Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Federico Garcia Lorca - Ο ίσκιος της ψυχής μου / La sombra de mi alma / My Soul’s Shadow

Vision gift from the peaks of my soul...by IosifChezan
Ο ίσκιος της ψυχής μου
χάνεται μέσα σε ένα σούρουπο από αλφάβητα
ομίχλη από βιβλία
και λόγια
Ο ίσκιος της ψυχής μου!
Έφτασα στη γραμμή όπου σταματά
η νοσταλγία
και το δάκρυ μεταμορφώνεται
σε αλάβαστρο του νου
Ο ίσκιος της ψυχής μου
Η ανέμη του πόνου
φτάνει στο τέλος της
μα μέσα μου απομένει, ουσία και λόγος,
ένα παλιό μεσημέρι από χείλη,
ένα παλιό μεσημέρι
από βλέμματα
Ένας θολός λαβύρινθος
από σκοτεινιασμένα αστέρια
πλέκεται με τις αυταπάτες μου
που έχουν σχεδόν μαραθεί
Ο ίσκιος της ψυχής μου!
Μια προαίσθηση
ρουφάει τη ματιά μου
Βλέπω τη λέξη έρωτας
να γίνεται ρημάδι
Αηδόνι!
Ω αηδόνι μου!
Τραγουδάς ακόμα;


LA SOMBRA DE MI ALMA
La sombra de mi alma
Huye por un ocaso de alfabetos,
Niebla de libros
Y palabras.
¡La sombra de mi alma!
He llegado a la línea donde cesa
La nostalgia,
Y la gota de llanto se transforma
Alabastro de espíritu.
(¡La sombra de mi alma!)
El copo del dolor
Se acaba,
Pero queda la razón y la sustancia
De mi viejo mediodía de labios
De mi viejo mediodía
De miradas.
Un turbio laberinto
De estrellas ahumadas
Enreda mi ilusión
Casi marchita.
¡La sombra de mi alma!
Y una alucinación
Me ordeña las miradas.
Veo la palabra amor
Desmoronada.
¡Ruiseñor mío!
¡Ruiseñor!
¿Aún cantas?

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ιγνατίου Τάφος

Konstantin Savitsky, monk 1897
Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.
Άπαγε· εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος·
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.
Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα· αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχής
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.


Ανάλυση

Ιστορικοφανές ποίημα. Ο Ιγνάτιος/Κλέων είναι φανταστικό πρόσωπο. Η μεταβολή του κοσμικού ονόματος (εδώ, Κλέων) είναι κανόνας ιδίως για όσους ασπάζονται το μοναχικό σχήμα.


Ο Καβάφης στο ποίημα «Ιγνατίου Τάφος» προσεγγίζει το θέμα της υστεροφημίας, και ειδικότερα της επιθυμίας των ανθρώπων να διαμορφώνουν οι ίδιοι τον τρόπο με τον οποίο θα τους θυμούνται οι άλλοι άνθρωποι. Υπ’ αυτή την έννοια ο Ιγνάτιος αποκηρύσσει το παρελθόν του και τον νεανικό τρόπο ζωής του και δηλώνει απερίφραστα πως η πραγματική του ζωή ξεκίνησε μόνο όταν γνώρισε τον χριστιανισμό.

Εδώ δεν είμαι ο Κλέων που ακούσθηκα
στην Αλεξάνδρεια (όπου δύσκολα ξιπάζονται)
για τα λαμπρά μου σπίτια, για τους κήπους,
για τ’ άλογα και για τ’ αμάξια μου,
για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσα.


Το ποίημα είναι ένα είδος επιτύμβιου που έρχεται να συνοψίσει τη ζωή του ανθρώπου που έχει πια πεθάνει και βρίσκεται ενταφιασμένος «εδώ», όπως υποδηλώνει η πρώτη λέξη του ποιήματος. 
Σ’ αυτόν τον Τάφο, λοιπόν, δεν βρίσκεται ο Κλέων που απέκτησε μεγάλη φήμη στην Αλεξάνδρεια -στην πλούσια Αλεξάνδρεια, όπου οι άνθρωποι δύσκολα αποκτούν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και δύσκολα γίνονται υπερόπτες, εφόσον οι περισσότεροι απολαμβάνουν πολυτελή διαβίωση-, για τα λαμπρά του σπίτια, τους κήπους, τα άλογα και τ’ αμάξια του, για τα διαμαντικά και τα μετάξια που φορούσε.
Εδώ, δεν είναι ενταφιασμένος ο εξαιρετικά πλούσιος Κλέων που συνήθιζε να ντύνεται με πολυτελέστατα ενδύματα και να απολαμβάνει έναν βίο αφιερωμένο στα υλικά αγαθά και στη χλιδή.

Άπαγε∙ εδώ δεν είμαι ο Κλέων εκείνος∙
τα εικοσιοκτώ του χρόνια να σβυσθούν.


Σήκω φύγε, δηλώνει με αγανάκτηση ο ήρωας του ποιήματος, και δηλώνει πως εδώ δεν είναι πια εκείνος ο Κλεων∙ κι ακόμη περισσότερο ζητά τα 28 του χρόνια να σβησθούν και να ξεχαστούν. Τα 28 χρόνια που έζησε ως Κλέων και τα αφιέρωσε στα πλούτη και στις απολαύσεις, δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ενδεικτικά της προσωπικότητάς του και της αληθινής ταυτότητάς του.

Είμ’ ο Ιγνάτιος, αναγνώστης, που πολύ αργά
συνήλθα∙ αλλ’ όμως κ’ έτσι δέκα μήνες έζησα ευτυχής
μες στην γαλήνη και μες στην ασφάλεια του Χριστού.


Είμαι ο Ιγνάτιος, δηλώνει η αφηγηματική φωνή, και μας παρουσιάζει έτσι το χριστιανικό όνομα που έλαβε όταν έγινε «αναγνώστης», μισοκληρικός δηλαδή, κι αποφάσισε να αφοσιωθεί στη λατρεία του Θεού, ζώντας μακριά από την τρυφή του κοσμικού βίου. 
Ο Ιγνάτιος/Κλέων, βέβαια, «συνήλθε» πολύ αργά, εφόσον πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από τις αρχές του χριστιανισμού, δοσμένος στην κενότητα του υλικού πλούτου. Καίριας σημασίας το ρήμα «συνήλθα», μιας και φανερώνει πως ο Ιγνάτιος εκλαμβάνει τα χρόνια που πέρασε ως εθνικός ή έστω ως μη χριστιανός, σαν μια περίοδο κατά την οποία ήταν δοσμένος σε μια πλάνη, χωρίς να έχει πλήρη συνείδηση του εαυτού του και της δράσης του.
Ο Ιγνάτιος αργεί να συνέλθει από το δέλεαρ της ανέφελης ζωής του πλούτου και περνά έτσι μόλις δέκα μήνες ως χριστιανός. Ένα σύντομο διάστημα, το οποίο όμως είναι πολύ σημαντικό για τον ίδιο, εφόσον αυτοί οι δέκα μήνες ήταν μια περίοδος πραγματικής ευτυχίας, αφού τους πέρασε μέσα στη γαλήνη και στην ασφάλεια που του παρείχε ο Χριστός.
Προσέχουμε πως παρά το γεγονός ότι ο Καβάφης δεν ήταν ένας αφοσιωμένος χριστιανός, εντούτοις δεν παύει να εκφράζει την εκτίμησή του για την ψυχική εκείνη γαλήνη που προσφέρει η θρησκεία αυτή στους πιστούς της. 
Η αίσθηση ασφάλειας που προσφέρει ο Χριστιανισμός μέσα από τη διαβεβαίωση πως υπάρχει η προοπτική μιας αιώνιας ζωής μετά το θάνατο∙ η αίσθηση ασφάλειας που προκύπτει από την επίγνωση πως μια ανώτερη δύναμη βρίσκεται εκεί για να προφυλάξει τους ανθρώπους, όπως κι η ευκαιρία συνειδητοποίησης πως δεν έχουν ανάγκη τα υλικά αγαθά και τις λοιπές εκφάνσεις της ματαιότητας είναι στοιχεία που συγκινούν τον ποιητή.

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Τα Άλογα του Αχιλλέως

ΞΑΝΘΟΣ και ΒΑΛΙΟΣ - Τα Θεϊκά άλογα του Αχιλλέα
Giorgio de Chirico 1963
Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Ιλιάδα, Ραψωδία Ρ (426-458)

426 ἵπποι δ᾽ Αἰακίδαο μάχης ἀπάνευθεν ἐόντες
κλαῖον, ἐπεὶ δὴ πρῶτα πυθέσθην ἡνιόχοιο
ἐν κονίῃσι πεσόντος ὑφ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο.
ἦ μὰν Αὐτομέδων Διώρεος ἄλκιμος υἱὸς
430 πολλὰ μὲν ἂρ μάστιγι θοῇ ἐπεμαίετο θείνων,
πολλὰ δὲ μειλιχίοισι προσηύδα, πολλὰ δ᾽ ἀρειῇ·
τὼ δ᾽ οὔτ᾽ ἂψ ἐπὶ νῆας ἐπὶ πλατὺν Ἑλλήσποντον
ἠθελέτην ἰέναι οὔτ᾽ ἐς πόλεμον μετ᾽ Ἀχαιούς,
ἀλλ᾽ ὥς τε στήλη μένει ἔμπεδον, ἥ τ᾽ ἐπὶ τύμβῳ
435 ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός,
ὣς μένον ἀσφαλέως περικαλλέα δίφρον ἔχοντες
οὔδει ἐνισκίμψαντε καρήατα· δάκρυα δέ σφι
θερμὰ κατὰ βλεφάρων χαμάδις ῥέε μυρομένοισιν
ἡνιόχοιο πόθῳ· θαλερὴ δ᾽ ἐμιαίνετο χαίτη
440 ζεύγλης ἐξεριποῦσα παρὰ ζυγὸν ἀμφοτέρωθεν.
μυρομένω δ᾽ ἄρα τώ γε ἰδὼν ἐλέησε Κρονίων,
κινήσας δὲ κάρη προτὶ ὃν μυθήσατο θυμόν·
ἆ δειλώ, τί σφῶϊ δόμεν Πηλῆϊ ἄνακτι
θνητῷ, ὑμεῖς δ᾽ ἐστὸν ἀγήρω τ᾽ ἀθανάτω τε;
445 ἦ ἵνα δυστήνοισι μετ᾽ ἀνδράσιν ἄλγε᾽ ἔχητον;
οὐ μὲν γάρ τί πού ἐστιν ὀϊζυρώτερον ἀνδρὸς
πάντων, ὅσσά τε γαῖαν ἔπι πνείει τε καὶ ἕρπει.
ἀλλ᾽ οὐ μὰν ὑμῖν γε καὶ ἅρμασι δαιδαλέοισιν
Ἕκτωρ Πριαμίδης ἐποχήσεται· οὐ γὰρ ἐάσω.
450 ἦ οὐχ ἅλις ὡς καὶ τεύχε᾽ ἔχει καὶ ἐπεύχεται αὔτως;
σφῶϊν δ᾽ ἐν γούνεσσι βαλῶ μένος ἠδ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ὄφρα καὶ Αὐτομέδοντα σαώσετον ἐκ πολέμοιο
νῆας ἔπι γλαφυράς· ἔτι γάρ σφισι κῦδος ὀρέξω
κτείνειν, εἰς ὅ κε νῆας ἐϋσσέλμους ἀφίκωνται
455 δύῃ τ᾽ ἠέλιος καὶ ἐπὶ κνέφας ἱερὸν ἔλθῃ·
ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐνέπνευσεν μένος ἠΰ.
τὼ δ᾽ ἀπὸ χαιτάων κονίην οὖδας δὲ βαλόντε
ῥίμφα φέρον θοὸν ἅρμα μετὰ Τρῶας καὶ Ἀχαιούς.


Μετάφραση

Του Αχιλλέα τ’ άλογα όντας μακριά απ’ τη μάχη

θρηνούσαν, μόλις ένιωσαν ο Πάτροκλος να πέφτει
στη σκόνη απ’ τον Έκτορα του αντροφονιά το χέρι.
Ο Αυτομέδοντας, ο γιος ο δυνατός του Διώρη,
με το γοργό μαστίγι του τα έσπρωχνε να φύγουν
κι άλλοτε με γλυκόλογα κι άλλοτε με φοβέρες∙
αλλ’ όπως στέκει ασάλευτη μια στήλη σ’ έναν τάφο
ενός άντρα που πέθανε ή και γυναίκας κάποιας,
έτσι έμεναν ασάλευτα στ’ αμάξι τους ζεμένα
σκύβοντας τα κεφάλια τους∙ τα δάκρυά τους στο χώμα
απ’ τα βλέφαρά τους θερμά κυλούσαν απ’ το κλάμα∙
ποθούσαν τον ηνίοχο∙ οι πλούσιες χαίτες τους
πλάι στο ζυγό σκονίζονταν ξεφεύγοντας τη ζεύγλα.
Όταν τα είδε να θρηνούν, τα πόνεσε ο Δίας,
κούνησε το κεφάλι του και στην καρδιά του είπε:
«Δύστυχα, τι σας δώσαμε στο βασιλιά Πηλέα,
θνητό, ενώ αγέραστα κι αθάνατα σεις είστε;
Τάχα πόνους για να ‘χετε με δύστυχους ανθρώπους;
Πιο δύστυχο απ’ τον άνθρωπο πλάσμα δεν είναι άλλο
απ’ όλα όσα σέρνονται στη γη και αναπνέουν.
Στο πλουμιστό αμάξι σας δε θ’ ανέβει ωστόσο
ο Πριαμίδης Έκτορας∙ δε θα του το αφήσω.
Δε του φτάνει που έχοντας τα όπλα καμαρώνει;
Στα γόνατά σας, στην καρδιά σας δύναμη θα σας δώσω,
τον Αυτομέδοντα μεμιάς να βγάλετε απ’ τη μάχη,
στα πλοία να τον φέρετε∙ σ’ αυτούς θα δώσω δόξα,
να σφάζουν, στα καλόσκαρμα πλοία ώσπου να φτάσουν
και δύσει ο ήλιος κι απλωθεί το ιερό σκοτάδι.»
Έτσι είπε και στα άλογα χάρισε ορμή μεγάλη.
Τίναξαν απ’ τις χαίτες τους στο έδαφος τη σκόνη
και μες σε Τρώες και Αχαιούς έσερναν το αμάξι.

Θεόδωρος Γ. Μαυρόπουλος

Ανάλυση
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης αξιοποιεί ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα για να συνθέσει το ποίημά του, τιμώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον μέγιστο των ποιητών, τον Όμηρο. Ο Καβάφης ακολουθεί στα βασικά του σημεία το ομηρικό κείμενο και φροντίζει να δώσει έμφαση σ’ εκείνα που φέρουν τα κεντρικά νοήματα που τον απασχολούν. Οι διαφοροποιήσεις, οπότε, όπου υπάρχουν, αποτελούν τους δείκτες ότι πρόκειται για κάποια ουσιώδη ιδέα που ο Καβάφης θέλει να τονίσει.

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως∙


Ο Πάτροκλος μπαίνει στη μάχη με τα όπλα του Αχιλλέα, θέλοντας να προκαλέσει φόβο στους Τρώες: 
«Και δώσε μου τα όπλα σου στους ώμους μου να βάλω,
πως είμαι συ νομίζοντας μήπως αποχωρήσουν 
οι Τρώες κι έτσι οι δυνατοί Αργείοι αναπνεύσουν, 
που τώρα βασανίζονται∙ καλή κι η λίγη ανάσα. 
(Ιλιάδα, Π 40-43)». 

Η παρέμβαση, ωστόσο, του Απόλλωνα θα δώσει στον Έκτορα την ευκαιρία να σκοτώσει τον ηρωικό σύντροφο του Αχιλλέα, ο οποίος όμως δεν είναι εκεί για να αποτρέψει ή έστω να δει το θάνατο του Πατρόκλου. 
Έτσι, τα άλογα του Αχιλλέα είναι εκείνα που πρώτα θα δουν και πρώτα θα θρηνήσουν τον ανδρείο και δυνατό Πάτροκλο.
Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα χαρακτηριστικά του Πατρόκλου, που τον καθιστούν ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό και προσφιλές πρόσωπο, βαρύνουσα σημασία έχει το ότι ήταν ακόμη πολύ νέος, γεγονός που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη τραγικότητα στο χαμό του.

η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.


Τα άλογα του Αχιλλέα, όντας τα ίδια αθάνατα, αγανακτούν μπροστά σ’ αυτό το άθλιο έργο του θανάτου, που μόλις στέρησε τη ζωή ενός αγαπημένου σ’ αυτά ανθρώπου. 
Ο θρήνος των αθάνατων αλόγων έχει τη δική του ξέχωρη αξία, διότι σε αντίθεση με τους θρήνους των θνητών που εμπεριέχουν και το στοιχείο του φόβου για το δικό τους μελλούμενο θάνατο, εκείνα είναι απαλλαγμένα από ανάλογους φόβους κι η οδύνη τους προκύπτει έτσι εντελώς αγνή.
Τα αθάνατα άλογα αποτελούν, συνάμα, μια σαφή υπόμνηση του εξέχοντος εκείνου προνομίου της αθανασίας, που, μη μπορώντας οι άνθρωποι να το γευτούν ποτέ, φρόντισαν να το αποδώσουν στους θεούς τους και στα άλλα δημιουργήματα της λογοτεχνικής τους φαντασίας.

Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.


Η βίαιη αντίδραση των αλόγων αποτελεί εναργή έκφραση του εσωτερικού τους πόνου∙ τινάζουν τα κεφάλια τους, κουνούν τη μακριά τους χαίτη και χτυπούν τη γη με τα πόδια τους, θέλοντας έτσι να εκδηλώσουν την οδύνη που αισθάνονται για τον αγαπημένο τους Πάτροκλο. Το θέαμα, άλλωστε, του νεκρού προκαλεί μεγάλη ενόχληση στα αθάνατα άλογα που δεν γνωρίζουν και δεν πρόκειται να γνωρίσουν ποτέ μια τέτοια κατάσταση αφανισμού. Ο ποιητής φροντίζει με τις συνεχείς παύλες που καλούν τον αναγνώστη να κάνει παύσεις στην ανάγνωση, να δώσει ...
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Emily Dickinson - Η ποιήτρια του αποκλεισμού και της απομόνωσης
Βιογραφικά - The poet of exclusion


«Αφιέρωμα στην Emily Dickinson (ποιήματα & επιστολές)»


Η ποιήτρια του αποκλεισμού και της απομόνωσης

Γράφει η Κατερίνα Φωτιάδου

Κατά τη δεσπόζουσα άποψη, η ποίηση της Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson 1830 – 1886) ανήκει στην πιο σημαντική προσφορά της αμερικανικής λογοτεχνίας. Έζησε σε εκείνη τη σημαδιακή χρονική περίοδο του δέκατου ένατου αιώνα, όπου εντελώς ξαφνικά, άρχισαν να εμφανίζονται διάφορα λογοτεχνικά έργα που εμφορούνταν από έναν ομοιόμορφο χαρακτήρα και ένα κοινό σύστημα αξιών.

Μέχρι τα εικοσιπέντε της, η Έμιλυ ήταν σαν όλες τις άλλες κοπέλες στα χωριά της Νέας Αγγλίας. Στις αρχές του 1850 ανήκε σε μια γενιά φιλαναγνωστών και φυσιολατρών που πήγαιναν εκδρομές στα δάση. Δείγματα απομόνωσης άρχισε να εκδηλώνει κατά το πέρασμά της δεκαετίας όλο και πιο συχνά και πιο απόλυτα.

............
Το 1862, έγραψε 366 ποιήματα μέσα σε ένα χρόνο, κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ πριν, 141 το 1863, 174 το 1864, 85 το 1865, και κάθε χρόνο έγραφε 10 με 50 ποιήματα ετησίως. Επομένως, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της, εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, που ήταν το πιο καθοριστικό ιστορικό γεγονός στη ζωή της.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου, η Ντίκινσον απομονώθηκε τόσο πολύ κοινωνικά, ώστε άρχισε να γίνεται ένας «τοπικός θρύλος»
Το 1868 ο Χίγκινσον την προσκάλεσε να πάει στη Βοστόνη για να συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, γυναικείων, λογοτεχνικών συντροφιών. Εκείνη του απάντησε σε μια επιστολή: «Αν θα σας ήταν απολύτως βολικό να ταξιδέψετε μέχρι εδώ πέρα στο Άμερστ θα χαιρόμουν πολύ, μα εγώ δεν διαβαίνω τον περίβολο του Πατέρα μου προς οποιοδήποτε σπίτι ή πόλη».
............
Άρχισε να παραμένει στο δωμάτιο της ακόμη κι όταν έρχονταν επισκέπτες και τους μιλούσε πίσω από την πόρτα αντί για πρόσωπο με πρόσωπο.

Το ντύσιμο της Ντίκινσον έγινε μύθος στο κουτσομπολιό της μικρής πόλης. Με άλλα λόγια και οι φορεσιές που προτιμούσε συνέβαλαν στη διάδοση ότι η Έμιλυ ήταν «διαφορετική» από όλους τους άλλους. Ο αδελφός της και η οικογένεια του προσπάθησαν να την προστατέψουν με το να αρνούνται να μιλούν γι αυτήν στους ντόπιους. Όταν η Ντίκινσον συνάντησε τον Χίγκινσον, ήταν ντυμένη στα λευκά, κάτι που είχε γίνει συνήθειά της, περίπου από την εποχή που απεβίωσε, ο Γουάντσγουέρθ, (1861-1862). Αργότερα τα λευκά έγιναν το αποκλειστικό ντύσιμό της.
............
Το φόρεμα από μόνο του δεν θα έφτανε να δημιουργήσει έναν μύθο ανάμεσα στους ντόπιους γύρω από την Έμιλι. Ήταν ένα τυπικό, βαμβακερό φόρεμα που το φορούσε μέσα στο σπίτι κι όταν έκανε καθημερινά δουλειές. Ήταν αναμφίβολα ο αναχωρητισμός της υπερβολικός ή άνευ εμφανούς λόγου που συνέβαλε στο να δώσει την εντύπωση της «περίεργης». 
Για παράδειγμα το 1867 μιλούσε στους επισκέπτες της πίσω από μια πόρτα και γενικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής της απέφευγε να τους αντικρίσει. Έτρεχε μακριά από την μπροστινή είσοδο όταν άκουγε χτύπημα στην πόρτα. Ελάχιστοι ντόπιοι την είχαν δει τότε, και όποτε συνέβη αυτό ήταν πάντα λευκοντυμένη.

Η Έμιλι άφησε ρητή εντολή να κάψουν όλη την αλληλογραφία της μετά το θάνατό της, και η Λαβίνια (Lavinia Norcross Dickinson (1833-1899), αδελφή) ατυχώς την εκτέλεσε. Μπορούμε να φανταστούμε, όμως την έκπληξή της, όταν βρήκε περισσότερα από δυο χιλιάδες ποιήματα και σημειώσεις μέσα σε ένα σεντούκι μαζί με τη δαγεροτυπία (
η πρώτη μέθοδος φωτογράφησης) της Έμιλι όταν ήταν περίπου δεκαέξι ετών.
............
Τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό της Ντίκινσον, δηλαδή το 1890 δημοσιεύτηκαν τα Ποιήματά της. Η πρώτη αυτή συλλογή ποιημάτων της περιελάμβανε 115 ποιήματα.

Συνοψίζοντας το χρονικό των εκδόσεων των έργων της Ντίκινσον είναι σημαντικό, καθώς αυτές επηρέασαν την δημόσια αποδοχή της. Αφότου κυκλοφόρησε η ολοκληρωμένη συλλογή των ποιημάτων της το 1955, η σχετική ερευνητική δραστηριότητα απογειώθηκε. Επιπλέον το ενδιαφέρον για την ποίηση της Ντίκινσον αυξήθηκε, καθώς οι νεώτερες εκδόσεις των έργων της παρέμεναν πιο πιστές στο όραμα της συγγραφέως.
............
Το κύριο και βαρύτερο εμπόδιο στην απόδοση των ποιημάτων της Ντίκινσον είναι η υποχρέωση του μεταφραστή να σηκώσει μεμιάς το πέπλο της αμφισημίας που στολίζει τις λέξεις της. Η μοναδική αυτή αρετή της ποίησης της, που είναι η αμφισημία και η ταυτόχρονη λιτότητα, χάνεται τότε αμέσως, όπως και το πολύπλοκο παιχνίδι των συνειρμών. Η μετάφραση εξαρτάται από την ερμηνεία της ποίησης. Δεν είναι εντελώς γλωσσολογική η λειτουργία του ποιήματος. Τι σημαίνουν οι λέξεις του; Πως συνδέονται για τον ποιητικό σκοπό; Επειδή το κυριολεκτικό νόημα πολλές φορές, όπως εδώ, είναι ακαθόριστο, αναγκαζόμαστε να δώσουμε υπόσταση στην ποιητική υπόσταση που διαμορφώνει τα ατομικά νοήματα. Το κατά λέξη νόημα δεν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί με γραμματικά και συντακτικά μέσα. Επιπλέον πολλά ποιήματα της Ντίκινσον είναι προσχέδια ή ημιτελή η ίδια δεν διαλέγει πάντα τη συγκεκριμένη «οριστική» λέξη, μας αφήνει πολλές επιλογές.

περισσότερα εδώ

Βιβλιογραφία
Emily Dickinson, «Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά», 
εκδόσεις Gutenberg.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Arthur Rimbaud - Le Dormeur du Val
Αυτός που κοιμάται στη ρεματιά


Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
Και λάμπει απ' το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ' τις αχτίδες.

Ένας στρατιώτης μ' ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
Κοιμάται κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ' τα νέφη,
Ωχρός, σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.

Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται
Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.

Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα.
Κοιμάται με το χέρι στο στήθος μες στον ήλιο,
Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δύο τρύπες.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ (1909-1956)
Από τον τόμο Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, Εκδ. Καστανιώτης



Le Dormeur du Val
C'est un trou de verdure où chante une rivière
Accrochant follement aux herbes des haillons
D'argent ; où le soleil, de la montagne fière,
Luit : c'est un petit val qui mousse de rayons.

Un soldat jeune, lèvre bouche ouverte, tête nue,
Et la nuque baignant dans le frais cresson bleu,
Dort ; il est étendu dans l'herbe sous la nue,
Pâle dans son lit vert où la lumière pleut.

Les pieds dans les glaïeuls, il dort. Souriant comme
Sourirait un enfant malade, il fait un somme :
Nature, berce-le chaudement : il a froid.

Les parfums ne font pas frissonner sa narine ;
Il dort dans le soleil, la main sur sa poitrine
Tranquille. Il a deux trous rouges au côté droit. 


Arthur Rimbaud
(20 Οκτωβρίου 1854 – 10 Νοεμβρίου 1891)