Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Jalal-Al-Din Rumi - Στον κήπο του Αγαπημένου

The painting Lamp of Silence is series “Essence of Love”
(απόσπασμα)

Αγαπημένε μου, γίνε για μένα
Σαν τις φλόγες που χορεύουν με τον Έρωτα
Πυρά μες στην πυρά…
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
Το κερί μου λιώνει με καημό
Κλαίει κέρινα δάκρυα.
Το φυτίλι καίγεται-
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
Εμείς που βαδίσαμε το μονοπάτι του Έρωτα
Δεν κλίνουμε μάτι όλη νύχτα.
Στην ταβέρνα των μεθυσμένων
Ο τυμπανιστής χτυπάει το τύμπανο-
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
Στη μαυρίλα της νύχτας
Οι εραστές ξαγρυπνούν
Μην τους μιλάτε για ύπνο
Το μόνο που θέλουν
Είναι να βρίσκονται μαζί μας-
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
Η Ένωση είναι ένας μανιασμένος ποταμός
Που χύνεται κατ’ ευθείαν στη θάλασσα
Απόψε η Σελήνη δίνει φιλιά στα αστέρια…
Ό,τι αγγίζω ό,τι βλέπω
Γίνεται φωτιά της αγάπης-
Αγαπημένε μου, αυτό γίνε για μένα.
…………………………………………………………..
Χτύπησα την πόρτα
Εκείνου που αγκαλιάζει την αγάπη.
Άνοιξε, με είδε να στέκω εκεί
Κι άρχισε να γελάει.
Με τράβηξε μέσα.-
Έλιωσα όπως η ζάχαρη, στην αγκαλιά εκείνου του Εραστή
Εκείνου του Μάγου του Κόσμου.


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Διονύσιος Σολωμός - Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Μαρκόπουλος-Ξυλούρης)

Σχεδίασμα A΄

1.
Τότες ἐταραχτήκανε τὰ σωθικά μου καὶ ἔλεγα πὼς ἦρθε ὥρα νὰ ξεψυχήσω· κι’ εὑρέθηκα σὲ σκοτεινὸ τόπο καὶ βροντερό, ποὺ ἐσκιρτοῦσε σὰν κλωνὶ στάρι στὸ μύλο ποὺ ἀλέθει ὀγλήγορα, ὡσὰν τὸ χόχλο στὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει· ἐτότες ἐκατάλαβα πὼς ἐκεῖνο ἤτανε τὸ Μεσολόγγι· ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό· ἐκατασκέπαζε ὅλα τὰ πάντα μαυρίλα καὶ πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντὴ καὶ ἀστροπελέκι· καὶ ὕψωσα τὰ χέρια μου καὶ τὰ μάτια μου νὰ κάμω δέηση, καὶ ἰδοὺ μὲς στὴν καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα μὲ φόρεμα μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, ὅπου ἡ σπίθα ἔγγιζε κι’ ἐσβενότουνε· καὶ μὲ φωνὴ ποὺ μοῦ ἐφαίνονταν πὼς νικάει τὴν ταραχὴ τοῦ πολέμου ἄρχισε:

«Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ Ἥλιου τὸ δρόμο,
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη στὸν ὦμο,―
Κι’ ἀπ’ ὅπου χαράζει
Ὡς ὅπου βυθᾶ,

Τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι.»

2.
Παράμερα στέκει
Ὁ ἄντρας καὶ κλαίει·
Ἀργὰ τὸ τουφέκι
Σηκώνει καὶ λέει:
«Σὲ τοῦτο τὸ χέρι
Τί κάνεις ἐσύ;
Ὁ ἐχθρός μου τὸ ξέρει
Πὼς μοῦ εἶσαι βαρύ.»

Τῆς μάνας ὢ λαύρα!
Τὰ τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα καὶ μαῦρα
Σὰν ἴσκιους ὀνείρου·
Λαλεῖ τὸ πουλάκι
Στοῦ πόνου τὴ γῆ
Καὶ βρίσκει σπυράκι
Καὶ μάνα φθονεῖ.


3.
Γρικοῦν νὰ ταράζη
Τοῦ ἐχθροῦ τὸν ἀέρα
Μίαν ἄλλη, ποὺ μοιάζει
T’ ἀντίλαλου πέρα·
Καὶ ξάφνου πετιέται
Μὲ τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Κι’ ὁ κόσμος βροντᾶ.


4.
Ἀμέριμνον ὄντας
T’ Ἀράπη τὸ στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στοῦ Μάρκου τὸ χῶμα·
Διαβαίνει, κι’ ἀγάλι
Ξαπλώνετ’ ἐκεῖ
Ποῦ ἐβγῆκ’ ἡ μεγάλη
Τοῦ Μπάιρον ψυχή.

 
5.
Προβαίνει καὶ κράζει
Τὰ ἔθνη σκιασμένα.


6.
Καὶ ὢ πείνα καὶ φρίκη!
Δὲ σκούζει σκυλί!


7.
Καὶ ἡ μέρα προβαίνει,
Τὰ νέφια συντρίβει·
Νά, ἡ νύχτα ποὺ βγαίνει
Κι’ ἀστέρι δὲν κρύβει.

Σχεδίασμα B΄
 
1.
Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω γῶ στὸ χέρι;
Ὁπού σὺ μούγινες βαρὺ κι’ ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»
 
2.
Τὸ Μεσολόγγι ἔπεσε τὴν ἄνοιξη· ὁ ποιητὴς παρασταίνει τὴν Φύση, εἰς τὴ στιγμὴ ποὺ εἶναι ὡραιότερη, ὡς μία δύναμη, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα τ’ ἄλλα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἐνάντια, προσπαθεῖ νὰ δειλιάση τοὺς πολιορκημένους· ἰδοὺ οἱ Στοχασμοὶ τοῦ ποιητῆ:
 
H ζωὴ ποὺ ἀνασταίνεται μὲ ὅλες της τὲς χαρές, ἀναβρύζοντας ὁλοῦθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εἰς ὅλα τὰ ὄντα· ἡ ζωὴ ἀκέραιη, ἀπ’ ὅλα της φύσης τὰ μέρη, θέλει νὰ καταβάλη τὴν ἀνθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γῆ, οὐρανός, συγχωνευμένα, ἐπιφάνεια καὶ βάθος συγχωνευμένα, τὰ ὁποῖα πάλι πολιορκοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ἐπιφάνεια καὶ εἰς τὸ βάθος της.
H ὡραιότης τῆς φύσης, ποὺ τοὺς περιτριγυρίζει, αὐξαίνει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἀνυπομονησία νὰ πάρουν τὴ χαριτωμένη γῆ, καὶ εἰς τοὺς πολιορκημένους τὸν πόνο ὅτι θὰ τὴ χάσουν.
 O Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
Κι’ ὂσ’ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ’ ἅρματα σὲ κλειοῦνε.
Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Καὶ μὲς στὴ θάλασσα βαθιὰ ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς στῆς λίμνης τὰ νερά, ὂπ’ ἔφθασε μ’ ἀσπούδα,
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,
Ποῦ εὐωδίασε τὸν ὕπνο τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο·
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ὥρα γλυκιὰ κι’ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι’ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
H μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι·
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κραίνει·
Ὅποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.


3.
Ἐνῶ ἀκούεται τὸ μαγευτικὸ τραγούδι τῆς ἄνοιξης, ὁπού κινδυνεύει νὰ ξυπνήση εἰς τοὺς πολιορκημένους τὴν ἀγάπη τῆς ζωῆς τόσον, ὥστε νὰ ὀλιγοστέψη ἡ ἀντρεία τους, ἕνας τῶν Ἑλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τοὺς ἄλλους εἰς συμβούλιο, καὶ ἡ σβημένη κλαγγή, ὁπού βγαίνει μέσ’ ἀπὸ τὸ ἀδυνατισμένο στῆθος του, φθάνοντας εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο παρακινεῖ ἕναν Ἀράπη νὰ κάμη ὅ,τι περιγράφουν οἱ στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴ κόψουν τὴν ἀντρεία.»
..........
η συνέχεια εδώ
------------------

Σχεδίασμα Γ΄
 
1.
Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
Κι’ ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
Μὲ λογισμὸ καὶ μ’ ὄνειρο, τί χάρ’ ἔχουν τὰ μάτια,
Τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ’ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
Ποὺ ξάφνου σοῦ τριγύρισε τ’ ἀθάνατα ποδάρια
(Κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα,
Ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ’ ὅλα τὰ κάλλη πόχει,
Ποὺ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ’ναι κρυμμένα·
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
Κι’ εὐθὺς ἐγὼ τ’ Ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ’χ’ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
 
(Ἡ Θεὰ ἀπαντάει εἰς τὸν ποιητὴ καὶ τὸν προστάζει νὰ ψάλη τὴν πολιορκία τοῦ Μεσολογγιοῦ).

2.
Ἔργα καὶ λόγια, στοχασμοὶ ― στέκομαι καὶ κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, πούλουδα, ποὺ κρύβουν τὸ χορτάρι,
Κι’ ἄσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλοῦν χρυσὸ μελίσσι.
Ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ χάρο.―
Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
Καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ’ ἄστρα σὰ πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι’ οἱ βράχοι.
 
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
Κι’ ἀλιά! σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν·
Ἀθάνατη ’σαι, ποὺ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;».

Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τοῦτα ’π’ ὁ ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
Καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους
Ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκλήσι.
Τὸ μίσος ὅμως ἔβγαλε καὶ κεῖνο τὴ φωνή του:
«Ψαρού, τ’ ἀγκίστρι π’ ἄφησες, ἀλλοῦ νὰ ρίξης ἄμε.»

.............
η συνέχεια εδώ 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Βιτσέντζος Κορνάρος — Ο Ερωτόκριτος (αποσπάσματα)

Ερωτοκριτος και Αρετούσσα, Θεόφιλος Κεφαλάς - Χατζημιχαήλ
ΠΟΙΗΤΗΣ
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.
[…]
Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το ’χου θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το ’καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
[…]
Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα ’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση.
Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα

κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τα ’στρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.

( Ερωτόκριτος, επιμ. Στ. Αλεξίου, Ερμής 1990)


Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία που συντέθηκε
από τον Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα.

Η υπόθεση εδώ
Ηράκλειο, Πλατεία Κορνάρου: Ο έφιππος Ερωτόκριτος
αποχαιρετά την αγαπημένη του Αρετούσα.
Ανάλυση
Ο ποιητής δηλώνει πως θα αφηγηθεί τα περιστατικά που σχετίζονται με την «αμάλαγη φιλιά», την αγνή φιλία, μιας κόρης κι ενός νέου. Ειδικότερα, για την άδολη και χωρίς καμιά ασχήμια αγάπη ανάμεσα στην Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο.
Ό,τι παρακινεί τον ποιητή σ’ αυτή την αφήγηση είναι η διαρκής εναλλαγή των ανθρώπινων πραγμάτων, η ταραχή του πολέμου, μα κι η δύναμη του έρωτα.
Όπως, μάλιστα, το διατυπώνει ο ίδιος, τον εκίνησαν τα γυρίσματα του Κύκλου και του Τροχού της ζωής και της τύχης, που διαρκώς ανεβοκατεβαίνουν, κι άλλοτε πηγαίνουν ψηλά κι άλλοτε πέφτουν βαθιά.
Τον κίνησαν, συνάμα, τα πράγματα του Καιρού -του χρόνου- που δεν γνωρίζουν ποτέ ανάπαυση, και συνεχώς εναλλάσσονται ανάμεσα στο καλό και το κακό∙ η ταραχή του πολέμου, οι εχθρότητες κι οι δυσκολίες, μα και στον αντίποδα, οι δυνάμεις του έρωτα κι η χάρη της φιλίας.
Στους πρώτους στίχους ο ποιητής επιθυμεί να παρουσιάσει τους λόγους που τον οδήγησαν να καταπιαστεί με την αφήγηση αυτής της ιστορίας, οπότε η χρήση του α΄ προσώπου υποδηλώνει την προσωπική εμπλοκή και εκφράζει το υποκειμενικό στοιχείο στην επιλογή του θέματος.
Ο ποιητής, ωστόσο, δεν είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, οπότε τα διαδραματιζόμενα δεν αποτελούν προσωπικά του βιώματα για να τα διηγηθεί σε α΄ πρόσωπο. Έτσι, η συνέχεια της ιστορίας δίνεται σε γ΄ πρόσωπο, κερδίζοντας σε αντικειμενικότητα και δημιουργώντας την αίσθηση πως ο αφηγητής είναι παντογνώστης.

Το τρυφερό κλωνάρι, η νεαρή σε ηλικία Αρετούσα, καθώς μεγαλώνει αποκτά όλες εκείνες τις αρετές που, κατά τα πρότυπα της εποχής, αναλογούν σε μια κοπέλα. Είναι όμορφη, με χάρη, γνώση και γλυκύτητα. Είναι, παράλληλα, ευγενική, τακτική και πολύ χαριτωμένη. Έμφαση, βέβαια, δίνεται στην ομορφιά και το εξωτερικό της κάλλος, που σε συνδυασμό με τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της, καθιστούν την Αρετούσα περιλάλητη και κοσμαγάπητη.
Στην περιγραφή του Ερωτόκριτου το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η σύνεση κι η πνευματική του ωριμότητα. Έτσι, αν και επρόκειτο για έναν νέο δεκαοκτώ χρονών, τονίζεται πως είχε τη γνώση και τη λογική μεγάλου ανθρώπου (γερόντου), γεγονός που καθιστούσε τα λόγια και τις συμβουλές του τροφή πνευματική για εκείνους που τον άκουγαν. Συνάμα, ο Ερωτόκριτος επαινείται για την αρετή και την αρχοντιά του, καθώς και για τις πλείστες χάρες που τον κοσμούσαν.

Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το ’χου θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.


Η Αρετούσα χαρακτηρίζεται γλυκιά, ώστε να γίνει σαφές πως παρά την εξαιρετική της ομορφιά δεν έχει παρασυρθεί σε συμπεριφορές έπαρσης και αλαζονείας. Ο ποιητής θέλει να δημιουργήσει μιαν ισόρροπη εικόνα της κοπέλας, όπου το εξωτερικό κάλλος συνταιριάζεται αρμονικά με την καλοσύνη του χαρακτήρα.

ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα

Ο Ερωτόκριτος χαρακτηρίζεται ως πηγή αρετής και φλέβα αρχοντιάς, προκειμένου να δοθούν δύο βασικά και σημαντικά στοιχεία του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του. Έτσι, ο νέος παρουσιάζεται ως εξαιρετικά ενάρετος, αλλά και αρχοντικός στην παρουσία και τη συμπεριφορά του -παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εξίσου πλούσιος με την Αρετούσα. Το ενάρετο του χαρακτήρα του τονίζεται, ώστε να γίνει εξαρχής ευνοϊκά δεκτός απ’ τους αναγνώστες, παρά το τόλμημά του να ερωτευτεί την κόρη του βασιλιά.

Οι περιγραφές των δύο ηρώων κινούνται στο πλαίσιο των κοινωνικών στερεοτύπων της εποχής, καθώς τους αποδίδονται οι αρετές εκείνες που ταιριάζουν στο φύλο τους. Έτσι, η Αρετή διακρίνεται για την εξωτερική της ομορφιά και για τη γλυκύτητα του χαρακτήρα της, ενώ ο Ερωτόκριτος για τη σύνεση και την ωριμότητά του, όπως και για την αρετή και την αρχοντιά του.
Σε ό,τι αφορά την κοπέλα δίνεται έμφαση στην εξωτερική εμφάνιση και το χαρακτήρα, χωρίς να παραγνωρίζεται ωστόσο και η γνώση της. Ενώ, στην περιγραφή του Ερωτόκριτου τονίζεται πρωτίστως η ωριμότητα κι οι πνευματικές του ικανότητες. Η εμφάνιση του νέου δεν σχολιάζεται ως προς την ομορφιά, καθώς αυτό δεν ενδιαφέρει τόσο. Τονίζονται, ωστόσο, η αρχοντιά που αποπνέει, αλλά και οι πολλές χάρες που τον κοσμούν.

latistor

Πατήστε εδώ για να πάτε σε κάθε ενότητα:
Ενότητα Α
Ενότητα Β
Ενοτητα Γ
Ενότητα Δ
Ενότητα Ε

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες


Eastman Johnson Circa 1872 The Wounded Drummer Boy

(απόσπασμα)

[...] Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-
τε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμό-
ναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προ-
χωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι
κόκκινο.

Με το λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.
Απόψε δε θέλω να ’μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους
μές στη
νύχτα.


Και προχωράμε.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 
Αθήνα, Κέδρος, 1956


Παρατηρήσεις
Το ποίημα ανήκει στη μοντέρνα ποίηση.
- Οι στίχοι του ποιήματος είναι ελεύθεροι.
- Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία.
- Το ποίημα δεν χωρίζεται σε στροφές με ίσο αριθμό στίχων και γενικότερα δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κανόνα ως προς τη διαμόρφωση των στροφών.

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο είναι ο ίδιος ο ποιητής,
ο οποίος για λίγο -για απόψε- δεν είναι πια ποιητής, αλλά ο τυμπανιστής μιας παγκόσμιας στρατιάς που μάχεται για τον τερματισμό των πολέμων∙ που μάχεται για την επικράτηση μιας παγκόσμιας αδελφοσύνης.

Ο ποιητής γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τους συνανθρώπους τους∙ γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι όποιου χρώματος κι αν είναι, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκουν αντιστέκονται στη μανία του πολέμου και διεκδικούν το δικαίωμα στην ειρηνική και χωρίς εθνικές και φυλετικές διακρίσεις συνύπαρξη.
- Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρεςκαι βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-τε στους άλλους να προχωρήσουν- σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ τηναγαπημένη πατρίδακαι πεθαίνατε.
Το πρώτο ενικό πρόσωπο συνδέεται με το ιδιαίτερο χρέος που έχει ο ποιητής, ως λειτουργός της ποιητικής τέχνης, αλλά και ως άνθρωπος να αναδείξει μέσω του έργου του τις πανανθρώπινες εκείνες αξίες που θα θέσουν οριστικό τέρμα στον παραλογισμό του πολέμου και θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να συνυπάρξουν σε μια ειρηνική κατάσταση∙ σε μια παγκόσμια αδερφοσύνη. Ο ίδιος, μάλιστα, αποποιείται προσωρινά το ρόλο του ποιητή μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον εαυτό του ως τον τυμπανιστή μιας απέραντης παγκόσμιας στρατιάς, που δίνει την ιερή μάχη για την επικράτηση της ειρήνης.

Στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος ο Λειβαδίτης επιλέγει το α΄ πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να καταστήσει σαφές πως συγκαταλέγει συνειδητά τον εαυτό του σ’ αυτή την παγκόσμια στρατιά ανθρώπων κάθε φυλής και κάθε χρώματος που μάχεται για την ειρήνη. Ο ποιητής στον σημαντικό αυτό αγώνα δεν διεκδικεί κάποιον διακριτό ρόλο για τον εαυτό του, είναι κι εκείνος ένας από τους πολλούς, ένας από το συλλογικό «εμείς» των ανθρώπων που θέλουν να δουν τον τερματισμό του πολέμου.

Φράσεις του ποιήματος παραπέμπουν στην παγκόσμια αδελφοσύνη.
- και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν- τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους- τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα- τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο- Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.- Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Μαρία Πολυδούρη - Βιογραφικά
Ζωή ανυποταξίας, έρωτα και θλίψης

 
«… Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι, αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη! Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που ’ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε στιγμή τραγούδι…
Με αγάπη
Μαρία Πολυδούρη
»

(Απόσπασμα από «Μια Επιστολή» - «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα…»)

Σκέψεις-λόγοι της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, που στις 29 Απριλίου 1930, σε ηλικία μόλις 28 ετών, έφυγε από τη ζωή, μια ζωή γεμάτη ποίηση, έρωτα και θλίψη.
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα στις 1 Απριλίου 1902. Ήταν κόρη του φιλόλογου καθηγητή Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου. Μετά τις μεταθέσεις του πατέρα της στο Γύθειο και στα Φιλιατρά, το 1916 η Μαρία επιστρέφει στην Καλαμάτα.
Το 1918, τελειώνει το Γυμνάσιο και διορίζεται μετά από εξετάσεις στην Νομαρχία Μεσσηνίας. Παρά τη μικρή της ηλικία, ενδιαφέρεται πολύ για κοινωνικά θέματα όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία, ή το γυναικείο ζήτημα και η χειραφέτηση της γυναίκας, παλεύοντας να σπάσει όλο το απίστευτο βάρος κοινωνικών προκαταλήψεων και κοινωνικών «καθηκόντων» ολόκληρων αιώνων. Ήταν μία από τις γυναίκες που έστειλαν τηλεγράφημα…στον Πρόεδρο της Βουλής επί Ελευθερίου Βενιζέλου και ζητούσαν παροχή ψήφου στις γυναίκες.
Αυτά βέβαια τα όφειλε στους γονείς της, που είχαν ανάψει την φλόγα της αναζήτησης και της κριτικής σκέψης σε όλα τους τα παιδιά. Η μητέρα της ασχολείτο και εκείνη με το γυναικείο ζήτημα, ενώ ο πατέρας της ήθελε τις κόρες του ελεύθερες.
Η «καλή κοινωνία» της Καλαμάτας θα αναστατωθεί από τις πεποιθήσεις της Μαρίας και όλοι, άντρες και γυναίκες, θα τα βάλουν με την «περίεργη» που φέρνει …. αναστάτωση στα «σπιτικά»!!!

Το 1920, η Μαρία Πολυδούρη, μετά το θάνατο των γονέων της, τους οποίους χάνει μέσα σε διάστημα 40 ημερών, αποφασίζει να μείνει στην Αθήνα και να σπουδάσει Νομικά και όχι φιλολογία όπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα της. Έτσι το 1921 εγγράφεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το 1922 μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής με μισθό πείνας.

Η μετάθεσή της στη Νομαρχία Αττικής, ήταν η «μοιραία κίνησή» της, αφού εκεί γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, μετατεθείς και εκείνος εκεί από την Σύρο.
Από τότε η ζωή της και το έργο της είχαν τη σφραγίδα του.
Οι ζωές τους έγιναν ζωές συνυφασμένες. Η επικοινωνία τους στην κυριολεξία ποιητική. Στη σκέψη όλων, μέχρι και σήμερα ακόμα, όπου Πολυδούρη και Καρυωτάκης, όπου Καρυωτάκης και Πολυδούρη.

Η σχέση τους, μια σχέση σφοδρή, γεμάτη πάθος, δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ. Τον Αύγουστο του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, ασθένεια τότε ανίατη. 

Με το ποίημά του «Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα» ο Καρυωτάκης θα αποκαλύψει στην Πολυδούρη το φοβερό μυστικό του.

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ' έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ' όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,
εγώ λιγότερο γι' αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ' έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

Η Πολυδούρη ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της εποχής της, με μια πράξη ιδιαίτερα τολμηρή, αν λάβουμε υπόψη μας και την ηλικία της, προτείνει στον Καρυωτάκη να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο Καρυωτάκης αρνήθηκε και βλέπουμε την ψυχολογική διάθεση της Πολυδούρη να αποτυπώνεται στο ποίημα «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα» του 1922.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ' στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.


Με ένα ποίημα του που δημοσιεύθηκε το 1923, με τον τίτλο «Τραγούδι παραφροσύνης», ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει το τέλος του έρωτά του με την Μαρία Πολυδούρη. 

Και πάντα εδαπανούσαμε τον έρωτα, την ήβη.
Έμοιαζε το Ενδεχόμενο σα μια μεθυστική
άβυσσος, όταν έρημος διαβάτης όλο σκύβει
μόνο για να φαντάζεται το πέσιμό του εκεί.


Αυτή ήταν η πρώτη στροφή του ποιήματος. Αργότερα, ο Καρυωτάκης παρέλειψε την στροφή αυτή και έδωσε στο ποίημα τον τίτλο «Ωχρά Σπειροχαίτη» (το μικρόβιο της σύφιλης) και το συμπεριέλαβε στην συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» του 1927.

Το 1923, η Μαρία αδιαφορώντας για την υγεία της παθαίνει αδενοπάθεια. Αναρρώνει στο Μαρούσι - τόπος παραθερισμού τότε- όπου την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης, με τον οποίο διατήρησε μια φιλική σχέση, ενώ η ίδια εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένη μαζί του.

Ο Καρυωτάκης νιώθοντας την τρικυμία στην καρδιά της θα της δώσει το πεζό ποίημα «Η τελευταία», το οποίο η Πολυδούρη το εμπιστεύθηκε στην ποιήτρια Μυρτιώτισσα.
 

Το 1924, μπαίνει στη ζωή της ο Αριστοτέλης Γεωργίου ένας όμορφος νέος, πλούσιος δικηγόρος, ο οποίος την ερωτεύθηκε και στις αρχές του 1925 αρραβωνιάστηκαν. Η σκέψη όμως της Πολυδούρη ήταν μόνο στον Καρυωτάκη.
Λόγω των συχνών απουσιών της, απολύθηκε από τη Νομαρχία και το 1925 σταματά τις σπουδές της στη Νομική. Πηγαίνει στη Φτέρη Αιγίου και εκεί γράφει μια νουβέλα που δεν δημοσιεύθηκε ποτέ, ωστόσο με τον τίτλο «Μυθιστόρημα» περιλαμβάνεται στα «Απάντα» της.

Το 1925 γράφεται στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα στην Σχολή Κουνελάκη.
Το 1926 παίζει στο «Κουρέλι» του Νικοντέμι, ενώ την ίδια χρονιά ξαφνιάζοντας τους πάντες διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αριστοτέλη Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου φοίτησε στην σχολή υψηλής ραπτικής Εκόλ Πιζιέ.
Την 1η Φεβρουαρίου 1928 εισέρχεται στο νοσοκομείο Σαριτέ, με γνωμάτευση φυματίωσης. Επιστρέφει στην Αθήνα και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Την έβαλαν στη τρίτη θέση σε ένα δωματιάκι που προοριζόταν για τους κατάκοιτους. 
Εκεί θα μάθει για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και εκεί θα γνωριστεί με τον Γιάννη Ρίτσο, άρρωστος κι αυτός τότε, στον οποίο αφιέρωσε το ποίημα «Θυσία». Στο «Σωτηρία» θα της σταθεί ιδιαίτερα η αδελφή της Βιργινία που αφιέρωσε όλη της την ζωή στην Μαρία.

Στὸν κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη ἡ ὥρα ἐδῶ ποὺ ἐστάθη
μὲ μία δεσποτικιὰ γαλήνη, κάτι
ἔχει βαρύ, μ᾿ ἀγγίζει σὰν τὸ μάτι
τοῦ ἄγριου μοιραίου ποὺ λάθεψα πὼς χάθη.

Ὁ λογισμός μου τώρα ἀδυνατίζει
καὶ σκύβει σὰν ὁ ἔνοχος μπροστά σου.
Καμμιὰ φωνὴ νὰ μοῦ φωνάζη, στάσου.
Οὔτε μία ἐλπίδα, ἐντός μου νὰ φωτίζῃ.

Καὶ δὲν ἀντέχω, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς ὅλα,
τίποτα δὲν ἐσκέπασεν ἡ λήθη.
Θὰ σοῦ τὰ πῶ σὰν ἕνα παραμύθι
καρδιά μου ἐρημικὴ κι᾿ ὀνειροπόλα.

Κύτταξε τὸ βραδάκι αὐτὸ ποὺ κλείνει
τόση γαλήνη κι᾿ ὅταν ἀντικρύζη
τὸν κάμπο εἶνε σὰ χάδι, δὲ δροσίζει
ὅμως, μία νοσταλγία μέσα μας χύνει...

Μαντεύω ἀπ᾿ τὴ γαλήνη σου τί θλίψη
πικρὴ σὲ τρώει φτωχὴ καρδιά μου κ᾿ ἔρμη.
Τῆς ὕπαρξής σου σοὔκλεψαν τὴ θέρμη
κ᾿ ἡ δρόσο τοῦ καημοῦ σοὔχει ἀπολείψει.

Λουλούδι ποὺ τὸ φῶς σ᾿ εἶχε ἀγαπήσει
ἔμεινες μοναχὰ μὲ τὴ λαχτάρα,
ποὺ ἀργὰ γίνηκε φλόγα καὶ κατάρα
τίποτα πιὰ ᾿πὸ σὲ νὰ μὴν ἀφήση.

Εἶδα τὸ φῶς αὐτὸ νὰ λιγοστεύη
τότε καὶ σένα ἀγάλια νὰ χλωμαίνης.
Σούειπα, θυμᾶσαι; Πρέπει νὰ ὑπομένης
καὶ σοὔδειξα τὴ σκέψη ποὺ πιστεύει.

Ἦταν ὡραῖα κάποτε, θυμᾶσαι;
τὴν ἐκαμάρωσες καὶ σὺ καρδιά μου.
Ἄχ, ἡ ἁρμονία πὼς ὤρμησε βαθιά μου
τότε. Μὰ σὲ εἶδα πάλι νὰ λυπᾶσαι...

Τώρα, γιὰ σένα εἶνε ὅλα τελειωμένα.
Καὶ τὴ στερνὴ πνοούλα ἔχεις ἀφήσει.
Ἡ σκέψη μου ποὺ μάταια ἔχει ἀνθίσει
Μαδάει σὲ νεκράνθια σπαραγμένα.


Το δωματιάκι όπου νοσηλευόταν το διακόσμησε με πορτραίτα ποιητών όπως ο Μπάιρον, ο Μποντλέρ, ενώ την φωτογραφία του Καρυωτάκη την είχε στο κομοδίνο της. Την επισκεπτόταν ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, οι ποιητές Παπαδάκης, Ζώτος, Χονδρογιάννης. Της συμπαραστάθηκε με πολύ αγάπη η ποιήτρια Μυρτιώτισσα.

Το 1928 η Πολυδούρη εκδίδει την συλλογή της «Τρίλιες που σβήνουν» και το 1929 πάντα νοσηλευόμενη στην «Σωτηρία» εκδίδει την δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο Χάος».
Τον Φεβρουάριο του 1930, η Μαρία Πολυδούρη μεταφέρεται στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια, με πρωτοβουλία του Άγγελου Σικελιανού και μερικών άλλων φίλων, που δεν άντεχαν να την βλέπουν να αργοπεθαίνει πάμπτωχη σε άθλιες συνθήκες δημόσιου νοσοκομείου. Αρνείται τον έρανο που είχε ανοίξει το «Βήμα».

Έφυγε τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 με ενέσεις μορφίνης που ζήτησε να της "περάσει" ένας αφοσιωμένος θαυμαστής της ο Βασίλης Γεντέκος. Κηδεύτηκε την ίδια μέρα στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο τάφος της δεν υπάρχει πλέον, αφού η αδελφή της Βιργινία έκανε εκταφή των οστών τον Σεπτέμβριο του 1933.

Ο Άγγελος Τερζάκης («Ο ματωμένος λυρισμός» - Εφημερίδα «Το Βήμα», 19 Απριλίου 1961) γράφει για την κηδεία της Πολυδούρη: «… Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα. Εμείς, την ώρα εκείνη που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας ν’ ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής».
 
η συνέχεια εδώ: teiopoteion

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Στήν Ἐκκλησία

Το αριστούργημα της λαξευμένης σε βράχο αρχιτεκτονικής είναι
η λεγόμενη
Σκοτεινή εκκλησιά (karanlik kilise),
το μοναστήρι της Αναλήψεως στη περιοχή Κόραμα (Goreme).
Το μοναστηριακό αυτό συγκρότημα,
είναι ένα από καλύτερα διατηρημένα βυζαντινά μνημεία στην
Καππαδοκία.

Τήν Ἐκκλησίαν ἀγαπῶ - τά ἑξαπτέρυγά της,

τ' ἀσήμια τῶν σκευῶν, τά κηροπήγιά της,
τά φῶτα, τές εἰκόνες της, τόν ἄμβωνά της.

Ἐκεῖ σάν μπῶ, μές σ' ἐκκλησία τῶν Γραικῶν·
μέ τῶν θυμιαμάτων της τές εὐωδίες,
μέ τες λειτουργικές φωνές καί συμφωνίες,
τές μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καί κάθε των κινήσεως τόν σοβαρό ρυθμό-
λαμπρότατοι μές στῶν ἀμφίων τόν στολισμό-
ὁ νοῦς μου πιαίνει σέ τιμές μεγάλες τῆς φυλῆς μας
στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.

Σχολιασμός της φράσης «ένδοξός μας Βυζαντινισμός».

Ο Καβάφης υπήρξε δεινός γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας.
Δύο περίοδοι από τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τον θέλγουν περισσότερο. Η μία είναι η εποχή της λήξης της εικονομαχίας επί Ειρήνης της Αθηναίας 787 και αναστήλωσης των εικόνων κατά τα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας το 843, και η άλλη είναι η εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πολλών ποιημάτων του, σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Παπαρηγόπουλου.
Στο ποίημα του Καβάφη Στην Εκκλησία, μπορεί κάποιος να δεί πόσο ο Καβάφης έχει αφομοιώσει τη διαχρονική διδασκαλία του Παπαρηγόπουλου για την απόλυτη ενότητα του ελληνισμού αρχαίου - βυζαντινού και νεώτερου.Επιστέγασμα της ιστορικής αυτής άποψης, ως προς το ένα μέρος, αποτελεί η έκφραση, «στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό» που υπάρχει στο ποίημά μας.

Στο πιθανό έρώτημα που θα αναδυθεί στο νού μας, γιατί ο Καβάφης χρησιμοποιεί τη λέξη Βυζαντινισμός και όχι Βυζάντιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον τρόπο αυτό ο αλεξανδρινός ποιητής θέλει να πετύχει δύο στόχους.
Ο ένας στόχος είναι να καταφέρει να αποφορτίσει τον όρο από την αρνητική σημασία που είχε λάβει έως την εποχή του Καβάφη και ο άλλος είναι να αναδείξει τη μεγάλη σημασία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία κατάφερε και να ενώσει πολλούς ανατολικούς λαούς, αλλά και να αποτελέσει γέφυρα ένωσης και συνέχειας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον σύγχρονο ελληνικό.
Σύμφωνα με την Haas η λέξη Βυζαντινισμός δεν εκφράζει μία ειρωνεία του Καβάφη απέναντι σε κάθε τι βυζαντινό, άποψη που υποστηρίζει ο Άλκης Θρύλος στο έργο του, Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ. Αντίθετα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νοσταλγική αναπόληση ενός αισθητικού και αισθησιακού ιδανικού που ενσάρκωνε το Βυζάντιο. Στη φράση αυτή οφείλουμε να προσέξουμε τη κτητική αντωνυμία μας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ερμηνεία της.

Με την αντωνυμία αυτή ο ποιητής στο έργο του Στην Εκκλησία υπογραμμίζει την ένωσή του όχι με το Θεό αλλά με την ελληνική φυλή, το παρελθόν και την ιστορία της.
Τελειώνοντας θα δανειστούμε μία φράση από το άρθρο του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ο Καβάφης και το Βυζάντιο: Ο Βυζαντινισμός, ο Ελληνισμός δονούν τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του ποιητή, που άλλοτε αγάλλεται για το μεγαλείο τους και άλλοτε θλίβεται με τις πικρές ώρες της παρακμής τους.

Ο Ιωνικός και ο Βυζαντινός Καβάφης
Στην ενότητα αυτή ταυτίζουμε τον όρο Ιωνικός με τον ορθολογισμό, την ευρύτητα του πνεύματος και την αγάπη για το αρχαίο πνεύμα και κατά συνέπεια για τον αρχαίο πολιτισμό. Στον αντίποδα του όρου Ιωνικός βρίσκεται ο χαρακτηρισμός Βυζαντινός. Όρος που αρμόζει στον ιστορικό ποιητή της εποχής του Βυζαντίου, που μέσα από τα ποιήματά του διαφαίνεται η αγάπη όχι μόνο για τους ήρωες του Βυζαντίου αλλά και για τη χριστιανική πίστη.
Ο Καβάφης ερμηνεύει τους δύο αυτούς ρόλους του ιωνικού και του βυζαντινού ποιητή με μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματά του αναφέρονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (Τα άλογα του Αχιλλέως, η κηδεία του Σαρπηδόνος, το πρώτο σκαλί κ.α.) και άλλα πάλι εξαίρουν τον ένδοξο Βυζαντινισμό και υπογραμμίζουν την ελληνικότητα της Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας (Μανουήλ Κομνηνός, Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς κ.α.).

Ο ίδιος πιστεύει ότι οι Βυζαντινοί ποιητές είναι συνεχιστές των αρχαίων, Οι ποιηταί του μεσαίωνός μας δεν ήσαν μεν αντάξιοι των αρχαίων μας ποιητών, ουδέ των χαριεστάτων οπαδών της Μούσης, ους ανέδειξε παρ' ημίν ο 19ος αιών, αλλά δεν είναι άξιοι της περιφρονήσεως ην τοις εδείκνυον επί τοσούτον χρόνον οι σοφοί της Εσπερίας. Ημείς οι Έλληνες δεν τους περιεφρονήσαμεν μεν ποτέ, αλλά και δεν τους εγνωρίσαμεν. Η εύσεβής αυτή λήθη είναι καιρός να διακοπή. Οι Βυζαντινοι αοιδοί μας ενδιαφέρουσι ζωηρότατα, διότι αποδεικνύουσιν ότι η ελληνική λύρα ου μόνον δεν εθραύσθη, αλλά και ουδέποτε έπαυσεν αναπέμπουσα ήχους γλυκείς. Οι Βυζαντινοί αοιδοί αποτελούσι τον σύνδεσμον μεταξύ της δόξης των αρχαιων ποιητών και της χάριτος και των χρυσών ελπίδων των συγχρόνων.
Ο Καβάφης ως ποιητής μαγεύεται από την ιστορία του ελληνικού γένους. Την αισθάνεται ως αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του. Συχνά φιλοσοφεί πάνω στην ιστορία, στοχαζόταν και εκφραζόταν ποιητικά μέσα από αυτήν. Για τον Αλεξανδρινό ποιητή δεν υπήρχε δίλημμα για το αν θα χαρακτήριζε τον εαυτό του ιωνικό η βυζαντινό, επειδή όπως ο ίδιος σημειώνει: «Είμαι κί εγώ Ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων αλλά, Ελληνικός».
Με τη φράση αυτή θεωρεί ως κληρονομιά του ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έχει τη δυνατότητα να εναλλάσσει ρόλους ανάλογα με την ποιητική του διάθεση χωρίς όμως να προδίδει ούτε τον ειδωλολατρικό αρχαιοελληνικό κόσμο αλλά ούτε και το χριστιανικό βυζαντινό πολιτισμό. Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι ποιητής και όχι ιστορικός η θεολόγος, και σαν ποιητής κρατάει τα χαλινάρια του αλόγου που του δίνει η ποιητική αδεία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Καβάφης είναι ποιητής, και όπως κάθε ποιητής εκφράζει με το έργο του βαθύτερα πράγματα και έννοιες τις οποίες δύσκολα πολλές φορές οι αναγνώστες του κατανοούν και εμβαθύνουν.Ο αλεξανδρινός αυτός ποιητής θεωρείται ένα αμάλγαλμα ιωνικού και βυζαντινού ποιητή.
Ο Α. Καραπαναγόπουλος σημειώνει πάνω στο θέμα αυτό ότι εκείνο που δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν οι μελετητές του είναι η διαφορά μεταξύ θρησκευόμενου, θρησκόληπτου, του συγκρητιστικού στοιχείου στη θρησκεία και του φανατισμού που είναι έξω από τα όρια του Χριστιανισμού και την ιστορική σημασία ορισμένων γεγονότων. Ο Καβάφης δεν είναι ειδωλολάτρης είναι ιστορικός ποιητής, μελετητής και όχι ιεροκήρυκας. Η ματιά του ήταν ελληνική και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή.
Ο Καβάφης είχε τη ευτυχία να αγαπήσει τη συγγραφή και να μπορέσει να γίνει εραστής της ποίησης. Το έργο του θελκτικό και απαράμιλλο του έδωσε μία αιώνια θέση δόξας και τιμής στον κόσμο των ποιητών. Μέσα από τα ποιήματά του παίρνουν μορφή και κρίνονται για τις ενέργειές του, όχι μόνο ειδωλολάτρες αλλά και χριστιανοί.
Ο Μιχάλης Στασινόπουλος γράφει ότι ποτέ η ποιητική αλήθεια δεν ενεφανίσθη με τρόπο τόσο αμείλικτα καθολικό, τόσο αναπανόρθωτα πειστικό... Στα πιο πολλά του ποιήματα, βρίσκει κανείς τον πυρήνα ενός αποφθέγματος. Το απόφθεγμα, απόσταγμα σκέψης και ζωής, σφραγίζει τη φωνή, σφραγίζει τη σκέψη, με τη σφραγίδα της σιωπής. Με το απόφθεγμα έχουν ειπωθεί όλα, μετά απ' αυτό δε βολεί να πεί κανείς τίποτε.

egolpion