Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Αγαπημένε μου, γίνε για μένα Σαν τις φλόγες που χορεύουν με τον Έρωτα Πυρά μες στην πυρά… Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα. Το κερί μου λιώνει με καημό Κλαίει κέρινα δάκρυα. Το φυτίλι καίγεται- Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα. Εμείς που βαδίσαμε το μονοπάτι του Έρωτα Δεν κλίνουμε μάτι όλη νύχτα. Στην ταβέρνα των μεθυσμένων Ο τυμπανιστής χτυπάει το τύμπανο- Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα. Στη μαυρίλα της νύχτας Οι εραστές ξαγρυπνούν Μην τους μιλάτε για ύπνο Το μόνο που θέλουν Είναι να βρίσκονται μαζί μας- Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα. Η Ένωση είναι ένας μανιασμένος ποταμός Που χύνεται κατ’ ευθείαν στη θάλασσα Απόψε η Σελήνη δίνει φιλιά στα αστέρια… Ό,τι αγγίζω ό,τι βλέπω Γίνεται φωτιά της αγάπης- Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα. ………………………………………………………….. Χτύπησα την πόρτα Εκείνου που αγκαλιάζει την αγάπη. Άνοιξε, με είδε να στέκω εκεί Κι άρχισε να γελάει. Με τράβηξε μέσα.- Έλιωσα όπως η ζάχαρη, στην αγκαλιά εκείνου του Εραστή Εκείνου του Μάγου του Κόσμου.
ΠΟΙΗΤΗΣ Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν· και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν· και των Αρμάτω οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη· αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν σ’ μιά Κόρη κ’ έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα ομάδι σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. […] Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι, και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη. Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη πως για να το ’χου θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη. Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα, οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα. Xαριτωμένο θηλυκό τως το ’καμεν η Φύση, και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση. Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη, ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη. […]
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα ’χε γερόντου γνώση, οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση. Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα, ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τα ’στρη εγεννήσαν, μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.
( Ερωτόκριτος, επιμ. Στ. Αλεξίου, Ερμής 1990)
Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία που συντέθηκε
από τον Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα.
Ηράκλειο, Πλατεία Κορνάρου: Ο έφιππος Ερωτόκριτος αποχαιρετά την αγαπημένη του Αρετούσα.
Ανάλυση
Ο ποιητής δηλώνει πως θα αφηγηθεί τα περιστατικά που σχετίζονται με την
«αμάλαγη φιλιά», την αγνή φιλία, μιας κόρης κι ενός νέου.
Ειδικότερα, για την άδολη και χωρίς καμιά ασχήμια αγάπη ανάμεσα στην
Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο. Ό,τι παρακινεί τον ποιητή σ’ αυτή την αφήγηση είναι η διαρκής εναλλαγή
των ανθρώπινων πραγμάτων, η ταραχή του πολέμου, μα κι η δύναμη του
έρωτα.
Όπως, μάλιστα, το διατυπώνει ο ίδιος, τον εκίνησαν τα γυρίσματα του
Κύκλου και του Τροχού της ζωής και της τύχης, που διαρκώς
ανεβοκατεβαίνουν, κι άλλοτε πηγαίνουν ψηλά κι άλλοτε πέφτουν βαθιά.
Τον κίνησαν, συνάμα, τα πράγματα του Καιρού -του χρόνου- που δεν
γνωρίζουν ποτέ ανάπαυση, και συνεχώς εναλλάσσονται ανάμεσα στο καλό και
το κακό∙ η ταραχή του πολέμου, οι εχθρότητες κι οι δυσκολίες, μα και
στον αντίποδα, οι δυνάμεις του έρωτα κι η χάρη της φιλίας.
Στους πρώτους στίχους ο ποιητής επιθυμεί να παρουσιάσει τους λόγους
που τον οδήγησαν να καταπιαστεί με την αφήγηση αυτής της ιστορίας,
οπότε η χρήση του α΄ προσώπου υποδηλώνει την προσωπική εμπλοκή και
εκφράζει το υποκειμενικό στοιχείο στην επιλογή του θέματος.
Ο ποιητής, ωστόσο, δεν είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, οπότε τα
διαδραματιζόμενα δεν αποτελούν προσωπικά του βιώματα για να τα διηγηθεί
σε α΄ πρόσωπο. Έτσι, η συνέχεια της ιστορίας δίνεται σε γ΄ πρόσωπο,
κερδίζοντας σε αντικειμενικότητα και δημιουργώντας την αίσθηση πως ο
αφηγητής είναι παντογνώστης.
Το τρυφερό κλωνάρι, η νεαρή σε ηλικία Αρετούσα, καθώς μεγαλώνει αποκτά όλες εκείνες τις αρετές που, κατά τα πρότυπα
της εποχής, αναλογούν σε μια κοπέλα. Είναι όμορφη, με χάρη, γνώση και
γλυκύτητα. Είναι, παράλληλα, ευγενική, τακτική και πολύ χαριτωμένη.
Έμφαση, βέβαια, δίνεται στην ομορφιά και το εξωτερικό της κάλλος, που σε
συνδυασμό με τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της, καθιστούν την Αρετούσα
περιλάλητη και κοσμαγάπητη. Στην περιγραφή του Ερωτόκριτου το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η σύνεση κι η πνευματική του ωριμότητα.
Έτσι, αν και επρόκειτο για έναν νέο δεκαοκτώ χρονών, τονίζεται πως είχε
τη γνώση και τη λογική μεγάλου ανθρώπου (γερόντου), γεγονός που
καθιστούσε τα λόγια και τις συμβουλές του τροφή πνευματική για εκείνους
που τον άκουγαν. Συνάμα, ο Ερωτόκριτος επαινείται για την αρετή και την
αρχοντιά του, καθώς και για τις πλείστες χάρες που τον κοσμούσαν.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη πως για να το ’χου
θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Η Αρετούσα χαρακτηρίζεται γλυκιά, ώστε να γίνει σαφές πως παρά
την εξαιρετική της ομορφιά δεν έχει παρασυρθεί σε συμπεριφορές έπαρσης
και αλαζονείας. Ο ποιητής θέλει να δημιουργήσει μιαν ισόρροπη εικόνα της
κοπέλας, όπου το εξωτερικό κάλλος συνταιριάζεται αρμονικά με την
καλοσύνη του χαρακτήρα.
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα
Ο Ερωτόκριτος χαρακτηρίζεται ως πηγή αρετής και φλέβα αρχοντιάς,
προκειμένου να δοθούν δύο βασικά και σημαντικά στοιχεία του χαρακτήρα
και της προσωπικότητάς του. Έτσι, ο νέος παρουσιάζεται ως εξαιρετικά
ενάρετος, αλλά και αρχοντικός στην παρουσία και τη συμπεριφορά του -παρά
το γεγονός ότι δεν ήταν εξίσου πλούσιος με την Αρετούσα. Το ενάρετο του
χαρακτήρα του τονίζεται, ώστε να γίνει εξαρχής ευνοϊκά δεκτός απ’ τους
αναγνώστες, παρά το τόλμημά του να ερωτευτεί την κόρη του βασιλιά.
Οι περιγραφές των δύο ηρώων κινούνται στο πλαίσιο των κοινωνικών
στερεοτύπων της εποχής, καθώς τους αποδίδονται οι αρετές εκείνες που
ταιριάζουν στο φύλο τους. Έτσι, η Αρετή διακρίνεται για την εξωτερική
της ομορφιά και για τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της, ενώ ο Ερωτόκριτος
για τη σύνεση και την ωριμότητά του, όπως και για την αρετή και την
αρχοντιά του. Σε ό,τι αφορά την κοπέλα δίνεται έμφαση στην εξωτερική εμφάνιση και το
χαρακτήρα, χωρίς να παραγνωρίζεται ωστόσο και η γνώση της. Ενώ, στην
περιγραφή του Ερωτόκριτου τονίζεται πρωτίστως η ωριμότητα κι οι
πνευματικές του ικανότητες. Η εμφάνιση του νέου δεν σχολιάζεται ως προς
την ομορφιά, καθώς αυτό δεν ενδιαφέρει τόσο. Τονίζονται, ωστόσο, η
αρχοντιά που αποπνέει, αλλά και οι πολλές χάρες που τον κοσμούν.
[...] Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα- τε στους άλλους να προχωρήσουν κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμό- ναχοι πεσμένοι στο δρόμο ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προ- χωρούσε σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την αγαπημένη πατρίδα και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.
Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο.
Με το λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.
Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής. Απόψε δε θέλω να ’μαι ποιητής. Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μές στη νύχτα.
Και προχωράμε.
Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο,
Αθήνα, Κέδρος, 1956
Παρατηρήσεις Το ποίημα ανήκει στη μοντέρνα ποίηση. - Οι στίχοι του ποιήματος είναι ελεύθεροι. - Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία. - Το ποίημα δεν χωρίζεται σε στροφές με ίσο αριθμό στίχων και γενικότερα δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κανόνα ως προς τη διαμόρφωση των στροφών.
Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο είναι ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος για λίγο -για απόψε- δεν είναι πια ποιητής, αλλά ο τυμπανιστής μιας παγκόσμιας στρατιάς που μάχεται για τον τερματισμό των πολέμων∙ που μάχεται για την επικράτηση μιας παγκόσμιας αδελφοσύνης.
Ο ποιητής γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τους συνανθρώπους τους∙ γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι όποιου χρώματος κι αν είναι, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκουν αντιστέκονται στη μανία του πολέμου και διεκδικούν το δικαίωμα στην ειρηνική και χωρίς εθνικές και φυλετικές διακρίσεις συνύπαρξη.
- Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρεςκαι βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-τε στους άλλους να προχωρήσουν- σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ τηναγαπημένη πατρίδακαι πεθαίνατε.
Το πρώτο ενικό πρόσωπο συνδέεται με το ιδιαίτερο χρέος που έχει ο ποιητής, ως λειτουργός της ποιητικής τέχνης, αλλά και ως άνθρωπος να αναδείξει μέσω του έργου του τις πανανθρώπινες εκείνες αξίες που θα θέσουν οριστικό τέρμα στον παραλογισμό του πολέμου και θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να συνυπάρξουν σε μια ειρηνική κατάσταση∙ σε μια παγκόσμια αδερφοσύνη. Ο ίδιος, μάλιστα, αποποιείται προσωρινά το ρόλο του ποιητή μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον εαυτό του ως τον τυμπανιστή μιας απέραντης παγκόσμιας στρατιάς, που δίνει την ιερή μάχη για την επικράτηση της ειρήνης.
Στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος ο Λειβαδίτης επιλέγει το α΄ πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να καταστήσει σαφές πως συγκαταλέγει συνειδητά τον εαυτό του σ’ αυτή την παγκόσμια στρατιά ανθρώπων κάθε φυλής και κάθε χρώματος που μάχεται για την ειρήνη. Ο ποιητής στον σημαντικό αυτό αγώνα δεν διεκδικεί κάποιον διακριτό ρόλο για τον εαυτό του, είναι κι εκείνος ένας από τους πολλούς, ένας από το συλλογικό «εμείς» των ανθρώπων που θέλουν να δουν τον τερματισμό του πολέμου.
Φράσεις του ποιήματος παραπέμπουν στην παγκόσμια αδελφοσύνη.
- και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν- τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους- τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα- τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο- Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.- Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα