Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον
Constantine P. Cavafy - The god abandons Antony

Gustave Caillebotte, Jeune homme à la fenêtre, 1875
Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.

Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.

1911


The god abandons Antony

When suddenly, at midnight, you hear
an invisible procession going by
with exquisite music, voices,
don’t mourn your luck that’s failing now,
work gone wrong, your plans
all proving deceptive—don’t mourn them uselessly.
As one long prepared, and graced with courage,
say goodbye to her, the Alexandria that is leaving.
Above all, don’t fool yourself, don’t say
it was a dream, your ears deceived you:
don’t degrade yourself with empty hopes like these.
As one long prepared, and graced with courage,
as is right for you who were given this kind of city,
go firmly to the window
and listen with deep emotion, but not
with the whining, the pleas of a coward;
listen—your final delectation—to the voices,
to the exquisite music of that strange procession,
and say goodbye to her, to the Alexandria you are losing.

Constantine P. Cavafy (1911)
Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard


Ανάλυση 
Ο Μάρκος Αντώνιος συμμετείχε το 43 π.Χ. στο σχηματισμό της Δεύτερης Τριανδρίας, μαζί με τον Οκταβιανό και το Λέπιδο, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Ένα χρόνο μετά, αφού είχαν νικήσει τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα, μοιράστηκαν τα εδάφη που κατείχε η Ρώμη, δίνοντας στον Αντώνιο τις κτήσεις στην Ανατολή.
Ο Μάρκος Αντώνιος στην Κιλικία (περιοχή της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κύπρο) συνάντησε την Κλεοπάτρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, αντί να την τιμωρήσει για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στους δολοφόνους του Καίσαρα, την έκανε ερωμένη του. Ο Αντώνιος σύντομα ερωτεύτηκε με πάθος την Κλεοπάτρα και άρχισε να αμελεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Ρωμαϊκό κράτος και κυρίως απέναντι στη σύζυγό του την Οκταβία, η οποία ήταν αδερφή του Οκταβιανού.
....................
Το «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφέρεται στη μεγάλη αξία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια

Ο Καβάφης παρουσιάζει τον Αντώνιο τη στιγμή που ακούει τον αόρατο θίασο να απομακρύνεται από την πόλη και συνειδητοποιεί ότι ο προστάτης θεός του τον εγκαταλείπει. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι η ήττα του είναι δεδομένη και ότι όλα όσα απέκτησε στη ζωή του και όλα όσα σχεδίαζε για το μέλλον του, φτάνουν στο τέλος τους, έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αντώνιος θα πρέπει να σεβαστεί τον εαυτό του και να μη φανεί λιπόψυχος. 
Αν ο Αντώνιος αρχίσει να παρακαλάει για τη ζωή του και αρχίσει να κλαίει, όπως θα έκανε ένας δειλός άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι πέρα από τις κτήσεις του και τα αξιώματά του, θα έχανε και κάτι πολύ πιο σημαντικό, θα έχανε την αξιοπρέπειά του.
Ο Αντώνιος υπήρξε ένας γενναίος στρατιωτικός και είχε κατορθώσει να κατακτήσει πολλά εδάφη, γεγονός που υποδεικνύει ότι θα πρέπει με παρόμοια γενναίο τρόπο να αντιμετωπίσει τώρα και την απώλεια όλων των αποκτημάτων του.
Το ποίημα του Καβάφη, βέβαια, παρόλο που αναφέρεται στον Αντώνιο στην πραγματικότητα έχει μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή και απευθύνεται ουσιαστικά σε κάθε άνθρωπο
Ο Αντώνιος, δηλαδή, συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχοντας αγωνιστεί στη ζωή του για να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του, έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών. 
Τότε είναι που, σύμφωνα με τον ποιητή, θα πρέπει να δείξει όλη του την ψυχική δύναμη, αντιμετωπίζοντας την απώλεια με αξιοπρέπεια και χωρίς κλάματα και παρακάλια. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, αγωνίζεται για όσα επιθυμεί, αλλά είναι πάντοτε έτοιμος να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να χάσει όσα έχει αποκτήσει.
Ο ποιητής καθοδηγεί τον Αντώνιο για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις κρίσιμες στιγμές του τέλους. Μόλις ακουστεί ο αόρατος θίασος να περνά, μόλις δηλαδή γίνει αντιληπτό ότι πλησιάζει το τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θρηνήσει για όσα χάνει, μιας και κάτι τέτοιο είναι μάταιο. Όσο κι αν ένας άνθρωπος θρηνεί μπροστά στο αναπόφευκτο του χαμού και της απώλειας, τίποτε δεν αλλάζει, γι’ αυτό το λόγο ο ποιητής μας προτρέπει να αποφύγουμε ένα ανώφελο συναισθηματικό ξέσπασμα.
Σαν να είσαι έτοιμος από καιρό, σαν να είσαι θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει, προτρέπει ο ποιητής, δίνοντας το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος να δει να καταστρέφονται όλα εκείνα για τα οποία πάλεψε μια ζωή και κανείς δεν έχει το κουράγιο να μείνει ψύχραιμος μπροστά σε μια τόσο απόλυτη απώλεια. 
Γι’ αυτό μας λέει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συμφορά σαν να είμαστε έτοιμοι, σαν να έχουμε το κουράγιο που χρειάζεται. Έστω κι αν μέσα μας νιώθουμε την ένταση του πόνου, θα πρέπει να μην λυγίσουμε μπροστά στην καταστροφή, θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Με απόλυτη συναισθηματική συγκράτηση θα πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την καταστροφή και το κυριότερο δε θα πρέπει την ώρα που βλέπει το τέλος να πλησιάζει να αρνείται την πραγματικότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο:
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙ 


Όπως ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει το τέλος ακούγοντας τη συντροφιά του Θεού να εγκαταλείπει την πόλη, έτσι και για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν πάντοτε ενδείξεις ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Αυτές τις ενδείξεις δε θα πρέπει οι άνθρωποι να τις αγνοούν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλα είναι εντάξει και πως τίποτε κακό δε θα συμβεί.
Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τα σημάδια που τους προειδοποιούν ότι πλησιάζει η στιγμή της απώλειας.

σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, 

πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο: 

Ο Αντώνιος, αλλά και κάθε άνθρωπος, που έχει πετύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του, θα πρέπει όταν έρθει το τέλος να σεβαστεί την προσωπική του αξία και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένας στρατιωτικός που είχε την τιμή να κατέχει μια τόσο σημαντική πολιτεία όπως είναι η Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί παρά κι ο ίδιος να είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος και ως σημαντικός άνθρωπος θα πρέπει να δεχτεί το χάσιμο της αγαπημένης πολιτείας. Για έναν στρατιωτικό όπως ήταν ο Αντώνιος θα ήταν ξεπεσμός να κλαίει και να θρηνεί σκεπτόμενος ότι έρχεται η στιγμή της ήττας του.
Στην πραγματικότητα ο Αντώνιος όταν κατάλαβε ότι το όνειρο της Ανατολής φτάνει στο τέλος του, αντί να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη, φρόντισε να γλεντήσει όσο περισσότερο μπορούσε μαζί με την Κλεοπάτρα και στο τέλος αυτοκτόνησε.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι όπως ο Αντώνιος στο ποίημα συμβολίζει όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια, έτσι και η Αλεξάνδρεια λειτουργεί ως σύμβολο όλων εκείνων των πολύτιμων αποκτημάτων για τα οποία κάποιος έχει παλέψει μια ολόκληρη ζωή. 
Ο Αντώνιος δε χάνει μόνο την Αλεξάνδρεια, χάνει την Κλεοπάτρα, τα παιδιά που είχαν αποκτήσει μαζί, τις υπόλοιπες κτήσεις του στην Ανατολή και φυσικά την πολυτελή ζωή στην οποία είχε πλέον συνηθίσει. 
Ο ποιητής δεν μπορούσε βέβαια να αναφερθεί σε όλα αυτά, γι’ αυτό και τα συμπεριέλαβε όλα στο όνομα της Αλεξάνδρειας, καθιστώντας την πόλη του διαχρονικό σύμβολο των σημαντικότερων και πολυτιμότερων αποκτημάτων.
..........
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ὕμνοι — Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ... Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


Κοντάκιον / Ἦχος πλ. δ'.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, 

ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, 
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· 
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, 
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, 
ἵνα κράζω σοί· 
Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σε σένα, Θεοτόκε, Στρατηγέ Υπέρμαχε,
εγώ η Πόλη Σου αποδίδω με ευγνωμοσύνη
την ένδοξη νίκη, επειδή λυτρώθηκα από τις
φοβερές συμφορές. Αλλά Συ, επειδή έχεις
ακατανίκητη δύναμη, ελευθέρωσέ με από κάθε
είδος κινδύνου, για να Σου φωνάζω δυνατά:
Χαίρε, Νύφη ανύμφευτε.
................

Ο Ἀκάθιστος Ὕμνος και η Παναγία τῶν Βλαχερνῶν | Η Βασιλεία των ...
24 Μαρ. 2013 ... Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὅπως εἶναι γνωστός, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα φιλολογικὰ μνημεῖα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας καὶ ...

Οι Χαιρετισμοί Της Παναγίας ή Ο Ακάθιστος Ύμνος | Η Βασιλεία των ...
30 Μαρ. 2012 ... Ο Ακάθιστος Ύμνος ή οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, αρχίζει με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Παρθένου και στη συνέχεια αναφέρεται στα ...

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Νίκος Καρούζος - Αλκυόνη (Ροή της αγαπημένης)

Herbert James Draper (1863-1920), Halcyone, 1915
Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.

Από τη συλλογή "Η Έλαφος των άστρων" (1962).7

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Ήλιος ο Πρώτος (XVI) - “Sun the First” - Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι

"Sunrise In Youghal" - an original painting from the Collection "The Idyllic Nature"

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.
Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου - πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!


Το 1943, χρονιά που εκδόθηκε η συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Ήλιος ο Πρώτος», οι Έλληνες δοκιμάζονταν σκληρά από την ανηλεή Γερμανική Κατοχή, γεγονός που καθιστούσε την απελευθέρωση της χώρας ζητούμενο και προσδοκία όλων. 
Συνάμα, όμως, η ελληνική κοινωνία συγκλονιζόταν κι από μιαν ακόμη διαφαινόμενη ελπίδα, αυτή της πλήρους αναμόρφωσης των πολιτικών και κοινωνικών δομών μέσω της ολοένα ενισχυόμενης κομμουνιστικής ιδεολογίας. 
Έτσι, το μήνυμα του ποιητή για τον ερχομό της «ωραίας πολιτείας», για τον ερχομό της προσδοκώμενης αλλαγής, ήταν όχι μόνο ευπρόσδεκτο, μα και αναγκαίο, για να ενισχυθεί το κλονισμένο ηθικό των Ελλήνων.
Οι ελπιδοφόροι στίχοι του Ελύτη, βέβαια, ξεπερνούν κατά πολύ τη χρονική συγκυρία και τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής που γράφτηκαν, καθώς η σκέψη πως το όραμα κι οι επιθυμίες των ανθρώπων μπορούν να υλοποιηθούν κάποια στιγμή -Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα- καλύπτει μιαν ανάγκη διαχρονική.

«Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.»

Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης, που προσέφερε με το έργο του μια ανατρεπτική θέαση της ποιητικής πραγμάτωσης, γνωρίζει καλά πως κάθε καίρια αλλαγή προκύπτει χάρη σ’ εκείνους που τολμούν να ονειρευτούν και να επιδιώξουν όσα στους άλλους μοιάζουν ουτοπικά ή ακόμη και ανεπιθύμητα. Γνωρίζει πως οι πρωτοπόροι κάθε κοινωνίας, όπως άλλωστε κι οι αγωνιστές, αντιμετωπίζονται από εκείνους που έχουν υποταχθεί στη δύναμη των παγιωμένων καταστάσεων, ως αιθεροβάμονες που επιζητούν ανέφικτες ανατροπές. 
Γνωρίζει πως μια από τις σημαντικότερες δυσκολίες για να προκύψει μια επιδιωκόμενη αλλαγή -όσο μικρή ή παράτολμη- είναι να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις κι η πολεμική εκείνων που από φόβο ή δειλία αδυνατούν να δεχτούν τα οφέλη από την ανατροπή όσων μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν γι’ αυτούς τη μόνη οικεία πραγματικότητα.
Οι άνθρωποι, επομένως, που διατηρούν την ανεξαρτησία της σκέψης τους και δεν διστάζουν να διεκδικούν ριζικές ή κάποτε και τελείως απαραίτητες βελτιώσεις στη ζωή τους, είναι αναγκασμένοι να δέχονται τα χτυπήματα όχι μόνο εκείνων ενάντια των οποίων αγωνίζονται, μα και μιας μεγάλης μερίδας των συμπολιτών τους, οι οποίοι παρά το γεγονός πως συνυπάρχουν στις ίδιες συνθήκες καταπίεσης, ανέχειας και υποδούλωσης, δεν έχουν το απαραίτητο ηθικό σθένος για να δεχτούν πως η «απελευθέρωση» είναι εφικτή∙ κυρίως γιατί ο δρόμος προς αυτή είναι στρωμένος με δύσκολους αγώνες και σημαντικές απώλειες.
Οι οραματιστές κι οι αγωνιστές, λοιπόν, της κοινωνίας -κάθε κοινωνίας και κάθε εποχής- χρειάζονται, όχι μόνο την πνευματική εκείνη ελευθερία που θα τους επιτρέψει να διακρίνουν τις δυνατότητες πίσω και πέρα από κάθε εμπόδιο, μα και τη δύναμη να αντέξουν τις αλλεπάλληλες αντιδράσεις, καθώς και τη συνεχή προσπάθεια, μέχρι να δουν το όνειρό τους να υλοποιείται. Κι είναι αυτό το στοιχείο που συγκινεί τον ποιητή απέναντι στους συνανθρώπους του που δεν παύουν να αγωνίζονται.
Μπορεί οι άνθρωποι αυτοί να δίνουν την εντύπωση πως είναι αεροβάτες, που έχουν ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα και άρα ελάχιστα αποθέματα ψυχικής δύναμης, μα η αλήθεια τους είναι τελείως διαφορετική. Είναι σε θέση να οραματίζονται ακριβώς γιατί το όνειρο κι η ελπίδα έχουν σφυρηλατηθεί μέσα τους με πόνο και αγωνία τέτοιας έντασης, ώστε η υπόστασή τους να έχει καταστεί πλέον ακλόνητη. Τα υλικά που συνθέτουν τους ανθρώπους με τα πιο παράτολμα όνειρα, είναι πέτρες, σίδερο, φωτιά και αίμα∙ είναι τα πιο σκληρά και τα πιο σταθερά υλικά, που έχουν πάρει το βάπτισμά τους στην απώλεια, στην απογοήτευση, μα και στην απαντοχή.
Αν στους άλλους μοιάζουν να στερούνται ερεισμάτων λογικής και ηθικής, επειδή έχουν το «θράσος» να διεκδικούν δυσεπίτευκτες αλλαγές∙ αν στους άλλους δίνουν την εντύπωση πως είναι φτιαγμένοι από «σκέτο σύννεφο», επειδή ό,τι αποζητούν μοιάζει επικίνδυνα νεφελώδες και ανυπόστατο, αυτό δεν είναι παρά μια παραπλανητική εντύπωση. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν δομήσει την προσωπικότητα και τη θέλησή τους παλεύοντας για χρόνια αρνήσεις και δυσκολίες. Έχουν νικήσει μέσα τους την αμφισβήτηση χιλιάδες φορές, προτού αποδώσουν φωνή και πράξεις στις προσδοκίες τους.
Μόνο ο Θεός το ξέρει πώς έχουν περάσει τις μέρες και τις νύχτες τους, πόσες φορές έχουν φτάσει στην πλήρη απόγνωση κι έχουν επανακάμψει, πόσες φορές έχουν εγκαταλείψει, μόνο για να γυρίσουν ξανά πιο δυνατοί. Έτσι, εκείνοι που τους λιθοβολούν και τους αποκαλούν αεροβάτες, δεν γνωρίζουν καθόλου πόσο πολύ έχει δοκιμαστεί κι έχει ισχυροποιηθεί μέσα τους η απόφαση να δράσουν και να επιτύχουν το ανέφικτο που επιθυμούν.

«Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.»

Ο ποιητής με τη χρήση α΄ πληθυντικού προσώπου στην πρώτη στροφή εντάσσει τον εαυτό του στη χορεία των οραματιστών, που διεκδικούν την αναγέννηση της πολιτείας. Ενώ, στη δεύτερη στροφή, απευθύνει το λόγο σ’ έναν φίλο και ομοϊδεάτη, θέλοντας να παρουσιάσει με μεγαλύτερη έμφαση την αγωνιώδη ψυχική δοκιμασία όσων, όπως κι ο ίδιος, πόθησαν την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης. Μέσα, λοιπόν, από τα λόγια παραμυθίας που ακολουθούν καθίστανται ορατές οι διακυμάνσεις κι οι δοκιμασίες εκείνων που δεν έπαψαν να προσδοκούν και να επιδιώκουν την καλυτέρευση της ζωής και την αποτίναξη των δεσμών.

Συνεχίζοντας ο ποιητής την καταληκτική σκέψη της πρώτης στροφής, πως μόνο ο Θεός ξέρει πως περνούν τις μέρες και τις νύχτες τους, μας δίνει μιαν εικόνα από τα αγωνιώδη ξενύχτια, που συνοδεύουν την απροθυμία παράδοσης στην αδράνεια του συμβιβασμού. Όταν, λοιπόν, η νύχτα ανάβει την ηλεκτρική οδύνη του ανήσυχου ανθρώπου, γίνεται αίφνης ορατό το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται και διακλαδώνεται στην πόλη. Τα νυχτερινά φώτα στα σπίτια εκείνων που ξαγρυπνούν λειτουργούν ως δείκτης εντοπισμού των αδέσμευτων ψυχών∙ των ψυχών που δεν μπορούν να αφεθούν στην εύκολη λήθη του ύπνου.
Άνθρωποι που ξαγρυπνούν με αναμμένα τα φώτα, μα και άνθρωποι που βρίσκονται διαρκώς σε μια στάση ικεσίας, παρακαλώντας τη λευκή -και άρα αγνή- Ιδέα να πραγματωθεί επιτέλους, ανατρέποντας... 
...............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Φυγή / Flight, by George Seferis

Dante Gabriel Rossetti depicts the forbidden love between Francesca da Rimini
and her brother-in-law Paolo Malatesta, one of the great romances of European literature
in
Paolo and Francesca da Rimini (1867).
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας, 
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε 
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό 
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο 
μέσα στο πρωινό χορτάρι 
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη, 
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα 
που μας τριγύριζαν 
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε 
να πεθάνουμε με τόσο πάθος. 

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια 
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη 
μας άλλους αυχένες 
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 
εκείνου του ανθρώπου 
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη, 
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός 
να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Flight, by George Seferis

Our love was not other than this:
it left came back and brought us
a distant eyelid lowered far away
a stony smile, lost
in the dawn grass
a strange shell our soul
insistently tried to explain.

Our love was not other than this: it groped
silently among the things around us
to explain why we don't want to die
so passionately.

And if we've held on by the loins, clasped
other necks as tightly as we could,
mingled our breath with the breath
of that person
if we've closed our eyes, it was not other than this:
simply that deep longing to hang on
in our flight.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης - Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα

Mixtapes & Gramophones
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................


Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»