Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Μανόλης Ἀναγνωστάκης - Ἐπιτύμβιον / «Ἄ, ρὲ Λαυρέντη... »

Jack Levine. Gangster Funeral. 1952-53
Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

Ανάλυση
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης με πικρή ειρωνεία στηλιτεύει την υποκρισία που διακρίνει πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι φροντίζουν να δίνουν προς τα έξω μια εικόνα αξιοπρέπειας και ενδιαφέροντος για το συλλογικό συμφέρον, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά οπορτουνιστές που αποζητούν μονάχα την προσωπική τους καταξίωση.

Άνθρωποι σαν το Λαυρέντη του ποιήματος –η ταυτότητα του οποίου δεν έχει κάποια ουσιαστική σημασία, καθώς ο Λαυρέντης λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο, ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ενός γενικότερου ανθρώπινου τύπου- βρίσκονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής πράξης και αποτελούν φανέρωμα της πτώσης που χαρακτηρίζει πλέον την ελληνική, και όχι μόνο, πολιτεία.
Ακόμη και στους κόλπους της αριστερής παράταξης, που γεννήθηκε ως αντίδραση απέναντι στην ηθική και πολιτική σήψη των προηγούμενων γενιών και διεκδίκησε την ανανέωση και την αναδιαμόρφωση της κοινωνίας, με ζητούμενο πάντα την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότιμη αντιμετώπιση όλων των πολιτών, υπήρξαν αρκετοί άνθρωποι που δε δίστασαν να εκμεταλλευτούν τον όποιο σεβασμό απέκτησαν απ’ τους συμπολίτες τους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τελικά ίδια συμφέροντα. Άνθρωποι που ενεπλάκησαν στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας ορμώμενοι από μια συγκροτημένη και μαχητική ιδεολογία∙ άνθρωποι που ξεκίνησαν την πορεία τους παλεύοντας για τα υψηλά ιδανικά της αριστεράς, κατέληξαν τελικά να εκμεταλλεύονται με το χειρότερο τρόπο την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Το δέλεαρ της οικονομικής διασφάλισης και της κοινωνικής ανάδειξης υπήρξε τόσο ισχυρό, ώστε οδήγησε -και οδηγεί- αρκετούς ανθρώπους στην υιοθέτηση μιας απαράδεκτα υποκριτικής στάσης, όπου πίσω από κάθε υποτιθέμενα κοινωνικό αγώνα δεν υπήρξε -και δεν υπάρχει- τίποτε περισσότερο από την προσωπική φιλοδοξία και απληστία.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης και ο πατριώτης, δεν είναι παρά το προσωπείο που θέλει να δει η κοινωνία∙ το μόνο προσωπείο που αποδέχεται η κοινωνία, προκειμένου να αναγνωρίσει και να επιδαψιλεύσει τιμές και προνόμια στους πολίτες της. Κι αυτό ακριβώς παρουσιάζουν και ...
......
η συνέχεια εδώ: latistor

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Λάμπρος Πορφύρας - Το θέατρο

crowcries

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή του Πορφύρα Σκιές (1920) 
και εντάσσεται στο κλίμα του συμβολισμού.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Ανάλυση
Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο του συμβολισμού, γεγονός που σημαίνει πως χαρακτηρίζεται για το υπαινικτικό του ύφος, το θολό και ασαφές κλίμα, την υποβλητική λειτουργία, τον περιορισμό του νοηματικού περιεχομένου και κυρίως από τη μελαγχολική του διάθεση που οδηγεί στην απελπισία.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ, 
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει. 
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι 
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.
Το ποιητικό υποκείμενο καθιστά εμφανή την παρουσία του ήδη από τον πρώτο στίχο, εφόσον δηλώνει την αδυναμία του να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που βίωσε χθες το βράδυ. Έχουμε, έτσι, έναν συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό (χθες το βράδυ), αλλά ήδη μια δυσκολία σύνδεσης με την πραγματική διάσταση των γεγονότων∙ μια αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας (Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ). 
Ο ποιητής απευθύνει τα λόγια αυτά σ’ έναν υποτιθέμενο ακροατή, ο οποίος ωστόσο δεν αποκτά υπόσταση στο ποίημα. Γίνεται, ωστόσο, αισθητή η θεατρικότητα του κειμένου, αφού αποκτά τη μορφή ενός δραματικού μονολόγου.
Η θεατρικότητα έχει κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το ποίημα, καθώς γενικότερη πρόθεση του Πορφύρα είναι να αναδείξει την ομοιότητα του κόσμου με μια θεατρική σκηνή. Σκέψη που φανερώνει συνειδητή απομάκρυνση από την πραγματικότητα και φέρνει τον ποιητή πλησιέστερα στην τραγική αίσθηση πως η ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια θεατρική παράσταση, χωρίς τίποτε το γνήσιο και το αληθινό. 
Άνθρωποι που υποκρίνονται ο ένας απέναντι στον άλλον∙ άνθρωποι που υποκρίνονται ακόμη και στον εαυτό τους, και το πιο επώδυνο, άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν έλεγχο στην ίδια τους τη ζωή, αφού μοιάζουν σαν ηθοποιοί που παίζουν ένα έργο που έχει γράψει άλλος γι’ αυτούς. Παίζουν σ’ ένα έργο, την πορεία του οποίου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν, μέχρι να πέσει αιφνίδια η αυλαία και να τερματιστεί η παράσταση που αποκαλούν ζωή.
Ο ποιητής, λοιπόν, σχολιάζει πως ο δρόμος, χθες το βράδυ, μέσα στη σταχτιά, μουντή, συννεφιά, είχε γίνει σαν θέατρο, η σκηνή του οποίου μόλις και διακρινόταν στο αραιό σκοτάδι κι οι άνθρωποι, οι θεατρίνοι, φαινόντουσαν από μακριά σαν σκιές. Παρατηρούμε, άρα, πως μια εικόνα του πραγματικού κόσμου, ένας δρόμος και οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτήν, μεταλλάσσονται στη σκέψη του ποιητή, ο οποίος επηρεασμένος βαθιά από τη μελαγχολική του διάθεση, αντικρίζει το δρόμο και τους ανθρώπους σαν μια δυσδιάκριτη θεατρική σκηνή.
Το θολό και ασαφές του σκηνικού εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ρευστό κλίμα, όπου τα όρια της πραγματικότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένα, ώστε να είναι ευκολότερη η μετάβαση στον κόσμο του συναισθήματος και των ιδεών. Ο δρόμος χάνει σημαντικό μέρος της πραγματικής του υπόστασης και λαμβάνει συμβολικές διαστάσεις μέσα από μια εικόνα με έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα.
Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα 
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα, 
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα, 
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.
Ο ποιητής δίνει ακόμη περισσότερα στοιχεία του πραγματικού κόσμου που συνιστούν το θεατρικό σκηνικό: τα σπίτια που βρίσκονται κάπως μακριά, οι αυλές τους και μαζί τα κλωνάρια, δηλαδή τα δέντρα που βρίσκονται στις αυλές (σχήμα συνεκδοχής: τα κλωνάρια αντί για τα δέντρα), δίνουν την εντύπωση σκηνικών παλιών και ξεβαμμένων. 
Μια έντονη αίσθηση φθοράς που φανερώνει την απελπισία του ποιητή, αφού τίποτε γύρω του δεν μοιάζει ικανό να του ξυπνήσει την ελπίδα και την προσδοκία για κάτι καλύτερο. 
Φανερώνεται, επίσης, η αίσθηση της διαρκούς επανάληψης, εφόσον το ίδιο αυτό σκηνικό έχει υποδεχθεί ξανά και ξανά νέους ανθρώπους και τους έχει συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής τους, μόνο και μόνο για να έρθουν άλλοι νέοι άνθρωποι να περάσουν κι εκείνοι μια μουντή και άχαρη ζωή υποκρισίας και συμβιβασμών.
Οι θεατρίνοι της μάταιης αυτής παράστασης -οι άνθρωποι της καθημερινότητας- βγαίνουν και παίζουν το αλλόκοτο δράμα τους∙ κι είναι αλλόκοτο, διότι χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καμία ουσία και καμία προοπτική να οδηγήσει σε κάτι το ιδιαίτερο ή κάτι το ουσιαστικό, οι ίδιοι οι άνθρωποι το αντιμετωπίζουν σαν να είναι κάτι πολύ σπουδαίο και εγκλωβίζονται στους ρόλους τους και κάποτε παθιάζονται, σαν να έχουν την εντύπωση πως ό,τι ζουν έχει καθοριστική σημασία. 
Ο ποιητής, εντούτοις, αντιλαμβάνεται την απόλυτη ματαιότητα αυτής της κωμικοτραγικής παράστασης, αυτής της δίχως πραγματικό νόημα ζωής, γι’ αυτό και παραθέτει κατά τρόπο εξισωτικό τόσο τους βόγκους, τους καημούς δηλαδή των ανθρώπων, όσο και τα γέλια της ευτυχίας τους.
Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν 
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία. 
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.
Ο ποιητής μπροστά στο θέαμα αυτής της παράδοξης θεατρικής παράστασης, δηλώνει την αδυναμία του να κατανοήσει ποια δύναμη ωθεί τους ανθρώπους στο να συνεχίζουν να συμμετέχουν σε αυτή. Εγώ δεν ξέρω, μονολογεί, καθώς παρακολουθεί τους ανθρώπους-θεατρίνους να βγαίνουν από τα σπίτια τους, να συναντιούνται με άλλους ανθρώπους και να προχωρούν μαζί∙ δεν ξέρει ποιο το νόημα, μεταφέροντας στους συλλογισμούς του κάτι από το συγκεχυμένο και ασαφές του σκηνικού που αντικρίζει γύρω του.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται από τον ποιητή, εύλογα, θλιβερή, εφόσον μοιάζει να μην έχει κανένα ουσιαστικό νόημα∙ χαρακτηρίζεται, όμως, και ωραία, γεγονός που προφανώς αναφέρεται στην αισθητική της πτυχή. Η ομορφιά της έγκειται στο σκηνικό της πλαίσιο κι όχι στο περιεχόμενό της, το οποίο είναι εμφανώς μάταιο σε ό,τι αφορά το ποιητικό υποκείμενο.
Η παράσταση αυτή έχει, βέβαια, πάντοτε περιορισμένη διάρκεια, το τέλος της, ωστόσο, προκαλεί κάθε φορά έκπληξη, αφού έρχεται τελείως απροσδόκητα, διακόπτοντας την παράσταση σε κάθε πιθανό σημείο, χωρίς να της δίνει απαραίτητα τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να φτάσει σε κάποια ολοκλήρωση. Η αυλαία μπορεί να πέσει ακόμη και ελάχιστα μετά την αρχή της.
Εδώ, το τέλος αυτής της παράστασης δίνεται συμβολικά με την έλευση της νύχτας, η οποία ρίχνει τη μαύρη της αυλαία και διακόπτει τις κινήσεις και τη δράση των ανθρώπων. Διακοπή που γίνεται αποδεκτή από τον ποιητή με την αίσθηση έκπληξης που συνοδεύει πάντοτε το άκαιρο τέλος∙ έκπληξη που αισθητοποιείται με τις δύο αναφωνήσεις (Θε μου) και τη χρήση θαυμαστικού.
Το αιφνίδιο τέλος είναι ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τη ματαιότητα της παράστασης, αφού κανείς επί της ουσίας δεν γνωρίζει πότε θα τερματιστεί η δική του προσωπική παράσταση, κι αν θα του δοθεί ο χρόνος να υλοποιήσει όσα επιθυμεί ή έστω κάποια από αυτά.

Ερωτήσεις - Απαντήσεις
.................
εδώ: latistor

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Καλημέρα Θλίψη

Healing Soul Misery
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι...

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει·
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού -
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση.

Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο...

Τρως τρως Μινώταυρε·
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.

Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας
είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους
οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο
έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία

Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης με το σύντομο αυτό ποίημα από τη συλλογή «Μαρία Νεφέλη» [1978], προσεγγίζει μια κατάσταση του καθημερινού βίου οικεία σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι για διάφορους -προσωπικούς ή άλλους- λόγους βρίσκονται υπό το κράτος μιας διαρκούς θλίψης που επισκιάζει και κατ’ ουσία δηλητηριάζει κάθε στιγμή της ζωής τους. 

Με λόγο καθημερινό που απέχει πολύ απ’ τις αινιγματικές διατυπώσεις των πρώτων περισσότερο υπερρεαλιστικών ποιημάτων του, ο Ελύτης εγκαταλείπει την ευδαιμονική θέαση του κόσμου, όπως και την πανοραμική θέαση εκείνων των συνθέσεων που στόχο τους είχαν την ενίσχυση και την εξύμνηση του δοκιμαζόμενου ελληνισμού. Πιο ανθρώπινος, και κινούμενος πλησιέστερα στον μικρόκοσμο της κάποτε παραγνωρισμένης -αλλά αναμφισβήτητα ισχυρής- καθημερινότητας, ο ποιητής φέρνει στο φως την τρωτή του πλευρά∙ εκείνη ακριβώς που τον συνδέει περισσότερο με τους ανθρώπους γύρω του.

«Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι...

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει∙
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού -
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση.»


Η οικειότητα που αισθάνεται και προβάλλει το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στην προσωποποιημένη θλίψη, φανερώνει πως η κοινή τους πορεία δεν είναι πρόσκαιρη ή πρόσφατη. Η θλίψη έχει φωλιάσει στην ψυχή του σαν ένα έντομο∙ σαν κάτι ζωντανό, δυσοίωνα ενοχλητικό και απωθητικό, που καραδοκεί και βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση εωσότου περάσει η νύχτα και ανοίξει τα μάτια του.
Με έξοχο τρόπο δίνεται η ουδέτερη ή ίσως κι εύθυμη πρωινή διάθεση ακόμη και των ανθρώπων που ταλανίζονται από καταθλιπτικά συναισθήματα. 
Έτσι, οι πρώτες στιγμές που το ποιητικό υποκείμενο ανοίγει τα μάτια του το πρωί κυλούν αμέριμνα, καθώς μοιάζει να έχει λησμονήσει τη θλίψη του. Κοιτάζει τις γραμμές του ταβανιού, χωρίς σκέψεις ή ανησυχία, μα τελείως ξαφνικά η θλίψη -η καθημερινή του σύντροφος- επανέρχεται στη συνείδησή του και λαμβάνει την κυρίαρχη θέση της στη σκέψη και στα συναισθήματά του.

«Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο...»


Η θλίψη -ή για αρκετούς ανθρώπους η κατάθλιψη-, λειτουργεί ως το συναίσθημα εκείνο που υπονομεύει όχι μόνο τις σημαντικές στιγμές της ζωής, αλλά ακόμη και τις πιο απλές καθημερινές συνήθειες. 
Το άνοιγμα του παραθύρου για να μπει καθαρός αέρας και να ιδωθεί το φως της νέας ημέρας, ο πρωινός καφές∙ όλες αυτές οι μικρές πράξεις της καθημερινής ρουτίνας, που ενέχουν υπό κανονικές συνθήκες, αν όχι χαρά, τουλάχιστον μια διάθεση αισιοδοξίας, πικραίνονται και χάνουν κάθε θετική τους χροιά υπό το καθεστώς της θλίψης.
Κι η θλίψη αυτή προκαλεί και ανατροφοδοτείται αδιάκοπα απ’ την αρνητική στάση του ατόμου. Ακόμη κι η παραμικρή αναποδιά μεγεθύνεται στη σκέψη του θλιμμένου ανθρώπου και επιτείνει τα άσχημα συναισθήματά του. 
Έστω κι αν η θλίψη δεν ευθύνεται στην πραγματικότητα για τα τυχόν προβλήματα στο νερό του μπάνιου ή για το δυσάρεστο πρωινό τηλεφώνημα, εντούτοις για τον άνθρωπο που είναι δέσμιος της κατάθλιψης, αυτή είναι η αιτία που γεννά όλες τις μικρές ή μεγάλες δυστυχίες και αναποδιές στη ζωή του.
Η θλίψη είναι ένα τέρας, ένας μικροσκοπικός αποτρόπαια ανθρωποφάγος Μινώταυρος, που μπορεί να παρατείνει την ύπαρξή του επ’ άπειρον, συντηρούμενος και με τις πλέον ελάχιστες αφορμές. Άλλωστε, για τον άνθρωπο εκείνον που υποφέρει ψυχικά, δεν χρειάζονται σημαντικές επιπλέον απώλειες ή ατυχίες για να βυθίζεται ξανά και ξανά στη θλίψη του. Από τη στιγμή που δεν έχει βρεθεί εκείνο που θα του προσέφερε την αναγκαία εξισορρόπηση, είναι καταδικασμένος να βιώνει συνεχώς αρνητικά συναισθήματα.

«Τρως τρως Μινώταυρε∙
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.»


Η παρουσίαση της θλίψης ως ενός ανθρωποφάγου Μινώταυρου αποδίδει άριστα τη φθοροποιό δύναμη των καταθλιπτικών συναισθημάτων. Το άτομο που βρίσκεται διαρκώς υπό το καθεστώς της θλίψης έρχεται αντιμέτωπο με μια ...
..............
η συνέχεια εδώ: latistor

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Κεριά
C. P. Cavafy - Candles

Max Beckmann Still life with candles and mirror
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.



Candles 

The days that are to come, they stand before us
like to a row of lighted little candles, —
brilliant, and warm, and lively little candles.

The other days, the by-gone, lag behind,
a mournful row of candles that are quenched:
a few of them, the nearest, smoulder still,
but most are cold, and crooked, and reduced.

I dread to look on these: their shape is grievous,
and grievous the remembrance of their light.
In front, my lighted candles I behold.

I dread to turn, lest I perceive, affrighted,
how fast the sombre row is lengthening,
how fast the extinguished candles multiply.

Translated by John Cavafy


Ανάλυση
Το ποίημα «Κεριά» είναι ένα από τα απλούστερα ως προς τη σύλληψή τους ποιήματα, παράλληλα όμως κι ένα από τα πλέον αποτελεσματικά ως προς τη μετάδοση των συναισθημάτων του ποιητή. 
Η εικόνα με τα σβησμένα κεριά του παρελθόντος αιχμαλωτίζει τη φαντασία του αναγνώστη και μεταδίδει την απελπισία του ποιητή, ο οποίος παρακολουθεί τις μέρες της ζωής του να περνούν με γοργούς ρυθμούς.
Η αισιόδοξη άποψη του ποιήματος είναι τα ζεστά και ζωηρά κεριά που συμβολίζουν τις μέρες του μέλλοντος. Η αισιόδοξη οπτική όμως καλύπτει μόλις την πρώτη στροφή του ποιήματος, καθώς εκείνο που πραγματικά απασχολεί τον ποιητή είναι οι μέρες που πέρασαν, τα κεριά που έσβησαν. 
Μια θλιβερή γραμμή από σβησμένα κεριά είναι το παρελθόν μας, όπως παρουσιάζεται σ’ αυτό το ποίημα, μια γραμμή που διαρκώς μεγαλώνει. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Καβάφης δίνει εδώ την πιο απογοητευτική εικόνα του παρελθόντος, υπό την έννοια πως ο ποιητής συνήθως στρέφεται στις αναμνήσεις και στο παρελθόν του με νοσταλγία, καθώς από αυτό αντλεί τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του. Βέβαια, εδώ ο Καβάφης κοιτά τις μέρες που πέρασαν μόνο ως στοιχείο που δηλώνει ότι η ζωή μας περνά με γοργούς ρυθμούς, γι’ αυτό και οι μέρες του παρελθόντος δίνονται ως μια θλιβερή γραμμή.
Ο ποιητής δηλώνει πως δε θέλει να κοιτάζει τα σβησμένα κεριά, τις μέρες που πέρασαν, γιατί στεναχωριέται όταν θυμάται το φως που είχαν πρώτα, όταν θυμάται δηλαδή πως κάποτε οι περασμένες αυτές ημέρες αποτελούσαν το παρόν και το μέλλον του. Ό,τι κάποτε αποτελούσε το ποθητό μέλλον, έχει πια περάσει και βρίσκεται στο παρελθόν. Κάθε κερί δε διαρκεί παρά ελάχιστα και σύντομα έχει κι αυτό σβήσει, κάθε μέρα προσφέρει για λίγο το φως της κι αμέσως περνά και γίνεται μέρος της θλιβερής γραμμής των σβησμένων κεριών.
Ο ποιητής κοιτά εμπρός, τα αναμμένα του κεριά, τις μέρες που πρόκειται να έρθουν και προσπαθεί να επικεντρωθεί στο μέλλον του. Οι μέρες βέβαια του μέλλοντος δεν είναι δεδομένες, ούτε αν θα έρθουν ούτε πόσες θα είναι, το μόνο δεδομένο είναι αυτό που έχουμε ήδη ζήσει, αυτό που έχει πια τελειώσει, κι αυτό δυστυχώς δεν μπορεί πια να επανέλθει.
Δε θέλει, δηλώνει ο ποιητής, να γυρίσει πίσω το βλέμμα του, για να μη δει πόσο γρήγορα η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, πόσο γρήγορα πληθαίνουν τα σβησμένα κεριά. Ο ποιητής απελπίζεται όταν σκέφτεται πόσο γρήγορα ...
.........
η συνέχεια εδώ: latistor

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Μανόλης Αναγνωστάκης — Ο Πόλεμος

Paul Chatem and Mike Maxwell at Shooting Gallery
«Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν

γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε

λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου

πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα.
Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των
καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.
Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια
τιμητική διαθεσιμότητα. «Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι 
(εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια

κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω
οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά
ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να
που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος
έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και
παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι
γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν
βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Καρούζος - Τὰ πουλιὰ δέλεαρ τοῦ Θεοῦ

Original palette knife heavy texture abstract painting "love bird"
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.