Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Αυτόπτης μάρτυρας

Stephen Poleskie "Man in Window" oil on canvas, 1962
Εγώ τους είδα —λέει— τους δυο διαρρήκτες πίσω απ’ τις γρίλιες
να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα· —δε φώναξα διόλου·
είχε φεγγάρι· φαινόνταν καθαρά τ’ αντικλείδια τους
και τα στολίδια του γύψου στον τοίχο. Περίμενα πρώτα
να φωνάξουνε οι άλλοι από δίπλα. Κανένας δε φώναξε.
Έφυγα, απ’ το παράθυρο, κάθισα στην καρέκλα, ακούμπησα
το μέτωπό μου στο μάρμαρο του τραπεζιού, και θαρρώ
που αποκοιμήθηκα πλάι στο φτωχό μελανωμένο χέρι
του παιδιού που δεν προβιβάστηκε. Μέσα στον ύπνο μου
μ’ έπιασε πονοκέφαλος απ’ το φεγγάρι. Τα χαράματα
μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν οι δυο διαρρήκτες
κρατώντας δυο ωραίες ανθοδέσμες. Μπήκα στην κουζίνα
να βάλω τα λουλούδια στο νερό. Γυρίζοντας πίσω,
μ’ ένα βάζο στο κάθε μου χέρι, δεν τους βρήκα.


Ανάλυση

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Γραφή τυφλού, που γράφτηκε το 1972, όταν ο ποιητής βρισκόταν στην εξορία. 
Όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι ολιγόστιχα και αποτελούν εικόνες, είδωλα, θα μπορούσαμε να πούμε, που βλέπει ο «τυφλός» μέσα από την αλληγορική του αναπηρία, παρά τη γενική καταπίεση και το σκοταδισμό του ανελεύθερου καθεστώτος.
Το ποίημα «Αυτόπτης μάρτυρας» του Γιάννη Ρίτσου φαινομενικά αναφέρεται στην αδράνεια ενός ανθρώπου που βλέπει δύο διαρρήκτες να παραβιάζουν την πόρτα του απέναντι σπιτιού. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια καταγγελία για τη στάση ανοχής που κράτησαν οι Έλληνες πολίτες, όταν στις 21 Απριλίου του 1967 αξιωματικοί του στρατού κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία.
Εγώ τους είδα —λέει— τους δυο διαρρήκτες πίσω απ’ τις γρίλιες
να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα· —δε φώναξα διόλου·
είχε φεγγάρι· φαινόνταν καθαρά τ’ αντικλείδια τους
και τα στολίδια του γύψου στον τοίχο.


Ο αυτόπτης μάρτυρας παραδέχεται πως ενώ είδε τους δύο διαρρήκτες πίσω από τις γρίλιες του παραθύρου του να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα, δεν φώναξε καν. Είδε το έγκλημα να συμβαίνει, αλλά παρ’ όλα αυτά παρέμεινε αμέτοχος θεατής, αισθανόμενος ίσως φόβο ή ακόμη χειρότερα, πιστεύοντας πως το κακό που συνέβαινε στο απέναντι σπίτι δεν τον αφορούσε.
Παρά το γεγονός ότι η διάρρηξη συνέβη τη νύχτα, είχε τη δυνατότητα να δει και τους διαρρήκτες και τα αντικλείδια τους, καθώς το όλο σκηνικό φωτιζόταν από το φως του φεγγαριού. Η προσοχή του, ωστόσο, μετατοπίστηκε στα γύψινα στολίδια στον τοίχο, σαν να είχαν αυτά μεγαλύτερη σημασία από την παραβίαση του ξένου σπιτιού.
....................
Περίμενα πρώτα
να φωνάξουνε οι άλλοι από δίπλα. Κανένας δε φώναξε.


Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο αυτόπτης μάρτυρας αντιλαμβάνεται το άνομο όσων βλέπει να συμβαίνουν δεν φωνάζει και δεν αντιδρά καθόλου. Περίμενε, όπως λέει, να φωνάξουν πρώτα οι άλλοι από δίπλα, αλλά τελικά δε φώναξε κανένας. Η αδράνεια, όμως, αυτή απέναντι στην ανομία είναι εξίσου εγκληματική με την πράξη των παραβατών, διότι ισοδυναμεί με συναίνεση∙ είναι σαν να γίνεται αποδεκτή η δόλια συμπεριφορά των εγκληματιών. Πρόκειται για την τυπική συμπεριφορά του φιλήσυχου πολίτη που κάνει ό,τι μπορεί για ν’ αποφύγει τα μπλεξίματα, ιδίως όταν αυτά αφορούν υποθέσεις -όπως λανθασμένα πιστεύει- άλλων.
Κι είναι αυτή ακριβώς η εγκληματική αδράνεια της πλειονότητας των πολιτών που επέτρεψε την επιβολή της δικτατορίας. 
....................
Έφυγα, απ’ το παράθυρο, κάθισα στην καρέκλα, ακούμπησα
το μέτωπό μου στο μάρμαρο του τραπεζιού, και θαρρώ
που αποκοιμήθηκα πλάι στο φτωχό μελανωμένο χέρι
του παιδιού που δεν προβιβάστηκε.


Ο αυτόπτης μάρτυρας προτίμησε να μη συνεχίσει να βλέπει το έγκλημα που γινόταν απέναντί του, αφού και γνώριζε και ένιωθε πως η δική του απραξία ήταν εξίσου εγκληματική με τη δράση των διαρρηκτών. Έκατσε, λοιπόν, στην καρέκλα και ακούμπησε το μέτωπό του πάνω στο μάρμαρο του τραπεζιού, σε μια στάση πλήρους αδράνειας, που υποδήλωνε την υποταγή και την παραίτησή του απέναντι στην ύπαρξη και τη δράση των εγκληματιών. Εκεί αποκοιμήθηκε -ή αυτή την αίσθηση είχε τουλάχιστον- πλάι στο μελανωμένο χέρι του μαθητή που δεν προβιβάστηκε στην επόμενη τάξη. Μια έξοχη υπερρεαλιστική εικόνα που αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια τα συναισθήματα του ήρωα∙ η επίγνωση πως έμεινε ένας αμέτοχος και αδρανής θεατής απέναντι σ’ ένα έγκλημα τον κάνει να αισθάνεται σαν μαθητής που απέτυχε να περάσει την τάξη∙ σαν μαθητής που δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει επαρκώς τις σχολικές του υποχρεώσεις.

Μέσα στον ύπνο μου
μ’ έπιασε πονοκέφαλος απ’ το φεγγάρι.


Ο αυτόπτης μάρτυρας γνωρίζει καλά πως όφειλε να κρατήσει μια πιο ενεργή στάση απέναντι στους διαρρήκτες∙ γνωρίζει πως έπρεπε να αντιδράσει. Γι’ αυτό και το φως του φεγγαριού, το φως της εσωτερικής του συνείδησης του προκαλεί πονοκέφαλο καθώς κοιμάται, αφού δεν μπορεί να αποφύγει τις τύψεις και το επώδυνο αίσθημα της ενοχής. Ο αυτόπτης μάρτυρας της διάρρηξης, όπως και οι πολίτες της περιόδου που επιβλήθηκε η δικτατορία, γνώριζαν πολύ καλά ποιο ...
....................
Τα χαράματα
μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν οι δυο διαρρήκτες
κρατώντας δυο ωραίες ανθοδέσμες.


Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί οι δύο διαρρήκτες εμφανίζονται στο σπίτι του αυτόπτη μάρτυρα για να του προσφέρουν δύο ωραίες ανθοδέσμες, προφανώς ως ευχαριστήριο δώρο για το γεγονός ότι δεν τους κατήγγειλε στις αρχές. Η απραξία του μάρτυρα και η ανοχή που έδειξε απέναντι στο έγκλημα επιβραβεύονται μ’ ένα τυπικό και ανούσιο δώρο, όπως ακριβώς και η ανοχή που έδειξαν οι πολίτες απέναντι στο καθεστώς των δικτατόρων επιβραβεύθηκε με επουσιώδεις παροχές στο λαό∙ παροχές, φυσικά, που δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να αναπληρώσουν την ελευθερία που τους είχε αφαιρεθεί.
....................
Μπήκα στην κουζίνα
να βάλω τα λουλούδια στο νερό. Γυρίζοντας πίσω,
μ’ ένα βάζο στο κάθε μου χέρι, δεν τους βρήκα.


Η σκέψη του ήρωα πως πρέπει να βάλει τα λουλούδια στο νερό, που λειτουργεί ως σκηνοθετικό εύρημα, δίνει το χρόνο στους διαρρήκτες να φύγουν, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτε. Έτσι, όταν γυρίζει έχοντας από ένα βάζο σε κάθε χέρι δεν βρίσκει πια εκεί τους απρόσκλητους επισκέπτες του.
Ο αυτόπτης μάρτυρας αποδέχεται τη δωροδοκία των διαρρηκτών, όπως ακριβώς και οι πολίτες δέχτηκαν τις διάφορες παροχές του καθεστώτος, χωρίς εν τέλει να προβούν σε κάποια πράξη αντίδρασης, έστω και εκ των υστέρων, όταν πια το έγκλημα είχε συντελεστεί και είχαν αντιληφθεί τι και πόσα είχαν στερηθεί. Κατά συνέπεια, η αποχώρηση των διαρρηκτών, όπως και η ...
....................
η πλήρης ανάλυση εδώ: latistor

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό

Emile Albert Gruppe (1896 - 1978)
Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!


Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα γιὰ τὸ ἴδιο βουνό

A blue image of New Hampshire's famous 'Old Man of the Mountain'
Ι
Ὄχι ἀκόμη, δὲν ἦρθα νὰ σὲ ἀπο-
χαιρετήσω ἀδελφέ, ποὺ σὲ ἀνέβηκα
πρώτη φορὰ ὅταν ἤμουν φῶς
σ᾿ ἕνα μίσχο. Οἱ περσότεροι
στίχοι μου εἶναι κτίσματα
πάνω σου. Κι ἂν ὁ λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θὰ μέναμε ὄρθιοι
τότε κ᾿ οἱ δυὸ σὰν πέτρες
παράλληλες. Ὅμως μέσα
στὸ ἀνάστατο δάσος τοῦ κόσμου
σήμερα ὁ Λόγος δύσκολα
ἀκούγεται. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ
τὸ ξέρω πὼς μέσ᾿ ἀπὸ τὰ
βιβλία μου αὔριο θὰ μαζεύουν
λουλούδια καὶ πὼς θὰ μιλοῦν
γιὰ τὸ θαῦμα - ζωή, κοιτώντας
τὸν κόσμο μέσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς στίχους μου.

ΙΙ
Σὲ ἀνέβαινα, σὲ κατέβαινα, οὐρανὸ
φορτωμένος γιὰ τὶς ἀνάγκες μου.
Οἱ λέξεις μου, κάλυκες, ἔπρεπε
νὰ γιομίζουν μὲ φῶς. Οἱ στίχοι μου
γλάστρες στοῦ Θεοῦ τὸ παράθυρο.

ΙΙΙ
Ὅταν ἦρθα στὸν κόσμο κ᾿ εἶδα
τὸν ἥλιο, εἶπα: Θὰ πρέπει κάτι
ν᾿ ἀφήσω πίσω μου φεύγοντας.
Καὶ τὸ βρῆκα ἀρκετό. Ν᾿ ἀνεβῶ
στὴν κορφή σου, νὰ πετάξω
στὴ γῆς ἕνα λουλοῦδι.

IV
Εἶδα τὸν κεραυνό, τὸ φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω τὴν κορφή σου,
μετέωρος. Κ᾿ ἡ σκέψη μου ἔπαιξε
μὲς τὸ κρανίο μου σὰν ἀστραπή:
Πηδώντας στὸ πρῶτο του, ν᾿ ἀνεβῶ
ἕνα - ἕνα, ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω
τὰ λοξὰ σκαλοπάτια του.

V
Ἡ οὐράνια δαντέλα,
ἡ σχεδὸν κυματίζουσα,
τῶν γραμμῶν σου, θαρρεῖς
ὅταν δύει ὁ ἥλιος
καὶ γιομίζει ἀγγέλους.

Προχωροῦν, ἀνεβαίνουν
ἀπ᾿ τὶς δυὸ παρυφὲς
στὴ μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σὰν μιὰ χορωδία.

Ὅσο ποὺ τέλος,
κάποιος ἀπ᾿ ὅλους
ἁπλώνει τὸ χέρι
κι ἀνάβει τὸν ἕσπερο.

VI
Ἐδῶ πάνω εἶναι ὁ θάνατος ἄγνωστος
ἔλεγα κ᾿ ἔγραφα κάποτε. Κ᾿ ἦταν
ἀλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τὰ περάσματα ἔκλειναν.
Ὁ κρύος ἀέρας κ᾿ οἱ σκιὲς
τῆς νυχτὸς δὲν ἔβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
τὸ ἔξω καὶ τὸ μέσα μου φῶς
κι ἁπλωνόταν δίχως ὅρια γύρω μου.

VII
Ἤμουν δέκα χρονῶν ὅταν χάραξα
μ᾿ ἕνα σουγιᾶ σὲ μιὰ πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου, μόλις βγαίνει νὰ τὸ
συλλαβίζει ὁ ἥλιος. Ἦταν τότε
ποὺ ἀκόμη εἶχα «ἐγώ» μὰ ποὺ
ἀργότερα τό ῾σβησα, καθὼς
ἡ βροχὴ ἀπ᾿ τὴν πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου.
………………Τ᾿ ὄνομά μου
ἡ φωνὴ ἑνὸς ἀηδονιοῦ
ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὸ δάσος
χωρὶς τ᾿ ὄνομά μου.
Μοῦ ἀρκεῖ νὰ γνωρίζω ὅτι
στάζει Θεὸ στὶς ψυχὲς
τῶν παιδιῶν ἡ λάμψη τῶν λέξεων.

VIII
Ὑποσχόμουν στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Χαμογελοῦσα στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Δὲν ἤσουν τὸ ἕνα, καλό μου βουνό.
Σὲ ἔκαμα πρόσωπο, σὲ εἶδα λαὸ
καὶ σὲ εἶδα πλανήτη. Κ᾿ ἔκαμα
ἕνα ὄμορφο ὄνειρο: Νὰ μεταβάλω
μ᾿ αὐτὸ τὸ χαμόγελο πάνω σου
σὲ κρόσια ἥλιου ὅλα τὰ σύννεφα,
σὲ φώσφορο εἰρήνης μιὰ καταιγίδα.

IX
Εἶχα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχεις. Νὰ βρῶ
ν᾿ ἀκουμπήσω κάπου τὴ λύπη μου.
Σὲ καιροὺς ὅπου ὅλα, πρόσωπα,
αἰσθήματα, ἰδέες, ἦταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιὰ πέτρα στερεὴ
ν᾿ ἀκουμπῶ τὸ χαρτί μου.
Μὴν ἀποσύρεις τὴν πέτρα σου,
Κύριε, καὶ μείνουν τὰ χέρια μου
στὸ κενό. Ἔχω ἀκόμη νὰ γράψω.

X
Παλεύοντας διάσχισα ἀνέμους
πολλούς, ποὺ βρίσκαν τὸ στῆθος μου
ἀνοιχτὸ καὶ μὲ πάγωναν. Ὑδρορροὲς
κεραυνῶν τὸ μέτωπό μου, φαγώθηκε,
ἔτσι ποὺ τώρα νὰ στεκόμαστε
ὁ ἕνας μας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο,
σὰν δυὸ ἀδελφὰ γκρίζα
πετρώματα.
……………..Ἡ γαλήνη σου
ὅμως καὶ ἡ γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στὰ πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
τὴν ὕπαρξη.
…………….Ἡ μοῖρα
μοῦ ἐπέτρεψε ἀπ᾿ ὅλον τὸν μέγα
πλοῦτο ποὺ ὑμνῶ, νὰ ἔχω
κ᾿ ἐγὼ στὸ σύμπαν μιὰ πέτρα.

XI
Πολὺ τὸ προσπάθησαν οἱ ἄσχημοι
τοῦτοι καιροί, ἀλλὰ τέλος
δὲν μοῦ ρήμαξαν τὴν ψυχὴ
γιὰ νὰ μείνει ἐδῶ, νὰ στέκεται
δίπλα σου, νὰ σὲ ντύνει,
σὲ ὧρες χαρμόσυνων ἡμερῶν,
ἀγγελμάτων.
………………Θά ῾ναι τὸ γιορ-
τινό σου πουκάμισο.

XII
Θέλω νὰ ὑφάνω, ν᾿ ἀποδώσω μὲ λέξεις
τὸ ρυθμὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ χτυπάει
στὰ χαλίκια κάτω ἀπ᾿ τὶς φτέρες σου.
Ν᾿ ἀκούγεται ὅμοια κ᾿ ἡ ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τὴ λέξη, μέσα
στοὺς στίχους μου, νὰ ρέει
συνεχῶς, καθαρά, τρυφερά,
(ἀπὸ δῶ οὐρανὸς κι ἀπὸ κεῖ οὐρανός)
μουσικὴ δωματίου μέσα στὸ χρόνο.

XIII
Μὲ τὶς λέξεις σου μίλησα τῶν τσοπάνηδων
ποὺ τὶς φύλαξα στὸ αἷμα μου. Ἦταν
γυμνὲς καὶ τοὺς φόρεσε ἔνδυμα
νὰ ταιριάζουν στὴν ὁμιλία μου
μὲ τὸν κόσμο - μὲ τὰ ζῶντα καὶ μή,
ποὺ ὅλα μαζὶ σχηματίζουνε ἕναν
ποταμὸ ὀμορφιᾶς, ποὺ ἐδῶ ἀκριβῶς,
στοὺς δυό μας ἀνάμεσα καὶ γύρω ἀπὸ μᾶς,
στὸ χῶρο τῆς γῆς, τέμνει τὴν ἄβυσσο.

XIV
Τὸ ξέρω ὅτι ἤσουν καὶ πρὶν
γεννηθῶ. Τὸ ὕψος σου
πάντως βγῆκε ἀπὸ μέσα μου.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Joe Dassin - Κι αν δεν υπήρχες εσύ - Et Si Tu N'existais Pas

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου γιατί να υπήρχα εγώ
Για να σέρνομαι σ' ένα κόσμο χωρίς εσένα
Χωρίς ελπίδα και χωρίς λύπη
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Θα προσπαθούσα να εφεύρω την αγάπη
Όπως ένας ζωγράφος που βλέπει κάτω απ' τα ακροδάχτυλά του
Να γεννιούνται τα χρώματα της μέρας
Και του φαίνεται απίστευτο

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου για ποιόν εγώ να υπήρχα
Περαστικές γυναίκες κοιμισμένες στην αγκαλιά μου
Που δε θ' αγαπήσω ποτέ
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Δε θα ήμουν παρά μια κουκίδα
Μέσα σ' ένα κόσμο που πάει κι έρχεται
Θα ένιωθα χαμένος
Θα είχα ανάγκη εσένα

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες που πώς εγώ θα υπήρχα
Θα μπορούσα να υποκριθώ πως είμαι εγώ
Μα δε θα ήταν η αλήθεια
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πιστεύω πως θα είχα βρει
Το μυστικό της ζωής, το γιατί
Απλά για να σε δημιουργήσω
Και για να σε κοιτάζω

Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Πες μου γιατί εγώ να υπήρχα
Για να σέρνομαι σ' ένα κόσμο χωρίς εσένα
Χωρίς ελπίδα και χωρίς λύπη
Κι αν δεν υπήρχες εσύ
Θα προσπαθούσα να εφεύρω την αγάπη
Όπως ένας ζωγράφος που βλέπει κάτω απ' τα ακροδάχτυλά του
Να γεννιούνται τα χρώματα της μέρας
Και του φαίνεται απίστευτο

Et Si Tu N'existais Pas

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pourquoi j'existerais
Pour traîner dans un monde sans toi
Sans espoir et sans regret
Et si tu n'existais pas
J'essaierais d'inventer l'amour
Comme un peintre qui voit sous ses doigts
Naître les couleurs du jour
Et qui n'en revient pas

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pour qui j'existerais
Des passantes endormies dans mes bras
Que je n'aimerais jamais
Et si tu n'existais pas
Je ne serais qu'un point de plus
Dans ce monde qui vient et qui va
Je me sentirais perdu
J'aurais besoin de toi

Et si tu n'existais pas
Dis-moi comment j'existerais
Je pourrais faire semblant d'être moi
Mais je ne serais pas vrai
Et si tu n'existais pas
Je crois que je l'aurais trouvé
Le secret de la vie, le pourquoi
Simplement pour te créer
Et pour te regarder

Et si tu n'existais pas
Dis-moi pourquoi j'existerais
Pour traîner dans un monde sans toi
Sans espoir et sans regret
Et si tu n'existais pas
J'essaierais d'inventer l'amour
Comme un peintre qui voit sous ses doigts
Naître les couleurs du jour
Et qui n'en revient pas

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Γεώργιος Βιζυηνός — Αποχωρισμός «... μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!»

They were waiting for him at the end of the jetty

Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή,
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ,
μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά, σηκώνουν κύμα βροντερό·
θαρρείς ανάλειωσεν η γη και τρέχ' η στράτα, σα νερό,
και γω το κύμα τ' ακλουθώ
Μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Όσες γλυκάδες και χαρές μας περιχύν' ο ερχομός,
τόσες πικράδες και χολές μας δίν' ο μαύρος χωρισμός!
Ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ…
Μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ' η ψυχή!
Δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή,
να με φυλάγει μη χαθώ,
μάνα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Γράμμα

Girl Writing With Giant Pencil In Windy Window Room
Wallpaper Gallery: Situations
Δὲν ἔχω ἕνα φύλλο ἀπ᾿ τὰ παλιὰ πράσινα δέντρα.

Σοῦ γράφω τὴ λύπη μου σ᾿ αὐτὸ τὸ χαρτί.
τόσο ἐλαφριὰ ποὺ νὰ στὴ φέρει ὁ ἄνεμος,
τόσο καλὴ καὶ τρυφερὴ ποὺ νὰ μὴ παραξενευτεῖ ὁ ἥλιος,
εὐγενικὴ σὰν τὴ σιωπὴ ποὺ περπατεῖ στὸ χορτάρι
τὴ νύχτα, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ σὰν τὸ νεράκι ποὺ τρέχει
καὶ δὲ μαντεύεις πὼς τὸ γέννησε ἡ χτεσινὴ καταιγίδα.

Πολλοὶ σκοτώθηκαν. Πολλοὶ ζοῦμε. Ὅλοι μας εἴμαστε
λαβωμένοι. Εἶναι βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο μας ὁ κόσμος.

Μὲ τὴ σιωπὴ τῆς θάλασσας θὰ λάβεις τὴ λύπη μου.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ αἰώνιό μου Μή με λησμόνει!
Εἶναι ἕνα φῶς διπλωμένο ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα μικρὸ συννεφάκι.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ ἀρνάκι, μιὰ κ᾿ εἶσαι κοντὰ στὸ θεό,
νὰ τ᾿ ὁδηγήσεις σ᾿ ἕνα πράσινο κῆπο του.

Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ βρέφος μὲ τὸ τσακισμένο ποδαράκι.
Ἀνεβασέ το στὸ παράθυρο μὲ τὸν αὐγερινό,
κοντὰ στὸν κόσμο, κοντὰ στὸ ὄνειρο,
κοντὰ στὴν καλοσύνη σου, ποὺ εἶναι ζεστὴ σὰ μιὰ ἀνάσα μητέρας,
κοντὰ στὸ τζάκι ποὺ ὀνειρεύεσαι μὲ τὸ χέρι στὸ μέτωπο
τὴν εὐτυχία τοῦ πεινασμένου, τοῦ στρατιώτη, τοῦ ἄρρωστου.
Βάλτο κοντὰ στὴν πράσινη σημαία. Κοντὰ στὸ κόκκινο
ἄλογο. Στὴ μητέρα σου πλάι, ποὺ τριγυρισμένη
ἀπ᾿ τοῦ Γενάρη τοὺς σπουργῖτες, γνέθει τὴν ἐλπίδα.

Βάλτο κοντὰ στὸ στεναγμὸ τῆς φιλίας. Κοντὰ-κοντά.
Βάλτο νὰ κάτσει, κι ἄνοιχτου σὰν ἕνα γέλιο τὸ παράθυρο
νὰ ἰδεῖ τὸν κόσμο.