Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση
«Μέσα Από Σένα»

THE SUN ROSE LIKE A DRAWN SWORD
Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα
.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.


Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα

Άλμπουμ: το αστέρι κι η ευχή 

Επεξεργασία βίντεο: Άρωμα Ψυχής 

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Βασιλική Δεδούση — Άστικτο δράμα


Δώσε ένα σολ και μετά ένα ντο
Σολ ντο
Παλάμες αταίριαστες στο χεράκι του χαριτωμένου
Κοριτσιού πάνω απ’ τα πλήκτρα
Πόσο μικρά είναι τα χέρια μου πονεμένα από την
Αδεξιότητά τους όχι άλλα τα πλήκτρα τα δικά μου

Αυτό που γίνεται στις χορδές κρύβει τα μυστικά
Της ομορφιάς από ιερόσυλα βλέμματα
Επιδέξια αγγίζει η ψυχή τα πλήκτρα της εκεί
Μέσα στο άδυτο των χορδών

Περιττά τα σκηνικά δυο καθίσματα ένα χαμηλό
Τραπέζι κεριά
Πάνω σε ένα πιάνο μεγάλο στη μέση
Θαυμάσια θα ταίριαζαν
Άδεια να ΄ναι η κατάμαυρη σκηνή χώρο
Θέλει ο πόνος
Ν΄ απλωθεί οι κραυγές να φτάνουν στο τώρα ζωντανές

Με μια κίνηση τα δίνεις όλα

Αγωνία θαυμασμός αποσιωπητικές παύσεις
Οργισμένες απορίες τέλος κομματιαστές ανάσες

Ένα μαντήλι η μόνη λευκή πινελιά πάνω στο μαύρο
Κάθε τόσο σφουγγίζει το παραλήρημα των ανοιχτών πληγών

Μια φράση μοχλός ανοίγει βαριές πύλες
Και κλείνουν σφραγίζουν τα ταραγμένα φρένα
Δεν την άντεξαν δεν αντέχουν όλοι τα ίδια
Η φράση έγινε ανοιχτή πύλη φρενοκομείου

Μάνα τα λόγια σου πρόσεχε πιότερο
Απ’ το ψωμί που δεν κάθεται στην καρδιά σου
Τα σχωρεμμένα λόγιαζες αμαρτωλά άλλο το ανόμημα
Να λες μετά δε το ‘θελα είναι άχρηστο και ανώφελο

Τέσσερις οκτάβες τρέμουν απ’ την αναμονή
Αγωνία των χορδών να δώσουν
Κατάμαυρο σκηνικό οι ψυχές απλωμένες
Ασφυκτιούν σε περιορισμένο χώρο
Τα φώτα δίνουν τη νότα την πρώτη
Ο φωτισμός δίνει ένα σολ και μετά ένα απρόσμενο ντο
Οι αχόρδιστες ψυχές ξυπνούν οι θύμισες στριμώχνονται
Να μπουν σε μια σειρά συγχορδίας
Σολ ντο
Μι ρε λα

Μήπως κάπως έτσι δεν αρχίζουν όλα

--------------
Εμπνευσμένο από «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, σε σκηνοθεσία Ηλία Λογοθέτη και παραγωγή της Θεατρικής Εταιρείας ΩΔΗ, στο Θέατρο της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Jorge Luis Borges - Ποίημα στους φίλους / Poema a los Amigos – A Poem to Friends

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσειςγια όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
The friendship
πρώτη ανάρτηση: χαμομηλάκι

Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.

Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.

Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.

Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.

Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.


πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα,
μετάφρ. Δ. Καλομοίρης, Ελληνικά Γράμματα, 1995


A Poem to Friends – Jorge Luis Borges
 


I cannot give you solutions to all life’s problems,
Nor do I have answers to your doubts or fears
But I can listen to you and share it with you
I cannot change neither your past nor your future.
But when you need me I’ll be by your side.
I cannot prevent you from stumbling
I can only offer you my hand to hold on to you so you won’t fall.
Your joys, your victories, your successes are not mine.
But I truly enjoy it when I see you happy.
I do not judge the decisions you take in life.
I constrain myself to support you, to stimulate and to help you if you ask me to.
I cannot draw limits for you within which you must act,
But I can offer you the space needed to grow.
I cannot avert your sufferings when some pain is breaking your heart.
But I can cry with you and pick up the pieces to armour it again.
I cannot tell you who you are, nor who you should be.
I can only love you as you are and be your friend.
These days, I have been thinking about my friends, amongst whom you appeared.
You were neither on top, nor at the bottom, nor in the middle.
You were not heading nor concluding the list.
You were not the first number, nor the last.
And neither do I pretend to be the first, the second, or the third on your list.
It’s enough if you want me as a friend.
Thank you for being one.

Poema a los Amigos
No puedo darte soluciones para todos los problemas de la vida,
Ni tengo respuestas para tus dudas o temores
Pero puedo escucharte y compartirlo contigo
No puedo cambiar tu pasado ni tu futuro.
Pero cuando me necesites estaré junto a ti.
No puedo evitar que tropieces.
Solamente puedo ofrecerte mi mano para que te sujetes y no caigas.
Tus alegrías, tus triunfos y tus éxitos no son míos.
Pero disfruto sinceramente cuando te veo feliz.
No juzgo las decisiones que tomas en la vida.
Me limito a apoyarte, a estimularte y a ayudarte si me lo pides.
No puedo trazarte límites dentro de los cuales debes actuar,
Pero sí te ofrezco el espacio necesario para crecer.
No puedo evitar tus sufrimientos cuando alguna pena te parta el corazón.
Pero puedo llorar contigo y recoger los pedazos para armarlo de nuevo.
No puedo decirte quien eres ni quien deberías ser.
Solamente puedo amarte como eres y ser tu amigo.
En estos días pensé en mis amigos y amigas, entre ellos, apareciste tu.
No estabas arriba, ni abajo ni en medio.
No encabezabas ni concluías la lista.
No eras el número uno ni el número final.
Y tampoco tengo la pretensión de ser el primero, el segundo o el tercero de tu lista.
Basta que me quieras como amigo.
Gracias por serlo.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

Richard Redgrave The Emigrant's Last Sight of Home
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Ἀθήνα, ἄνοιξη '38


Ανάλυση
Το 1938 ο Γιώργος Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα από την Κορυτσά, όπου είχε διοριστεί Πρόξενος της Ελλάδας το 1936.Ο ποιητής γυρίζοντας στην πατρίδα του βρίσκει το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά (1936-1941) καλά εδραιωμένο και βιώνει με απογοήτευση, όχι μόνο το καθεστώς ανελευθερίας που έχει επιβληθεί, αλλά και την τοποθέτησή του στη Διεύθυνση Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, την οποία ως κυβερνητικός υπάλληλος δεν μπορεί να αρνηθεί.

Ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να εργαστεί για τη στρατιωτική κυβέρνηση κι αυτό του δημιουργεί δυσφορία και δυσκολία στο να αποδεχτεί το νέο του ρόλο.
Η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα, η προσωπική απογοήτευση του ποιητή, καθώς και η απειλή του πολέμου που δεσπόζει στην Ευρώπη -το Μάρτη του 1938 η Γερμανία θα προσαρτήσει την Αυστρία- βρίσκουν την έκφρασή τους σ’ αυτό το εξαιρετικό ποίημα, όπου ο Σεφέρης εκφράζει όλη του την πικρή διάθεση και την αδυναμία του να συμβιβαστεί με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τόπο του.

Αναλυτικότερα:

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.


Το ποίημα δίνεται ως διάλογος ανάμεσα στον ξενιτεμένο που επιστρέφει και σ’ ένα φίλο του, που φαίνεται να γνωρίζει πάρα πολύ καλά τις σκέψεις και τα συναισθήματα του ξενιτεμένου. Ο ποιητής δημιουργεί εδώ δύο προσωπεία, δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού του, για να παρουσιάσει εναργέστερα τα αντικρουόμενα συναισθήματά του.
Η επιθυμία του ξενιτεμένου να επιστρέψει στην πατρίδα του, στρέφεται περισσότερο προς την πατρίδα όπως τη γνώριζε προτού φύγει. Ο ξενιτεμένος προσδοκούσε να βρει τα πράγματα όπως ακριβώς τα είχε αφήσει, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό, γιατί οι αλλαγές που έχουν επέλθει τόσο στην πατρίδα του όσο και στον ίδιο είναι πλέον ανέκκλητες.
Το ποίημα ξεκινά με τη διαπίστωση πως ο ξενιτεμένος στα χρόνια που απουσίαζε έχει διαμορφώσει τις σκέψεις και τις προσδοκίες του στα πλαίσια μιας άλλης χώρας, μακριά από τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα του. Επομένως, οι προσδοκίες του αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της χώρας του και δεν μπορούν να υλοποιηθούν.
Η διαπίστωση αυτή γίνεται από το φίλο του ξενιτεμένου, ο οποίος τον προειδοποιεί από την αρχή κιόλας πως ό,τι σχεδίαζε και σκεφτόταν όσο βρισκόταν μακριά από την Ελλάδα, βασίστηκε σε δεδομένα που δεν ισχύουν πια. Η κατάσταση στην πατρίδα έχει αλλάξει ριζικά.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.


Ο ξενιτεμένος γυρίζοντας αναζητά τον παλιό του κήπο, το χώρο όπου μεγάλωσε, μα με έκπληξη διαπιστώνει πως όλα γύρω του είναι πολύ μικρότερα απ’ ό,τι τα θυμόταν. Ο ποιητής αξιοποιεί μια γενική διαπίστωση των ανθρώπων που επιστρέφουν σε τόπους που έχουν να δουν από παιδιά -τα πάντα φαίνονται μικρότερα- φτάνοντας όμως την αίσθηση αυτή στην υπερβολή της -τα δέντρα φτάνουν ως τη μέση του και οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια-, ώστε να δείξει παραστατικότερα το μέγεθος της απογοήτευσής του. Γυρίζοντας στην Ελλάδα βρίσκει τα πράγματα σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι θα επιθυμούσε ή θα περίμενε κι αυτό δημιουργεί στον ποιητή έντονα συναισθήματα απογοήτευσης και διάψευσης των προσδοκιών του. Όλα γύρω του μοιάζουν μικρότερα, όλα γύρω του αποπνέουν την αίσθηση παραίτησης και υποταγής που έχει κυριαρχήσει στη χώρα.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

..............
η συνέχεια εδώ

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κωστής Παλαμάς - Το Τραγούδι των προσφύγων

Αφιερωμένο στον κ. Σίμο Μενάρδο

...Για την καινούργια γέννα
όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθη
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.


Μα πως τα μάγια λύθηκαν! Πως έκαμε η κατάρα
την όψη σου όψη κλαίουσας γυρτής προς μνήμα ιτιάς!
καμιά κορδή σου ας μη σου μείνη ασύντριφτη, κιθάρα
της δάφνης και της λεβεντιάς! 

Όχι, Μακριά κι η απελπισία, μακριά και οργή και θρήνος!
Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών,
θείε Άγγελε του τραγουδιού βοήθα ν’ ανθίση 
ο κρίνος των Ευαγγελισμών!. 
Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλια
και στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατολής,
τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια,
βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής. 

Ας ριζωθούν, α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια,
και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα, να γενούν, 

αίματα, νεύρα και θύμα και χέρια εκδικητήρια.

Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν! 

Κ’ εσείς! Χαρά και η φτώχια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια,
ικέτες τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού,
της αργατιάς της αρχοντιάς δαρμένο, απομεινάρια 
της φλόγας και του μαχαιριού, τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας, 
σπίτια, αγαθά, θεία δώρα,
παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα: πουλιά,
όπου όργωνε ο έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα,
πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά. 

Στάχια όπου χρύσωναν τη γη μαυρολογών κοράκου
Τα δάκρυα καταπίνονται, ζητάτε (όϊ με η στιγμή
που σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι!) 

γωνιά ζητάτε και ψωμί. 
Κι ό,τι θα αισθάνεστε πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλα 
και πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά
κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω είναι μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά.
Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι’ οι αλύτρωτοι εδώ πέρα.
δώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή.
Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι
τα’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,
του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη
στον ένα αόρατο Θεό. 

Τέτοια η πατρίδα. Θεός κι αυτή. Απάνου από τα σπίτια,
απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια,
μια ειν’ η πατρίδα, και παντού. 

Μια ειν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο
της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή,
χωρίς καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο,
κι η προσταγή της: Αδελφοί! 

Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνος
μακριά! Στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών,
βοήθα, Άγγελε του Τραγουδιού, ν’ ανθίση ο άσπρος κρίνος
των Ευαγγελισμών. 


3 του Νοέμβρη 1922

Αυτό είναι το «Τραγούδι των προσφύγων»

Ο Παλαμάς, με ημερομηνία 3/11/1922 το έγραψε και στις 8/12/22 το απήγγειλε η Κούλα Ζερβού Αγκωνάκη σε μια προεσπερίδα που οργάνωσε η ίδια για τους πρόσφυγες, μαζί με τον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός».

Ο Παλαμάς ένιωσε τον σφυγμό των ξεριζωμένων Ελλήνων αλυτρώτων, που λαβωμένοι με χαίνουσες ακόμη πληγές από το μαρτυρικό χαμό τόσων δικών τους, να σέρνονται ξεβράσματα μιας φουρτούνας αδοκίμαστης στην μακραίωνη ιστορία του γένους μας, ριγμένοι στις ακρογιαλιές της ελεύθερης πατρίδας μας.

Πρόσφυγες διωγμένοι από την πατρώα γη τους γέμιζαν με πόνο και τα κουρέλια τους τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες των Ελληνικών πόλεων, σαστισμένοι στο κακό που τους βρήκε, αλλά και στις συνέπειες για όλους τους Έλληνες γενικά. Το ποίημα αυτό ο Παλαμάς το ενσωμάτωσε στη συλλογή του «Πεντασύλλαβοι και Παθητικά Κρυφομιλήματα», μια σειρά δηλαδή με τίτλο «Επικοί καιροί».
Έγραψε στο ίδιο πνεύμα και τους «Λύκους», κι αυτό Τυρταιϊκού τύπου τραγούδι, κραυγή πόνου και οργής. Δημοσιεύθηκε στη «Μούσα» τον Οκτώβριο του 1922 και το έγραψε κατά τις ημερομηνίες 27/8 – 2/9 και 7/9 του 1922. Το «Τραγούδι των Προσφύγων», είναι ταυτόχρονα και μια αισιόδοξη λυτρωτική λύση στο δράμα της εθνικής ψυχής γενικά. Αμφότερα αυτά τα ποιήματα του Παλαμά είναι μια νέα παραλλαγή της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, με τον Ανταίο που αποκτούσε δύναμη ξαναπατώντας στη μάνα γη ή του φοίνικα που ορμούσε σε νέες πτήσεις μέσα απ’ τα αποκαΐδια.
Ο Παλαμάς γαληνεύει και ενθαρρύνει για γέννηση ελπίδας και νέα ριζώματα, νέα δημιουργία, σπόρο εθνικού ξαναγεννημού. Πράγματι η προφητεία του επαληθεύτηκε, η συμβολή των προσφύγων στην οργάνωση της νέας Ελληνικής ζωής, ήταν άνθισμα στον εθνικό μας βίο προς τα εμπρός. 

Πέραν της αισθητικής τους αρτιότητας, τα δυο ποιήματα των «Επικών καιρών, και της απόλυτα αριστοτεχνικής επεξεργασίας του θέματος, η αρμονία κι η μουσικότητα ανώτερης ομορφιάς. Και σε άλλα ποιήματά του ο Παλαμάς αναφέρεται στο μικρασιατικό δράμα του 1922.

Μιχάλης Μιχαηλίδης


 http://mikrasiatis.gr

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Δειλινό


Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω.
Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,

είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.