Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Νίκος Καρούζος - Αλκυόνη (Ροή της αγαπημένης)

Herbert James Draper (1863-1920), Halcyone, 1915
Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.

Από τη συλλογή "Η Έλαφος των άστρων" (1962).7

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Ήλιος ο Πρώτος (XVI) - “Sun the First” - Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι

"Sunrise In Youghal" - an original painting from the Collection "The Idyllic Nature"

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.
Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου.

Δώσε το χέρι σου - πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαηδήσουνε
Πως επιτέλους φάνηκε να ‘ρχεται από μακριά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!


Το 1943, χρονιά που εκδόθηκε η συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Ήλιος ο Πρώτος», οι Έλληνες δοκιμάζονταν σκληρά από την ανηλεή Γερμανική Κατοχή, γεγονός που καθιστούσε την απελευθέρωση της χώρας ζητούμενο και προσδοκία όλων. 
Συνάμα, όμως, η ελληνική κοινωνία συγκλονιζόταν κι από μιαν ακόμη διαφαινόμενη ελπίδα, αυτή της πλήρους αναμόρφωσης των πολιτικών και κοινωνικών δομών μέσω της ολοένα ενισχυόμενης κομμουνιστικής ιδεολογίας. 
Έτσι, το μήνυμα του ποιητή για τον ερχομό της «ωραίας πολιτείας», για τον ερχομό της προσδοκώμενης αλλαγής, ήταν όχι μόνο ευπρόσδεκτο, μα και αναγκαίο, για να ενισχυθεί το κλονισμένο ηθικό των Ελλήνων.
Οι ελπιδοφόροι στίχοι του Ελύτη, βέβαια, ξεπερνούν κατά πολύ τη χρονική συγκυρία και τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής που γράφτηκαν, καθώς η σκέψη πως το όραμα κι οι επιθυμίες των ανθρώπων μπορούν να υλοποιηθούν κάποια στιγμή -Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα- καλύπτει μιαν ανάγκη διαχρονική.

«Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.»

Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης, που προσέφερε με το έργο του μια ανατρεπτική θέαση της ποιητικής πραγμάτωσης, γνωρίζει καλά πως κάθε καίρια αλλαγή προκύπτει χάρη σ’ εκείνους που τολμούν να ονειρευτούν και να επιδιώξουν όσα στους άλλους μοιάζουν ουτοπικά ή ακόμη και ανεπιθύμητα. Γνωρίζει πως οι πρωτοπόροι κάθε κοινωνίας, όπως άλλωστε κι οι αγωνιστές, αντιμετωπίζονται από εκείνους που έχουν υποταχθεί στη δύναμη των παγιωμένων καταστάσεων, ως αιθεροβάμονες που επιζητούν ανέφικτες ανατροπές. 
Γνωρίζει πως μια από τις σημαντικότερες δυσκολίες για να προκύψει μια επιδιωκόμενη αλλαγή -όσο μικρή ή παράτολμη- είναι να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις κι η πολεμική εκείνων που από φόβο ή δειλία αδυνατούν να δεχτούν τα οφέλη από την ανατροπή όσων μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν γι’ αυτούς τη μόνη οικεία πραγματικότητα.
Οι άνθρωποι, επομένως, που διατηρούν την ανεξαρτησία της σκέψης τους και δεν διστάζουν να διεκδικούν ριζικές ή κάποτε και τελείως απαραίτητες βελτιώσεις στη ζωή τους, είναι αναγκασμένοι να δέχονται τα χτυπήματα όχι μόνο εκείνων ενάντια των οποίων αγωνίζονται, μα και μιας μεγάλης μερίδας των συμπολιτών τους, οι οποίοι παρά το γεγονός πως συνυπάρχουν στις ίδιες συνθήκες καταπίεσης, ανέχειας και υποδούλωσης, δεν έχουν το απαραίτητο ηθικό σθένος για να δεχτούν πως η «απελευθέρωση» είναι εφικτή∙ κυρίως γιατί ο δρόμος προς αυτή είναι στρωμένος με δύσκολους αγώνες και σημαντικές απώλειες.
Οι οραματιστές κι οι αγωνιστές, λοιπόν, της κοινωνίας -κάθε κοινωνίας και κάθε εποχής- χρειάζονται, όχι μόνο την πνευματική εκείνη ελευθερία που θα τους επιτρέψει να διακρίνουν τις δυνατότητες πίσω και πέρα από κάθε εμπόδιο, μα και τη δύναμη να αντέξουν τις αλλεπάλληλες αντιδράσεις, καθώς και τη συνεχή προσπάθεια, μέχρι να δουν το όνειρό τους να υλοποιείται. Κι είναι αυτό το στοιχείο που συγκινεί τον ποιητή απέναντι στους συνανθρώπους του που δεν παύουν να αγωνίζονται.
Μπορεί οι άνθρωποι αυτοί να δίνουν την εντύπωση πως είναι αεροβάτες, που έχουν ελάχιστη επαφή με την πραγματικότητα και άρα ελάχιστα αποθέματα ψυχικής δύναμης, μα η αλήθεια τους είναι τελείως διαφορετική. Είναι σε θέση να οραματίζονται ακριβώς γιατί το όνειρο κι η ελπίδα έχουν σφυρηλατηθεί μέσα τους με πόνο και αγωνία τέτοιας έντασης, ώστε η υπόστασή τους να έχει καταστεί πλέον ακλόνητη. Τα υλικά που συνθέτουν τους ανθρώπους με τα πιο παράτολμα όνειρα, είναι πέτρες, σίδερο, φωτιά και αίμα∙ είναι τα πιο σκληρά και τα πιο σταθερά υλικά, που έχουν πάρει το βάπτισμά τους στην απώλεια, στην απογοήτευση, μα και στην απαντοχή.
Αν στους άλλους μοιάζουν να στερούνται ερεισμάτων λογικής και ηθικής, επειδή έχουν το «θράσος» να διεκδικούν δυσεπίτευκτες αλλαγές∙ αν στους άλλους δίνουν την εντύπωση πως είναι φτιαγμένοι από «σκέτο σύννεφο», επειδή ό,τι αποζητούν μοιάζει επικίνδυνα νεφελώδες και ανυπόστατο, αυτό δεν είναι παρά μια παραπλανητική εντύπωση. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν δομήσει την προσωπικότητα και τη θέλησή τους παλεύοντας για χρόνια αρνήσεις και δυσκολίες. Έχουν νικήσει μέσα τους την αμφισβήτηση χιλιάδες φορές, προτού αποδώσουν φωνή και πράξεις στις προσδοκίες τους.
Μόνο ο Θεός το ξέρει πώς έχουν περάσει τις μέρες και τις νύχτες τους, πόσες φορές έχουν φτάσει στην πλήρη απόγνωση κι έχουν επανακάμψει, πόσες φορές έχουν εγκαταλείψει, μόνο για να γυρίσουν ξανά πιο δυνατοί. Έτσι, εκείνοι που τους λιθοβολούν και τους αποκαλούν αεροβάτες, δεν γνωρίζουν καθόλου πόσο πολύ έχει δοκιμαστεί κι έχει ισχυροποιηθεί μέσα τους η απόφαση να δράσουν και να επιτύχουν το ανέφικτο που επιθυμούν.

«Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.»

Ο ποιητής με τη χρήση α΄ πληθυντικού προσώπου στην πρώτη στροφή εντάσσει τον εαυτό του στη χορεία των οραματιστών, που διεκδικούν την αναγέννηση της πολιτείας. Ενώ, στη δεύτερη στροφή, απευθύνει το λόγο σ’ έναν φίλο και ομοϊδεάτη, θέλοντας να παρουσιάσει με μεγαλύτερη έμφαση την αγωνιώδη ψυχική δοκιμασία όσων, όπως κι ο ίδιος, πόθησαν την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης. Μέσα, λοιπόν, από τα λόγια παραμυθίας που ακολουθούν καθίστανται ορατές οι διακυμάνσεις κι οι δοκιμασίες εκείνων που δεν έπαψαν να προσδοκούν και να επιδιώκουν την καλυτέρευση της ζωής και την αποτίναξη των δεσμών.

Συνεχίζοντας ο ποιητής την καταληκτική σκέψη της πρώτης στροφής, πως μόνο ο Θεός ξέρει πως περνούν τις μέρες και τις νύχτες τους, μας δίνει μιαν εικόνα από τα αγωνιώδη ξενύχτια, που συνοδεύουν την απροθυμία παράδοσης στην αδράνεια του συμβιβασμού. Όταν, λοιπόν, η νύχτα ανάβει την ηλεκτρική οδύνη του ανήσυχου ανθρώπου, γίνεται αίφνης ορατό το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται και διακλαδώνεται στην πόλη. Τα νυχτερινά φώτα στα σπίτια εκείνων που ξαγρυπνούν λειτουργούν ως δείκτης εντοπισμού των αδέσμευτων ψυχών∙ των ψυχών που δεν μπορούν να αφεθούν στην εύκολη λήθη του ύπνου.
Άνθρωποι που ξαγρυπνούν με αναμμένα τα φώτα, μα και άνθρωποι που βρίσκονται διαρκώς σε μια στάση ικεσίας, παρακαλώντας τη λευκή -και άρα αγνή- Ιδέα να πραγματωθεί επιτέλους, ανατρέποντας... 
...............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Φυγή / Flight, by George Seferis

Dante Gabriel Rossetti depicts the forbidden love between Francesca da Rimini
and her brother-in-law Paolo Malatesta, one of the great romances of European literature
in
Paolo and Francesca da Rimini (1867).
Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας, 
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε 
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό 
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο 
μέσα στο πρωινό χορτάρι 
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε 
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. 

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη, 
ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα 
που μας τριγύριζαν 
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε 
να πεθάνουμε με τόσο πάθος. 

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια 
κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμη 
μας άλλους αυχένες 
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 
εκείνου του ανθρώπου 
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη, 
μοναχά αυτός ο βαθύτερος καημός 
να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

Flight, by George Seferis

Our love was not other than this:
it left came back and brought us
a distant eyelid lowered far away
a stony smile, lost
in the dawn grass
a strange shell our soul
insistently tried to explain.

Our love was not other than this: it groped
silently among the things around us
to explain why we don't want to die
so passionately.

And if we've held on by the loins, clasped
other necks as tightly as we could,
mingled our breath with the breath
of that person
if we've closed our eyes, it was not other than this:
simply that deep longing to hang on
in our flight.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης - Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα

Mixtapes & Gramophones
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................


Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Pablo Neruda - Εδώ σε αγαπάω - Here I love you - Aquí te amo

Painting Landscape
Εδώ σε αγαπάω.
Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.

Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,

αποπέμποντας η μια την άλλη.
Σα τούλια της ομίχλης σκίζονται
σε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.
Ασημόχρυσος γλάρος πετιέται
μες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.
Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.
Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!
Κατάμονο.

Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργο

κι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.
Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.
Κι εδώ είν' το λιμάνι.
Εδώ σ' αγαπάω.
Εδώ σ' αγαπάω εγώ!
Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!
Εσένα σ' αγαπάω εγώ. Επιμένω.
ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.

Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μου

και πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,
τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.
Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.
Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτερα
μόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.
Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείνα
που με τρώει αδίκως.

Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.

Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.
Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.
Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.
Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνω
τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,
τα πεύκα μες στον άνεμο
λαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σου
με τις πευκοβελόνες τους.


Here I love you
In the dark pines the wind disentangles itself.
The moon glows like phosphorous on the vagrant waters.
Days, all one kind, go chasing each other.

The snow unfurls in dancing figures.
A silver gull slips down from the west.
Sometimes a sail. High, high stars.
Oh the black cross of a ship.
Alone.

Sometimes I get up early and even my soul is wet.
Far away the sea sounds and resounds.
This is a port.

Here I love you.
Here I love you and the horizon hides you in vain.
I love you still among these cold things.
Sometimes my kisses go on those heavy vessels
that cross the sea towards no arrival.
I see myself forgotten like those old anchors.

The piers sadden when the afternoon moors there.
My life grows tired, hungry to no purpose.
I love what I do not have. You are so far.
My loathing wrestles with the slow twilights.
But night comes and starts to sing to me.

The moon turns its clockwork dream.
The biggest stars look at me with your eyes.
And as I love you, the pines in the wind
want to sing your name with their leaves of wire.

Pablo Neruda

Aquí te amo
En los oscuros pinos se desenreda el viento.
Fosforece la luna sobre las aguas errantes.
Andan días iguales persiguiéndose.

Se desciñe la niebla en danzantes figuras.
Una gaviota de plata se descuelga del ocaso.
A veces una vela. Altas, altas estrellas.

O la cruz negra de un barco.
Solo.
A veces amanezco, y hasta mi alma está húmeda.
Suena, resuena el mar lejano.
Este es un puerto.
Aquí te amo.

Aquí te amo y en vano te oculta el horizonte.
Te estoy amando aún entre estas frías cosas.
A veces van mis besos en esos barcos graves,
que corren por el mar hacia donde no llegan.

Ya me veo olvidado como estas viejas anclas.
Son más tristes los muelles cuando atraca la tarde.
Se fatiga mi vida inútilmente hambrienta.
Amo lo que no tengo. Estás tú tan distante.

Mi hastío forcejea con los lentos crepúsculos.
Pero la noche llega y comienza a cantarme.
La luna hace girar su rodaje de sueño.

Me miran con tus ojos las estrellas más grandes.
Y como yo te amo, los pinos en el viento,
quieren cantar tu nombre con sus hojas de alambre.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Κώστας Ουράνης - Τῆς ἀγάπης

Childe Hassam ~ The Impressionist Gardens
Νά ῾ξερες πῶς λαχτάριζα τὸν ἐρχομό σου, Ἀγάπη
ποὺ ἴσαμε τὰ σήμερα δὲ σ᾿ ἔχω νιώσει ἀκόμα,
μὰ ποὺ ἔνστικτα τὸ εἶναι μου σ᾿ ἀναζητοῦσεν, ὅπως
τὴ γόνιμη ἄξαφνη βροχὴ τὸ στεγνωμένο χῶμα!

Πόσες φορὲς ἀλίμονο! δὲ γιόρτασα, θαρρώντας

πὼς ἐπιτέλους ἔφτασες, Ἐσὺ πού ῾χες ἀργήσει:
Σὰ μυγδαλιά, ποὺ ἡλιόλουστες ἡμέρες τοῦ χειμῶνα
τὴ ξεγελᾶνε, βιάζονταν κι ἐμὲ ἡ ψυχὴ ν᾿ ἀνθίσει.

Μὰ δὲν ἐρχόσουνα ποτὲς καὶ μέρα μὲ τὴ μέρα,
τ᾿ ἄνθια σωριάζονταν στὴ γῆς ἀπὸ τὸν κρύο ἀγέρα
κι εἶναι ἡ ψυχή μου πιὸ γυμνὴ παρὰ προτοῦ ν᾿ ἀνθίσει

καὶ σήμερα, ποὺ ἡ Νιότη μου γέρνει ἀργὰ στὴ δύση,
τοῦ ἐρχομοῦ σου σβήνεται κι ἡ τελευταία ἐλπίδα:
-Φοβᾶμαι πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη καὶ δὲν σ᾿ εἶδα!...