παλιό δόλο των θεών∙ αν είναι αλήθεια πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια, ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια, δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε πως τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Ανάλυση
Το ποίημα Ελένη που ακολουθεί ανήκει στη συλλογή «Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν...» (1955), γράφτηκε όμως, κατά δήλωση του ποιητή, το 1953, όταν ο Σεφέρης ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κύπρο. Ξαναπήγε το 1954 και το 1955. Το 1955 θ’ αρχίσει ο Κυπριακός αγώνας κατά της αγγλικής κατοχής. Ο Σεφέρης από τις θέσεις του στο διπλωματικό σώμα θα παρακολουθήσει από πολύ κοντά τις φάσεις του κυπριακού δράματος.
Για να κατανοήσουμε το ποίημα, πρέπει να έχουμε υπόψη μας πρώτα πρώτα δύο αρχαίους μύθους, που αποτελούν τον πυρήνα του:
α) Ο μύθος του Τεύκρου: Ο Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και αδελφός του Αίαντα, έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, όπου διακρίθηκε ως τοξότης. Όταν επέστρεψε στη Σαλαμίνα, ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε, γιατί έκρινε ότι δε συμπαραστάθηκε αρκετά στον αδελφό του Αίαντα, που αυτοκτόνησε, επειδή οι Αχαιοί δεν έδωσαν σ’ αυτόν ως αριστείο τα όπλα του Αχιλλέα. Ο Τεύκρος τότε, υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα, έφυγε στην Κύπρο, όπου και ίδρυσε πόλη και της έδωσε το όνομα Σαλαμίνα (κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο) ως ανάμνηση της πατρίδας του. β) Ο μύθος της Ελένης: Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτού του μύθου η Αφροδίτη δεν έδωσε στον Πάρη την πραγματική Ελένη, αλλά ένα ομοίωμά της. Την Ελένη τη μετέφερε ο Ερμής, με εντολή της Ήρας, στην Αίγυπτο, στο παλάτι του βασιλιά Πρωτέα, όπου τη συνάντησε ο Μενέλαος επιστρέφοντας από την Τροία. Την εκδοχή αυτή του μύθου διαπραγματεύεται ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ελένη. Στην τραγωδία συναντάει την Ελένη στην Αίγυπτο και ο Τεύκρος, που περνάει από κει ταξιδεύοντας για την Κύπρο.
Teucer: . . . in sea-girt Cyprus, where it was decreed
by Apollow that I should live, giving the city the name of Salamis in memory of my island home. . . . . . . . . . . Helen: I never went to Troy; it was a phantom. . . . . . . . . . . Servant: What? You mean it was only for a cloud that we struggled so much?
Euripides, Helen
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Shy nightingale, in the breathing of the leaves, you who bestow the forest's musical coolness on the sundered bodies, on the souls of those who know they will not return. Blind voice, you who grope in the darkness of memory for footsteps and gestures — I wouldn't dare say kisses — and the bitter raving of the frenzied slave-woman.
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Platres: where is Platres? And this island: who knows it? I've lived my life hearing names I've never heard before: new countries, new idiocies of men or of the gods; my fate, which wavers between the last sword of some Ajax and another Salamis, brought me here, to this shore. The moon rose from the sea like Aphrodite, covered the Archer's stars, now moves to find the heart of Scorpio, and alters everything. Truth, where's the truth? I too was an archer in the war; my fate: that of a man who missed his target.
Lyric nightingale, on a night like this, by the shore of Proteus, the Spartan slave-girls heard you and began their lament, and among them — who would have believed it? — Helen! She whom we hunted so many years by the banks of the Scamander. She was there, at the desert's lip; I touched her; she spoke to me: ‘It isn't true, it isn't true,' she cried. ‘I didn't board the blue bowed ship. I never went to valiant Troy.'
Breasts girded high, the sun in her hair, and that stature shadows and smiles everywhere, on shoulders, thighs and knees; the skin alive, and her eyes with the large eyelids, she was there, on the banks of a Delta. And at Troy? At Troy, nothing: just a phantom image. That's how the gods wanted it. And Paris, Paris lay with a shadow as though it were a solid being; and for ten whole years we slaughtered ourselves for Helen.
Great suffering had desolated Greece. So many bodies thrown into the jaws of the sea, the jaws of the earth so many souls fed to the millstones like grain. And the rivers swelling, blood in their silt, all for a linen undulation, a filmy cloud, a butterfly's flicker, a wisp of swan's down, an empty tunic — all for a Helen. And my brother? Nightingale nightingale nightingale, what is a god? What is not a god? And what is there in between them?
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Tearful bird, on sea-kissed Cyprus consecrated to remind me of my country, I moored alone with this fable, if it's true that it is a fable, if it's true that mortals will not again take up the old deceit of the gods; if it's true that in future years some other Teucer, or some Ajax or Priam or Hecuba, or someone unknown and nameless who nevertheless saw a Scamander overflow with corpses, isn't fated to hear messengers coming to tell him that so much suffering, so much life, went into the abyss all for an empty tunic, all for a Helen. Giorgos Seferis