Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Λάμπρος Πορφύρας - Το θέατρο

crowcries

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή του Πορφύρα Σκιές (1920) 
και εντάσσεται στο κλίμα του συμβολισμού.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Ανάλυση
Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο του συμβολισμού, γεγονός που σημαίνει πως χαρακτηρίζεται για το υπαινικτικό του ύφος, το θολό και ασαφές κλίμα, την υποβλητική λειτουργία, τον περιορισμό του νοηματικού περιεχομένου και κυρίως από τη μελαγχολική του διάθεση που οδηγεί στην απελπισία.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ, 
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει. 
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι 
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.
Το ποιητικό υποκείμενο καθιστά εμφανή την παρουσία του ήδη από τον πρώτο στίχο, εφόσον δηλώνει την αδυναμία του να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που βίωσε χθες το βράδυ. Έχουμε, έτσι, έναν συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό (χθες το βράδυ), αλλά ήδη μια δυσκολία σύνδεσης με την πραγματική διάσταση των γεγονότων∙ μια αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας (Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ). 
Ο ποιητής απευθύνει τα λόγια αυτά σ’ έναν υποτιθέμενο ακροατή, ο οποίος ωστόσο δεν αποκτά υπόσταση στο ποίημα. Γίνεται, ωστόσο, αισθητή η θεατρικότητα του κειμένου, αφού αποκτά τη μορφή ενός δραματικού μονολόγου.
Η θεατρικότητα έχει κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το ποίημα, καθώς γενικότερη πρόθεση του Πορφύρα είναι να αναδείξει την ομοιότητα του κόσμου με μια θεατρική σκηνή. Σκέψη που φανερώνει συνειδητή απομάκρυνση από την πραγματικότητα και φέρνει τον ποιητή πλησιέστερα στην τραγική αίσθηση πως η ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια θεατρική παράσταση, χωρίς τίποτε το γνήσιο και το αληθινό. 
Άνθρωποι που υποκρίνονται ο ένας απέναντι στον άλλον∙ άνθρωποι που υποκρίνονται ακόμη και στον εαυτό τους, και το πιο επώδυνο, άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν έλεγχο στην ίδια τους τη ζωή, αφού μοιάζουν σαν ηθοποιοί που παίζουν ένα έργο που έχει γράψει άλλος γι’ αυτούς. Παίζουν σ’ ένα έργο, την πορεία του οποίου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν, μέχρι να πέσει αιφνίδια η αυλαία και να τερματιστεί η παράσταση που αποκαλούν ζωή.
Ο ποιητής, λοιπόν, σχολιάζει πως ο δρόμος, χθες το βράδυ, μέσα στη σταχτιά, μουντή, συννεφιά, είχε γίνει σαν θέατρο, η σκηνή του οποίου μόλις και διακρινόταν στο αραιό σκοτάδι κι οι άνθρωποι, οι θεατρίνοι, φαινόντουσαν από μακριά σαν σκιές. Παρατηρούμε, άρα, πως μια εικόνα του πραγματικού κόσμου, ένας δρόμος και οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτήν, μεταλλάσσονται στη σκέψη του ποιητή, ο οποίος επηρεασμένος βαθιά από τη μελαγχολική του διάθεση, αντικρίζει το δρόμο και τους ανθρώπους σαν μια δυσδιάκριτη θεατρική σκηνή.
Το θολό και ασαφές του σκηνικού εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ρευστό κλίμα, όπου τα όρια της πραγματικότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένα, ώστε να είναι ευκολότερη η μετάβαση στον κόσμο του συναισθήματος και των ιδεών. Ο δρόμος χάνει σημαντικό μέρος της πραγματικής του υπόστασης και λαμβάνει συμβολικές διαστάσεις μέσα από μια εικόνα με έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα.
Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα 
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα, 
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα, 
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.
Ο ποιητής δίνει ακόμη περισσότερα στοιχεία του πραγματικού κόσμου που συνιστούν το θεατρικό σκηνικό: τα σπίτια που βρίσκονται κάπως μακριά, οι αυλές τους και μαζί τα κλωνάρια, δηλαδή τα δέντρα που βρίσκονται στις αυλές (σχήμα συνεκδοχής: τα κλωνάρια αντί για τα δέντρα), δίνουν την εντύπωση σκηνικών παλιών και ξεβαμμένων. 
Μια έντονη αίσθηση φθοράς που φανερώνει την απελπισία του ποιητή, αφού τίποτε γύρω του δεν μοιάζει ικανό να του ξυπνήσει την ελπίδα και την προσδοκία για κάτι καλύτερο. 
Φανερώνεται, επίσης, η αίσθηση της διαρκούς επανάληψης, εφόσον το ίδιο αυτό σκηνικό έχει υποδεχθεί ξανά και ξανά νέους ανθρώπους και τους έχει συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής τους, μόνο και μόνο για να έρθουν άλλοι νέοι άνθρωποι να περάσουν κι εκείνοι μια μουντή και άχαρη ζωή υποκρισίας και συμβιβασμών.
Οι θεατρίνοι της μάταιης αυτής παράστασης -οι άνθρωποι της καθημερινότητας- βγαίνουν και παίζουν το αλλόκοτο δράμα τους∙ κι είναι αλλόκοτο, διότι χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καμία ουσία και καμία προοπτική να οδηγήσει σε κάτι το ιδιαίτερο ή κάτι το ουσιαστικό, οι ίδιοι οι άνθρωποι το αντιμετωπίζουν σαν να είναι κάτι πολύ σπουδαίο και εγκλωβίζονται στους ρόλους τους και κάποτε παθιάζονται, σαν να έχουν την εντύπωση πως ό,τι ζουν έχει καθοριστική σημασία. 
Ο ποιητής, εντούτοις, αντιλαμβάνεται την απόλυτη ματαιότητα αυτής της κωμικοτραγικής παράστασης, αυτής της δίχως πραγματικό νόημα ζωής, γι’ αυτό και παραθέτει κατά τρόπο εξισωτικό τόσο τους βόγκους, τους καημούς δηλαδή των ανθρώπων, όσο και τα γέλια της ευτυχίας τους.
Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν 
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία. 
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.
Ο ποιητής μπροστά στο θέαμα αυτής της παράδοξης θεατρικής παράστασης, δηλώνει την αδυναμία του να κατανοήσει ποια δύναμη ωθεί τους ανθρώπους στο να συνεχίζουν να συμμετέχουν σε αυτή. Εγώ δεν ξέρω, μονολογεί, καθώς παρακολουθεί τους ανθρώπους-θεατρίνους να βγαίνουν από τα σπίτια τους, να συναντιούνται με άλλους ανθρώπους και να προχωρούν μαζί∙ δεν ξέρει ποιο το νόημα, μεταφέροντας στους συλλογισμούς του κάτι από το συγκεχυμένο και ασαφές του σκηνικού που αντικρίζει γύρω του.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται από τον ποιητή, εύλογα, θλιβερή, εφόσον μοιάζει να μην έχει κανένα ουσιαστικό νόημα∙ χαρακτηρίζεται, όμως, και ωραία, γεγονός που προφανώς αναφέρεται στην αισθητική της πτυχή. Η ομορφιά της έγκειται στο σκηνικό της πλαίσιο κι όχι στο περιεχόμενό της, το οποίο είναι εμφανώς μάταιο σε ό,τι αφορά το ποιητικό υποκείμενο.
Η παράσταση αυτή έχει, βέβαια, πάντοτε περιορισμένη διάρκεια, το τέλος της, ωστόσο, προκαλεί κάθε φορά έκπληξη, αφού έρχεται τελείως απροσδόκητα, διακόπτοντας την παράσταση σε κάθε πιθανό σημείο, χωρίς να της δίνει απαραίτητα τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να φτάσει σε κάποια ολοκλήρωση. Η αυλαία μπορεί να πέσει ακόμη και ελάχιστα μετά την αρχή της.
Εδώ, το τέλος αυτής της παράστασης δίνεται συμβολικά με την έλευση της νύχτας, η οποία ρίχνει τη μαύρη της αυλαία και διακόπτει τις κινήσεις και τη δράση των ανθρώπων. Διακοπή που γίνεται αποδεκτή από τον ποιητή με την αίσθηση έκπληξης που συνοδεύει πάντοτε το άκαιρο τέλος∙ έκπληξη που αισθητοποιείται με τις δύο αναφωνήσεις (Θε μου) και τη χρήση θαυμαστικού.
Το αιφνίδιο τέλος είναι ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τη ματαιότητα της παράστασης, αφού κανείς επί της ουσίας δεν γνωρίζει πότε θα τερματιστεί η δική του προσωπική παράσταση, κι αν θα του δοθεί ο χρόνος να υλοποιήσει όσα επιθυμεί ή έστω κάποια από αυτά.

Ερωτήσεις - Απαντήσεις
.................
εδώ: latistor

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Καλημέρα Θλίψη

Healing Soul Misery
Η Μαρία Νεφέλη λέει:
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι...

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει·
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού -
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση.

Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο...

Τρως τρως Μινώταυρε·
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.

Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας
είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους
οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο
έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία

Ανάλυση
Ο Οδυσσέας Ελύτης με το σύντομο αυτό ποίημα από τη συλλογή «Μαρία Νεφέλη» [1978], προσεγγίζει μια κατάσταση του καθημερινού βίου οικεία σε πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι για διάφορους -προσωπικούς ή άλλους- λόγους βρίσκονται υπό το κράτος μιας διαρκούς θλίψης που επισκιάζει και κατ’ ουσία δηλητηριάζει κάθε στιγμή της ζωής τους. 

Με λόγο καθημερινό που απέχει πολύ απ’ τις αινιγματικές διατυπώσεις των πρώτων περισσότερο υπερρεαλιστικών ποιημάτων του, ο Ελύτης εγκαταλείπει την ευδαιμονική θέαση του κόσμου, όπως και την πανοραμική θέαση εκείνων των συνθέσεων που στόχο τους είχαν την ενίσχυση και την εξύμνηση του δοκιμαζόμενου ελληνισμού. Πιο ανθρώπινος, και κινούμενος πλησιέστερα στον μικρόκοσμο της κάποτε παραγνωρισμένης -αλλά αναμφισβήτητα ισχυρής- καθημερινότητας, ο ποιητής φέρνει στο φως την τρωτή του πλευρά∙ εκείνη ακριβώς που τον συνδέει περισσότερο με τους ανθρώπους γύρω του.

«Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι...

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει∙
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού -
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση.»


Η οικειότητα που αισθάνεται και προβάλλει το ποιητικό υποκείμενο απέναντι στην προσωποποιημένη θλίψη, φανερώνει πως η κοινή τους πορεία δεν είναι πρόσκαιρη ή πρόσφατη. Η θλίψη έχει φωλιάσει στην ψυχή του σαν ένα έντομο∙ σαν κάτι ζωντανό, δυσοίωνα ενοχλητικό και απωθητικό, που καραδοκεί και βρίσκεται σε συνεχή επαγρύπνηση εωσότου περάσει η νύχτα και ανοίξει τα μάτια του.
Με έξοχο τρόπο δίνεται η ουδέτερη ή ίσως κι εύθυμη πρωινή διάθεση ακόμη και των ανθρώπων που ταλανίζονται από καταθλιπτικά συναισθήματα. 
Έτσι, οι πρώτες στιγμές που το ποιητικό υποκείμενο ανοίγει τα μάτια του το πρωί κυλούν αμέριμνα, καθώς μοιάζει να έχει λησμονήσει τη θλίψη του. Κοιτάζει τις γραμμές του ταβανιού, χωρίς σκέψεις ή ανησυχία, μα τελείως ξαφνικά η θλίψη -η καθημερινή του σύντροφος- επανέρχεται στη συνείδησή του και λαμβάνει την κυρίαρχη θέση της στη σκέψη και στα συναισθήματά του.

«Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο...»


Η θλίψη -ή για αρκετούς ανθρώπους η κατάθλιψη-, λειτουργεί ως το συναίσθημα εκείνο που υπονομεύει όχι μόνο τις σημαντικές στιγμές της ζωής, αλλά ακόμη και τις πιο απλές καθημερινές συνήθειες. 
Το άνοιγμα του παραθύρου για να μπει καθαρός αέρας και να ιδωθεί το φως της νέας ημέρας, ο πρωινός καφές∙ όλες αυτές οι μικρές πράξεις της καθημερινής ρουτίνας, που ενέχουν υπό κανονικές συνθήκες, αν όχι χαρά, τουλάχιστον μια διάθεση αισιοδοξίας, πικραίνονται και χάνουν κάθε θετική τους χροιά υπό το καθεστώς της θλίψης.
Κι η θλίψη αυτή προκαλεί και ανατροφοδοτείται αδιάκοπα απ’ την αρνητική στάση του ατόμου. Ακόμη κι η παραμικρή αναποδιά μεγεθύνεται στη σκέψη του θλιμμένου ανθρώπου και επιτείνει τα άσχημα συναισθήματά του. 
Έστω κι αν η θλίψη δεν ευθύνεται στην πραγματικότητα για τα τυχόν προβλήματα στο νερό του μπάνιου ή για το δυσάρεστο πρωινό τηλεφώνημα, εντούτοις για τον άνθρωπο που είναι δέσμιος της κατάθλιψης, αυτή είναι η αιτία που γεννά όλες τις μικρές ή μεγάλες δυστυχίες και αναποδιές στη ζωή του.
Η θλίψη είναι ένα τέρας, ένας μικροσκοπικός αποτρόπαια ανθρωποφάγος Μινώταυρος, που μπορεί να παρατείνει την ύπαρξή του επ’ άπειρον, συντηρούμενος και με τις πλέον ελάχιστες αφορμές. Άλλωστε, για τον άνθρωπο εκείνον που υποφέρει ψυχικά, δεν χρειάζονται σημαντικές επιπλέον απώλειες ή ατυχίες για να βυθίζεται ξανά και ξανά στη θλίψη του. Από τη στιγμή που δεν έχει βρεθεί εκείνο που θα του προσέφερε την αναγκαία εξισορρόπηση, είναι καταδικασμένος να βιώνει συνεχώς αρνητικά συναισθήματα.

«Τρως τρως Μινώταυρε∙
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.»


Η παρουσίαση της θλίψης ως ενός ανθρωποφάγου Μινώταυρου αποδίδει άριστα τη φθοροποιό δύναμη των καταθλιπτικών συναισθημάτων. Το άτομο που βρίσκεται διαρκώς υπό το καθεστώς της θλίψης έρχεται αντιμέτωπο με μια ...
..............
η συνέχεια εδώ: latistor

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Κεριά
C. P. Cavafy - Candles

Max Beckmann Still life with candles and mirror
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.



Candles 

The days that are to come, they stand before us
like to a row of lighted little candles, —
brilliant, and warm, and lively little candles.

The other days, the by-gone, lag behind,
a mournful row of candles that are quenched:
a few of them, the nearest, smoulder still,
but most are cold, and crooked, and reduced.

I dread to look on these: their shape is grievous,
and grievous the remembrance of their light.
In front, my lighted candles I behold.

I dread to turn, lest I perceive, affrighted,
how fast the sombre row is lengthening,
how fast the extinguished candles multiply.

Translated by John Cavafy


Ανάλυση
Το ποίημα «Κεριά» είναι ένα από τα απλούστερα ως προς τη σύλληψή τους ποιήματα, παράλληλα όμως κι ένα από τα πλέον αποτελεσματικά ως προς τη μετάδοση των συναισθημάτων του ποιητή. 
Η εικόνα με τα σβησμένα κεριά του παρελθόντος αιχμαλωτίζει τη φαντασία του αναγνώστη και μεταδίδει την απελπισία του ποιητή, ο οποίος παρακολουθεί τις μέρες της ζωής του να περνούν με γοργούς ρυθμούς.
Η αισιόδοξη άποψη του ποιήματος είναι τα ζεστά και ζωηρά κεριά που συμβολίζουν τις μέρες του μέλλοντος. Η αισιόδοξη οπτική όμως καλύπτει μόλις την πρώτη στροφή του ποιήματος, καθώς εκείνο που πραγματικά απασχολεί τον ποιητή είναι οι μέρες που πέρασαν, τα κεριά που έσβησαν. 
Μια θλιβερή γραμμή από σβησμένα κεριά είναι το παρελθόν μας, όπως παρουσιάζεται σ’ αυτό το ποίημα, μια γραμμή που διαρκώς μεγαλώνει. Είναι αξιοσημείωτο πως ο Καβάφης δίνει εδώ την πιο απογοητευτική εικόνα του παρελθόντος, υπό την έννοια πως ο ποιητής συνήθως στρέφεται στις αναμνήσεις και στο παρελθόν του με νοσταλγία, καθώς από αυτό αντλεί τις πιο ευχάριστες στιγμές της ζωής του. Βέβαια, εδώ ο Καβάφης κοιτά τις μέρες που πέρασαν μόνο ως στοιχείο που δηλώνει ότι η ζωή μας περνά με γοργούς ρυθμούς, γι’ αυτό και οι μέρες του παρελθόντος δίνονται ως μια θλιβερή γραμμή.
Ο ποιητής δηλώνει πως δε θέλει να κοιτάζει τα σβησμένα κεριά, τις μέρες που πέρασαν, γιατί στεναχωριέται όταν θυμάται το φως που είχαν πρώτα, όταν θυμάται δηλαδή πως κάποτε οι περασμένες αυτές ημέρες αποτελούσαν το παρόν και το μέλλον του. Ό,τι κάποτε αποτελούσε το ποθητό μέλλον, έχει πια περάσει και βρίσκεται στο παρελθόν. Κάθε κερί δε διαρκεί παρά ελάχιστα και σύντομα έχει κι αυτό σβήσει, κάθε μέρα προσφέρει για λίγο το φως της κι αμέσως περνά και γίνεται μέρος της θλιβερής γραμμής των σβησμένων κεριών.
Ο ποιητής κοιτά εμπρός, τα αναμμένα του κεριά, τις μέρες που πρόκειται να έρθουν και προσπαθεί να επικεντρωθεί στο μέλλον του. Οι μέρες βέβαια του μέλλοντος δεν είναι δεδομένες, ούτε αν θα έρθουν ούτε πόσες θα είναι, το μόνο δεδομένο είναι αυτό που έχουμε ήδη ζήσει, αυτό που έχει πια τελειώσει, κι αυτό δυστυχώς δεν μπορεί πια να επανέλθει.
Δε θέλει, δηλώνει ο ποιητής, να γυρίσει πίσω το βλέμμα του, για να μη δει πόσο γρήγορα η σκοτεινή γραμμή μακραίνει, πόσο γρήγορα πληθαίνουν τα σβησμένα κεριά. Ο ποιητής απελπίζεται όταν σκέφτεται πόσο γρήγορα ...
.........
η συνέχεια εδώ: latistor

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Μανόλης Αναγνωστάκης — Ο Πόλεμος

Paul Chatem and Mike Maxwell at Shooting Gallery
«Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια ώρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν

γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις· απόψε

λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου

πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα.
Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των
καινούριων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.
Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια
τιμητική διαθεσιμότητα. «Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι 
(εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία), ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια

κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω
οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά
ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να
που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.
Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος
έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και
παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι
γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν
βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!»

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Καρούζος - Τὰ πουλιὰ δέλεαρ τοῦ Θεοῦ

Original palette knife heavy texture abstract painting "love bird"
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Μυθιστόρημα

Van Gogh Almond Branches in Bloom, 1890 Fine Art Giclee Print
Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère
Que pour la terre et les pierres.
ARTHUR RIMBAUD
Α´
Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Β´
Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.



Γ´
Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης

Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια
ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ
τ᾿ ἀκουμπήσω.
Ἔπεφτε τὸ ὄνειρο καθὼς ἔβγαινα ἀπὸ τὸ ὄνειρο
ἔτσι ἑνώθηκε ἡ ζωή μας καὶ θὰ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τὰ μάτια. Μήτε ἀνοιχτὰ μήτε κλειστὰ
μιλῶ στὸ στόμα ποὺ ὅλο γυρεύει νὰ μιλήσει
κρατῶ τὰ μάγουλα ποὺ ξεπέρασαν τὸ δέρμα.

Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη
τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν
ἀκρωτηριασμένα.

Δ´
ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ
Καὶ ψυχὴ
εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτὴν
εἰς ψυχὴν
αὐτὴ βλεπτέον:
τὸν ξένο καὶ τὸν ἐχθρὸ τὸν εἴδαμε στὸν καθρέφτη.

Ἤτανε καλὰ παιδιὰ οἱ σύντροφοι, δὲ φωνάζαν
οὔτε ἀπὸ τὸν κάματο οὔτε ἀπὸ τὴ δίψα οὔτε ἀπὸ τὴν παγωνιά,
εἴχανε τὸ φέρσιμο τῶν δέντρων καὶ τῶν κυμάτων
ποὺ δέχουνται τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχὴ
δέχουνται τὴ νύχτα καὶ τὸν ἥλιο
χωρὶς ν᾿ ἀλλάζουν μέσα στὴν ἀλλαγή.
Ἤτανε καλὰ παιδιά, μέρες ὁλόκληρες
ἵδρωναν στὸ κουπὶ μὲ χαμηλωμένα μάτια
ἀνασαίνοντας μὲ ρυθμὸ
καὶ τὸ αἷμα τοὺς κοκκίνιζε ἕνα δέρμα ὑποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, μὲ χαμηλωμένα μάτια
ὅταν περάσαμε τὸ ἐρημόνησο μὲ τὶς ἀραποσυκιὲς
κατὰ τὴ δύση, πέρα ἀπὸ τὸν κάβο τῶν σκύλων
ποὺ γαβγίζουν.
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, ἔλεγαν
εἰς ψυχὴν βλεπτέον, ἔλεγαν
καὶ τὰ κουπιὰ χτυποῦσαν τὸ χρυσάφι τοῦ πελάγου
μέσα στὸ ἡλιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλοὺς πολλὰ νησιὰ τὴ θάλασσα
ποὺ φέρνει τὴν ἄλλη θάλασσα, γλάρους καὶ φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναῖκες κάποτε μὲ ὀλολυγμοὺς
κλαίγανε τὰ χαμένα τους παιδιὰ
κι ἄλλες ἀγριεμένες γύρευαν τὸ Μεγαλέξαντρο
καὶ δόξες βυθισμένες στὰ βάθη τῆς Ἀσίας.
Ἀράξαμε σ᾿ ἀκρογιαλιὲς γεμάτες ἀρώματα νυχτερινὰ
μὲ κελαηδίσματα πουλιῶν, νερὰ ποὺ ἀφήνανε στὰ χέρια
τὴ μνήμη μιᾶς μεγάλης εὐτυχίας.
Μὰ δὲν τελειῶναν τὰ ταξίδια.
Οἱ ψυχές τους ἔγιναν ἕνα με τὰ κουπιὰ καὶ τοὺς σκαρμοὺς
μὲ τὸ σοβαρὸ πρόσωπο τῆς πλώρης
μὲ τ᾿ αὐλάκι τοῦ τιμονιοῦ
μὲ τὸ νερὸ ποὺ ἔσπαζε τὴ μορφή τους.
Οἱ σύντροφοι τέλειωσαν μὲ τὴ σειρά,
μὲ χαμηλωμένα μάτια. Τὰ κουπιά τους
δείχνουν τὸ μέρος ποὺ κοιμοῦνται στ᾿ ἀκρογιάλι.
Κανεὶς δὲν τοὺς θυμᾶται. Δικαιοσύνη.

Ε´
Δὲν τοὺς γνωρίσαμε ἦταν ἡ ἐλπίδα στὸ βάθος ποὺ ἔλεγε
πὼς τοὺς εἴχαμε γνωρίσει ἀπὸ μικρὰ παιδιά.
Τοὺς εἴδαμε ἴσως δυὸ φορὲς κι ἔπειτα πῆραν τὰ καράβια,
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οἱ φίλοι μας
χαμένοι πίσω ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ παντοτινά.
Ἡ αὐγὴ μᾶς βρίσκει πλάι στὴν κουρασμένη λάμπα
νὰ γράφουμε ἀδέξια καὶ μὲ προσπάθεια στὸ χαρτὶ
πλεούμενα γοργόνες ἢ κοχύλια
τὸ ἀπόβραδο κατεβαίνουμε στὸ ποτάμι
γιατὶ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο πρὸς τὴ θάλασσα,
καὶ περνοῦμε τὶς νύχτες σὲ ὑπόγεια ποὺ μυρίζουν κατράμι.
Οἱ φίλοι μας ἔφυγαν ἴσως νὰ μὴν τοὺς εἴδαμε ποτές, ἴσως
νὰ τοὺς συναπαντήσαμε ὅταν ἀκόμη ὁ ὕπνος
μᾶς ἔφερνε πολὺ κοντὰ στὸ κύμα ποὺ ἀνασαίνει
ἴσως νὰ τοὺς γυρεύουμε γιατὶ γυρεύουμε τὴν ἄλλη ζωή,
πέρα ἀπὸ τ᾿ ἀγάλματα.


ΣΤ´
Μ. Ρ.
Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια του στὴ βροχὴ
θὰ τὸ βλέπεις μόνο ἀπὸ τὸ χαμηλὸ παράθυρο
πίσω ἀπὸ τὸ θολὸ τζάμι. Ἡ κάμαρά σου
θὰ φωτίζεται μόνο ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ τζακιοῦ
καὶ κάποτε, στὶς μακρινὲς ἀστραπὲς θὰ φαίνουνται
οἱ ρυτίδες τοῦ μετώπου σου, παλιέ μου φίλε.
Τὸ περιβόλι μὲ τὰ συντριβάνια ποὺ ἦταν στὸ χέρι σου
ρυθμὸς τῆς ἄλλης ζωῆς, ἔξω ἀπὸ τὰ σπασμένα
μάρμαρα καὶ τὶς κολόνες τὶς τραγικὲς
κι ἕνας χορὸς μέσα στὶς πικροδάφνες
κοντὰ στὰ καινούργια λατομεῖα,
ἕνα γυαλὶ θαμπὸ θὰ τὄ ῾χει κόψει ἀπὸ τὶς ὦρες σου.
Δὲ θ᾿ ἀνασάνεις, τὸ χῶμα κι ὁ χυμὸς τῶν δέντρων
θὰ ὁρμοῦν ἀπὸ τὴ μνήμη σου γιὰ νὰ χτυπήσουν
πάνω στὸ τζάμι αὐτὸ ποὺ τὸ χτυπᾶ ἡ βροχὴ
ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο.


Ζ´
ΝΟΤΙΑΣ
Τὸ πέλαγο σμίγει κατὰ τὴ δύση μία βουνοσειρά.
Ζερβά μας ὁ νοτιᾶς φυσάει καὶ μᾶς τρελαίνει,
αὐτὸς ὁ ἀγέρας ποὺ γυμνώνει τὰ κόκαλα ἀπ᾿ τὴ σάρκα.
Τὸ σπίτι μας μέσα στὰ πεῦκα καὶ στὶς χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
γιὰ νὰ γράφουμε τὰ γράμματα ποὺ σοῦ γράφουμε
τόσους μῆνες καὶ τὰ ρίχνουμε
μέσα στὸν ἀποχωρισμὸ γιὰ νὰ γεμίσει.

Ἄστρο τῆς αὐγῆς, ὅταν χαμήλωνες τὰ μάτια
οἱ ὦρες μας ἦταν πιὸ γλυκιὲς ἀπὸ τὸ λάδι
πάνω στὴν πληγή, πιὸ πρόσχαρες ἀπὸ τὸ κρύο νερὸ
στὸν οὐρανίσκο, πιὸ γαλήνιες ἀπὸ τὰ φτερὰ τοῦ κύκνου.
Κρατοῦσες τὴ ζωή μας στὴν παλάμη σου.
Ὕστερα ἀπὸ τὸ πικρὸ ψωμὶ τῆς ξενιτιᾶς
τὴ νύχτα ἂν μείνουμε μπροστὰ στὸν ἄσπρο τοῖχο
ἡ φωνή σου μᾶς πλησιάζει σὰν ἔλπιση φωτιᾶς
καὶ πάλι αὐτὸς ὁ ἀγέρας ἀκονίζει
πάνω στὰ νεῦρα μας ἕνα ξυράφι.

Σοῦ γράφουμε ὁ καθένας τὰ ἴδια πράματα
καὶ σωπαίνει ὁ καθένας μπρὸς στὸν ἄλλον
κοιτάζοντας, ὁ καθένας, τὸν ἴδιο κόσμο χωριστὰ
τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι στὴ βουνοσειρὰ
κι ἐσένα.

Ποιὸς θὰ σηκώσει τὴ θλίψη τούτη ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας;
Χτὲς βράδυ μία νεροποντὴ καὶ σήμερα
βαραίνει πάλι ὁ σκεπασμένος οὐρανός. Οἱ στοχασμοί μας
σὰν τὶς πευκοβελόνες τῆς χτεσινῆς νεροποντῆς
στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας μαζεμένοι κι ἄχρηστοι
θέλουν νὰ χτίσουν ἕναν πύργο ποὺ γκρεμίζει.

Μέσα σὲ τοῦτα τὰ χωριὰ τ᾿ ἀποδεκατισμένα
πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸν κάβο, ξέσκεπο στὸ νοτιὰ
μὲ τὴ βουνοσειρὰ μπροστά μας ποὺ σὲ κρύβει,
ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς;
Ποιὸς θὰ δεχτεῖ τὴν προσφορά μας, στὸ τέλος αὐτὸ τοῦ φθινοπώρου.


H´
Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν
στριμωγμένες μὲ γυναῖκες κίτρινες καὶ μωρὰ ποὺ κλαῖνε
χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν οὔτε μὲ τὰ χελιδονόψαρα
οὔτε μὲ τ᾿ ἄστρα ποὺ δηλώνουν στὴν ἄκρη τὰ κατάρτια.
Τριμμένες ἀπὸ τοὺς δίσκους τῶν φωνογράφων
δεμένες ἄθελα μ᾿ ἀνύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις ἀπὸ ξένες γλῶσσες.

Μὰ τί γυρεύουν οἱ ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στὰ σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
ἀπὸ λιμάνι σὲ λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ἀνασαίνοντας
τὴ δροσιὰ τοῦ πεύκου πιὸ δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στὰ νερὰ τούτης τῆς θάλασσας
κι ἐκείνης τῆς θάλασσας,
χωρὶς ἁφὴ
χωρὶς ἀνθρώπους
μέσα σε μία πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας
οὔτε δική σας.

Τὸ ξέραμε πὼς ἦταν ὡραῖα τὰ νησιὰ
κάπου ἐδῶ τριγύρω ποὺ ψηλαφοῦμε
λίγο πιὸ χαμηλὰ ἢ λίγο πιὸ ψηλὰ
ἕνα ἐλάχιστο διάστημα.


Θ´
Εἶναι παλιὸ τὸ λιμάνι, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ περιμένω
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πεῦκα
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε στὸ νησὶ μὲ τὰ πλατάνια
οὔτε τὸ φίλο ποὺ ἔφυγε γιὰ τ᾿ ἀνοιχτά.
Χαϊδεύω τὰ σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τὰ κουπιὰ
νὰ ζωντανέψει τὸ κορμί μου καὶ ν᾿ ἀποφασίσει.
Τὰ καραβόπανα δίνουν μόνο τὴ μυρωδιὰ
τοῦ ἁλατιοῦ τῆς ἄλλης τρικυμίας.

Ἂν τὸ θέλησα νὰ μείνω μόνος, γύρεψα
τὴ μοναξιά, δὲ γύρεψα μία τέτοια ἀπαντοχή,
τὸ κομμάτιασμα τῆς ψυχῆς μου στὸν ὁρίζοντα,
αὐτὲς τὶς γραμμές, αὐτὰ τὰ χρώματα, αὐτὴ τὴ σιγή.

Τ᾿ ἄστρα τῆς νύχτας μὲ γυρίζουν στὴν προσδοκία
τοῦ Ὀδυσσέα γιὰ τοὺς νεκροὺς μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια.
Μὲς στ᾿ ἀσφοδίλια σὰν ἀράξαμε ἐδῶ-πέρα θέλαμε νὰ βροῦμε
τὴ λαγκαδιὰ ποὺ εἶδε τὸν Ἅδωνι λαβωμένο.


Ι´
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας
ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.
Πῶς γεννήθηκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν.


ΙΑ´
Τὸ αἷμα σου πάγωνε κάποτε σὰν τὸ φεγγάρι,
μέσα στὴν ἀνεξάντλητη νύχτα τὸ αἷμα σου
ἅπλωνε τὶς ἄσπρες του φτεροῦγες πάνω
στοὺς μαύρους βράχους τὰ σχήματα τῶν δέντρων καὶ τὰ σπίτια
μὲ λίγο φῶς ἀπὸ τὰ παιδικά μας χρόνια.


ΙΒ´
Μποτίλια στὸ πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλήσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.

Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.


ΙΓ´
Ὕδρα

Δελφίνια φλάμπουρα καὶ κανονιές.
Τὸ πέλαγο τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τὰ πολύχρωμα κι ἀστραφτερὰ καράβια
λύγιζε, τὰ κλυδώνιζε κι ὅλο μαβὶ μ᾿ ἄσπρα φτερά,
τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στὸν ἥλιο.

Ἄσπρα πανιὰ καὶ φῶς καὶ τὰ κουπιὰ τὰ ὑγρὰ
χτυποῦσαν μὲ ρυθμὸ τυμπάνου ἕνα ἡμερωμένο κύμα.

Θὰ ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου νὰ κοίταζαν
θὰ ἦταν λαμπρὰ τὰ χέρια σου ν᾿ ἀπλώνουνταν
θὰ ἦταν σὰν ἄλλοτε ζωηρὰ τὰ χείλια σου
μπρὸς σ᾿ ἕνα τέτοιο θάμα
τὸ γύρευες τί γύρευες μπροστὰ στὴ στάχτη
ἢ μέσα στὴ βροχὴ στὴν καταχνιὰ στὸν ἄνεμο,
τὴν ὥρα ἀκόμη ποὺ χαλάρωναν τὰ φῶτα
κι ἡ πολιτεία βύθιζε κι ἀπὸ τὶς πλάκες
σοῦ ῾δειχνε τὴν καρδιά του ὁ Ναζωραῖος,
τί γύρευες; γιατί δὲν ἔρχεσαι; τί γύρευες;


ΙΔ´
Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στὸ φῶς
χαράζοντας τὴ μοίρα μας μέσα στὸ φῶς
μὲ χρώματα καὶ χειρονομίες ἀνθρώπων
ποὺ ἀγαπήσαμε.


ΙΕ´
Quid πλατανῶν opacissimus?

Ὁ ὕπνος σὲ τύλιξε, σὰν ἕνα δέντρο, μὲ πράσινα φύλλα,
ἀνάσαινες, σὰν ἕνα δέντρο, μέσα στὸ ἥσυχο φῶς,
μέσα στὴ διάφανη πηγὴ κοίταξα τὴ μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα καὶ τὰ ματόκλαδα χάραζαν τὸ νερό.
Τὰ δάχτυλά μου στὸ μαλακὸ χορτάρι, βρῆκαν τὰ δάχτυλά σου
κράτησα τὸ σφυγμό σου μιὰ στιγμὴ
κι ἔνιωσα ἀλλοῦ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου.

Κάτω ἀπὸ τὸ πλατάνι, κοντὰ στὸ νερό, μέσα στὶς δάφνες
ὁ ὕπνος σὲ μετακινοῦσε καὶ σὲ κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ σ᾿ ἀγγίξω ὁλόκληρη,
ἑνωμένη μὲ τὴ σιωπή σου
βλέποντας τὸν ἴσκιο σου νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει,
νὰ χάνεται στοὺς ἄλλους ἴσκιους, μέσα στὸν ἄλλο
κόσμο ποὺ σ᾿ ἄφηνε καὶ σὲ κρατοῦσε.

Τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔδωσαν νὰ ζήσουμε, τὴ ζήσαμε.
Λυπήσου ἐκείνους ποὺ περιμένουν μὲ τόση ὑπομονὴ
χαμένοι μέσα στὶς μαῦρες δάφνες κάτω ἀπὸ τὰ βαριὰ πλατάνια
κι ὅσους μονάχοι τους μιλοῦν σὲ στέρνες καὶ σὲ πηγάδια
καὶ πνίγουνται μέσα στοὺς κύκλους τῆς φωνῆς.
Λυπήσου τὸ σύντροφο ποὺ μοιράστηκε τὴ στέρησή μας καὶ τὸν ἱδρώτα
καὶ βύθισε μέσα στὸν ἥλιο σὰν κοράκι πέρα ἀπ᾿ τὰ μάρμαρα,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ χαρεῖ τὴν ἀμοιβή μας.

Δῶσε μας, ἔξω ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὴ γαλήνη.


ΙΣΤ´
ὄνομα δ᾿ Ὀρέστης

Στὴ σφενδόνη, πάλι στὴ σφενδόνη, στὴ σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αἱμάτινοι κύκλοι, πόσες μαῦρες
σειρές. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ κοιτάζουν,
ποὺ μὲ κοιτάζαν ὅταν πάνω στὸ ἅρμα
σήκωσα τὸ χέρι λαμπρός, κι ἀλάλαξαν.

Οἱ ἀφροὶ τῶν ἀλόγων μὲ χτυποῦν, τ᾿ ἄλογα πότε θ᾿ ἀποστάσουν;
Τρίζει ὁ ἄξονας, πυρώνει ὁ ἄξονας, πότε ὁ ἄξονας θ᾿ ἀνάψει;
Πότε θὰ σπάσουν τὰ λουριά, πότε τὰ πέταλα
θὰ πατήσουν μ᾿ ὅλο τὸ πλάτος πάνω στὸ χῶμα
πάνω στὸ μαλακὸ χορτάρι, μέσα στὶς παπαροῦνες ὅπου
τὴν ἄνοιξη μάζεψες μία μαργαρίτα.
Ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου μὰ δὲν ἤξερες ποὺ νὰ κοιτάξεις
δὲν ἤξερα ποὺ νὰ κοιτάξω μήτε κι ἐγώ, χωρὶς πατρίδα
ἐγὼ ποὺ μάχομαι ἐδῶ-πέρα, πόσοι γύροι;
καὶ νιώθω τὰ γόνατα νὰ λυγίζουν πάνω στὸν ἄξονα
πάνω στὶς ρόδες πάνω στὸν ἄγριο στίβο,
τὰ γόνατα λυγίζουν εὔκολα σὰν τὸ θέλουν οἱ θεοί,
κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει, τί νὰ τὴν κάνεις τὴ δύναμη, δὲν μπορεῖς
νὰ ξεφύγεις τὴ θάλασσα ποὺ σὲ λίκνισε καὶ ποὺ γυρεύεις
τούτη τὴν ὥρα τῆς ἀμάχης, μέσα στὴν ἀλογίσια ἀνάσα,
μὲ τὰ καλάμια ποὺ τραγουδοῦσαν τὸ φθινόπωρο σὲ τρόπο λυδικό,
τὴ θάλασσα ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς ὅσο κι ἂν τρέχεις
ὅσο κι ἂν γυρίζεις μπροστὰ στὶς μαῦρες Εὐμενίδες ποὺ βαριοῦνται,
χωρὶς συχώρεση.


ΙΖ´
Ἀστυάναξ

Τώρα ποὺ θὰ φύγεις πάρε μαζί σου καὶ τὸ παιδὶ
ποὺ εἶδε τὸ φῶς κάτω ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πλατάνι,
μιὰ μέρα ποὺ ἀντηχοῦσαν σάλπιγγες καὶ ἔλαμπαν ὅπλα
καὶ τ᾿ ἄλογα ἱδρωμένα σκύβανε ν᾿ ἀγγίξουν
τὴν πράσινη ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ
στὴ γούρνα μὲ τὰ ὑγρά τους τὰ ρουθούνια.

Οἱ ἐλιὲς μὲ τὶς ρυτίδες τῶν γονιῶν μας
τὰ βράχια μὲ τὴ γνώση τῶν γονιῶν μας
καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀδερφοῦ μας ζωντανὸ στὸ χῶμα
ἤτανε μία γερὴ χαρὰ μία πλούσια τάξη
γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ γνώριζαν τὴν προσευχή τους.

Τώρα ποὺ θὰ φύγεις, τώρα ποὺ ἡ μέρα τῆς πληρωμῆς
χαράζει, τώρα ποὺ κανεὶς δὲν ξέρει
ποιὸν θὰ σκοτώσει καὶ πῶς θὰ τελειώσει,
πάρε μαζί σου τὸ παιδὶ ποὺ εἶδε τὸ φῶς
κάτω ἀπ᾿ τὰ φύλλα ἐκείνου τοῦ πλατάνου
καὶ μάθε του νὰ μελετᾶ τὰ δέντρα.


ΙΗ´
Λυποῦμαι γιατὶ ἄφησα νὰ περάσει ἕνα πλατὺ ποτάμι
μέσα ἀπὸ τὰ δάχτυλά μου
χωρὶς νὰ πιῶ οὔτε μία στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στὴν πέτρα.
Ἕνα μικρὸ πεῦκο στὸ κόκκινο χῶμα,
δὲν ἔχω ἄλλη συντροφιά.
Ὅ, τι ἀγάπησα χάθηκε μαζὶ μὲ τὰ σπίτια
ποὺ ἦταν καινούργια τὸ περασμένο καλοκαίρι
καὶ γκρέμισαν μὲ τὸν ἀγέρα τοῦ φθινοπώρου.


ΙΘ´
Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾶ δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνήφοροι στὰ βουνὰ
μᾶς βαραίνουν
οἱ φίλοι ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.


Κ´
[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]

Στὸ στῆθος μου ἡ πληγὴ ἀνοίγει πάλι
ὅταν χαμηλώνουν τ᾿ ἄστρα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ κορμί μου
ὅταν πέφτει σιγὴ κάτω ἀπὸ τὰ πέλματα τῶν ἀνθρώπων

Αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βουλιάζουν μέσα στὰ χρόνια ὡς ποῦ θὰ μὲ παρασύρουν;
Τὴ θάλασσα τὴ θάλασσα, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν ἐξαντλήσει;
Βλέπω τὰ χέρια κάθε αὐγὴ νὰ γνέφουν στὸ γύπα καὶ στὸ γεράκι
δεμένη πάνω στὸ βράχο ποὺ ἔγινε μὲ τὸν πόνο δικός μου,
βλέπω τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν τὴ μαύρη γαλήνη τῶν πεθαμένων
κι ἔπειτα τὰ χαμόγελα, ποὺ δὲν προχωροῦν, τῶν ἀγαλμάτων.


ΚΑ´
Ἐμεῖς ποὺ ξεκινήσαμε γιὰ τὸ προσκύνημα τοῦτο
κοιτάξαμε τὰ σπασμένα ἀγάλματα
ξεχαστήκαμε καὶ εἴπαμε πὼς δὲ χάνεται ἡ ζωὴ τόσο εὔκολα
πὼς ἔχει ὁ θάνατος δρόμους ἀνεξερεύνητους
καὶ μία δική του δικαιοσύνη

πὼς ὅταν ἐμεῖς ὀρθοὶ στὰ πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στὴν πέτρα ἀδερφωμένοι
ἑνωμένοι μὲ τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδυναμία,
οἱ παλαιοὶ νεκροὶ ξεφύγαν ἀπ᾿ τὸν κύκλο καὶ ἀναστήθηκαν
καὶ χαμογελᾶνε μέσα σὲ μία παράξενη ἡσυχία.


ΚΒ´
Γιατί περάσαν τόσα καὶ τόσα μπροστὰ στὰ μάτια μας
ποὺ καὶ τὰ μάτια μας δὲν εἶδαν τίποτε, μὰ παραπέρα
καὶ πίσω ἡ μνήμη σὰν τὸ ἄσπρο πανὶ μία νύχτα σὲ μιὰ μάντρα
ποὺ εἴδαμε ὁράματα παράξενα, περισσότερο κι ἀπὸ σένα,
νὰ περνοῦν καὶ νὰ χάνουνται μέσα στὸ ἀκίνητο φύλλωμα μιᾶς πιπεριᾶς

γιατί γνωρίσαμε τόσο πολὺ τούτη τὴ μοίρα μας
στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες, τρεῖς ἢ ἕξι χιλιάδες χρόνια
ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ ἦταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι
προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις
θὰ μπορέσουμε;

γιατί δεθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε
καὶ παλέψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν,
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ἕνα δρόμο γεμάτο τυφλὰ συντάγματα,
βουλιάζοντας μέσα σὲ βάλτους καὶ μέσα στὴ λίμνη τοῦ Μαραθῶνα,
θὰ μπορέσουμε νὰ πεθάνουμε κανονικά;


ΚΓ´
Λίγο ἀκόμα
θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει
λίγο ἀκόμα,
νὰ σηκωθοῦμε λίγο ψηλότερα.


ΚΔ´
Ἐδῶ τελειώνουν τὰ ἔργα τῆς θάλασσας, τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης.
Ἐκεῖνοι ποὺ κάποτε θὰ ζήσουν ἐδῶ ποὺ τελειώνουμε
ἂν τύχει καὶ μαυρίσει στὴ μνήμη τους τὸ αἷμα καὶ ξεχειλίσει
ἂς μὴ μᾶς ξεχάσουν, τὶς ἀδύναμες ψυχὲς μέσα στ᾿ ἀσφοδίλια,
ἂς γυρίσουν πρὸς τὸ ἔρεβος τὰ κεφάλια τῶν θυμάτων:
Ἐμεῖς ποὺ τίποτε δὲν εἴχαμε θὰ τοὺς διδάξουμε τὴ γαλήνη.



Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934


Νίκος Ράπτης, Το “Μυθιστόρημα” του Γ. Σεφέρη