Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος

Αυτό το τοπίο της Σπάρτης με τον χιονισμένο Ταΰγετο βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα,
και το ζωγράφισε στις 23 Μαρτίου του 1849 ο Έντουαρντ Ληρ (Edward Lear 1812-1888),
ένας από τους πιο σημαντικούς Βρετανούς τοπιογράφους του 19ου αιώνα.
Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος: όπως ο κόρφος της μητέρας μου.
Με πότισε γαλάζιο, αψύ αίμα, ήλιο και πράσινο
ως να μου δέσει την ψυχή όπως την πέτρα του
ως να χαράξει στην καρδιά μου τις βαθιές χαράδρες του
να σχηματίσει μες στη ζωή μου δώδεκα κορφές
να βγαίνω απάνω με μοναδικό μου όνειρο τον ήλιο.
Με δίψα μου μοναδική τον ήλιο.
Δίψα βαθιά σαν ωκεανός,
ψηλότερη ως το φεγγάρι.
Δίψα που να τη λυπηθεί ο Θεός.

Γύρω τριγύρω στην καρδιά μου τα γεράνια στέφανα των γκρεμνών του,
ρωγμές για ζώα, νεροσυρμές, ελάτια κι αγριοπερίστερα.
Κι ένας αϊτός απάνω μου να σπαθίζει τα σύννεφα.
Κι ένας αϊτός απάνω μου να σκάφτει τις βροντές
ζητώντας να ’βρει μέσα τους ένα σπινθήρα! Έτσι
μου στάθηκε ο Ταΰγετος όσο να γεννηθούνε
τα δυο παιδιά του Θεού μέσα μου: η ποίηση και η αγάπη!

(Ο Ταΰγετος και η σιωπή, 1949)

Σχόλια

Το σύνολο του ποιήματος λειτουργεί επεξηγηματικά στην αρχική αυτή δήλωση του ποιητή: «Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος», η οποία ταυτίζεται με τον τίτλο του ποιήματος.
Ο Ταΰγετος διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ποιητή, όπως και της ποιητικής του ταυτότητας, κι αυτό είναι κάτι που αισθάνεται την ανάγκη να το επεξηγήσει κατά τρόπο αναλυτικό.

Ο Ταΰγετος, λοιπόν, υπήρξε για τον ποιητή ένας χώρος πολύτιμος, ένας χώρος ασφάλειας, μα κι ένας χώρος στον οποίο είχε την ευκαιρία να γαλουχηθεί, όπως ήταν η αγκαλιά και το στήθος της μητέρας του.
Ο Ταΰγετος του προσέφερε το οξύ γαλάζιο αίμα του ουρανού, του προσέφερε το πράσινο των δασών, αλλά και ήλιο, μέχρι να δέσει η ψυχή του, μέχρι να εδραιωθεί μέσα του για τα καλά η αγάπη για τη φύση και τα δημιουργήματα του Θεού.
Ο Ταΰγετος τον κράτησε κοντά του μέχρι να εντυπωθεί η εικόνα των βουνών, αλλά και των χαραδρών του μέσα στην ψυχή του∙ τον κράτησε μέχρι να του δώσει τη δύναμη να αναζητά πάντοτε το δρόμο προς την κορυφή, ώστε να μπορεί να βρίσκει το φως του ήλιου. Κι ο ποιητής απέκτησε στον Ταΰγετο μια υπέρμετρη αγάπη για τον ήλιο, μια δίψα για τον ήλιο βαθιά σαν να ήταν ωκεανός, μια δίψα τέτοιας έντασης που θα έφτανε στο σημείο να τον λυπηθεί ο Θεός.
Η γεωγραφία του Ταΰγετου, μάλιστα, εντυπώθηκε κατά τέτοιο τρόπο στην ψυχή του ποιητή, ώστε αισθανόταν στην καρδιά και στην ψυχή του πως υπήρχε πια θέση για κάθε ένα από τα έξοχα δημιουργήματα του Θεού.
Κι ακόμη περισσότερο, απ’ τον Ταΰγετο άντλησε το αγέρωχο εκείνο πέταγμα του αετού, που έδωσε στο πνεύμα του την ώθηση ν’ ακολουθήσει μια παρόμοια κίνηση ζητώντας την έμπνευση και τα κίνητρα σ’ ένα ανώτερο επίπεδο.
Αυτή υπήρξε η στήριξη που προσέφερε ο Ταΰγετος στον ποιητή, μέχρι να γεννηθούν μέσα του τα δύο παιδιά του Θεού, οι δύο βασικές αξίες στη ζωή του, η ποίηση και η αγάπη.

Ο Ταΰγετος, λοιπόν, χώρος αγνότητας και καθαρότητας αποτελεί και χώρο αποκάλυψης της τέχνης και της ομορφιάς για το Βρεττάκο.

περισσότερα εδώ: latistor

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Διεθνὴς Παιδούπολη Πεσταλότσι : «Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν εἶναι πατρίδες... »

Νικηφόρος Βρεττάκος
[μικρό χρονολόγιο]

Τον Αύγουστο του 1967 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από τη δικτατορία ο γιος του, Κώστας, ενώ τον Οκτώβριο ο Νικηφόρος αυτοεξορίζεται. Αρχικά, φιλοξενείται στη Διεθνή Παιδούπολη Πεσταλότσι στο Τρόγγεν της Ελβετίας...

Thomas Cole - The Voyage of Life Childhood, 1842 (National Gallery of Art)
«Διεθνὴς Παιδούπολη Πεσταλότσι» 

Τὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν εἶναι πατρίδες
φερμένες ἐδῶ ἀπ᾿ τὰ τέσσερα σημεῖα τῆς γῆς
γιὰ ἕνα διάλογο ἀγάπης. Κοινὸ τὸ χορτάρι κι ὁ ἥλιος
καὶ τὰ χέρια ποὺ παίζουνε. Βλέπετε αὐτὰ τὰ παιδιὰ
ποὺ τὰ μάτια τους εἶναι γιομάτα οὐρανὸ
καὶ ἀθῳότητα; Εἶναι οἱ ἴδιοι αὐτοὶ
ποὺ σκοτώθηκαν στοὺς πολέμους.
ποὺ ἐξωσμένοι ἀπ᾿ τοῦ κόσμου αὐτοῦ τὴν ἀδιαίρετη
σκηνὴ ἐπαιτήσανε τὸ δικαίωμα
νὰ χαροῦνε τὴ γῆ ποὺ τοὺς γέννησε:
Νὰ κάθονται πάνω τῆς ἣ νὰ πορεύονται,
νὰ μαζεύουν λουλούδια, νὰ ψαρεύουν στὶς λίμνες,
νὰ σκάφτουν, νὰ χτίζουν, νὰ θαυμάζουν τὸν κόσμο
μὲς ἀπ᾿ τῶν ἄσπρων τους σπιτιῶν τὰ παράθυρα
δίχως φόβο· ἀσφαλεῖς καὶ ἰσότιμοι
ἀπέναντι στὴ βροχή. Οἱ ἴδιοι ποὺ πάλαιψαν
γενναῖα τὸ ἀδυσώπητο σκοτάδι
καὶ πέσανε. ποὺ ἔκαμαν
ὄμορφα ὄνειρα. Δὲν ἤτανε διαφορετικὰ
τὸ γέλιο, τὰ χέρια, οἱ κινήσεις τους,
κι ὅμως σκοτώθηκαν. Τὰ μάτια τους ἴδια
τὸ φῶς ποὺ ζητούσανε.
Κάθε πρωὶ
ποῦ βγαίνει ὁ ἥλιος στὴν πόλη τοῦ Τρόγγεν,
στὸ χωριὸ Πεσταλότσι, τὰ πράγματα εἶναι
τὸ ἴδιο ἁπλά, ὅπως ἄλλωστε ἦταν πάντοτε
σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Μονάχα πὼς τὰ πρόσωπα
ἐδῶ τῶν παιδιῶν εἶναι πατρίδες.
Κάθε πρωί, μὲ τὸ ἴδιο τραγοῦδι
καὶ κάτω ἀπ᾿ τὴν ἴδια ὑπόσχεση
ἀγάπης
ὅλα μαζὶ
εἶναι ἡ Ὑδρόγειος ποὺ προσεύχεται.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ἡμερολόγια Ἐξορίας

Ανδρέας Κοντέλλης «Λήμνος»
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι

27 Ὀκτωβρίου 1948 (
στο Κοντοπούλι της Λήμνου)

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ -
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια,
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο.
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους.
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια.
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29 Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει.
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι -
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη.
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι.
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει.
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε.
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα.
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας,
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29 Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ -
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους.
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις:
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου -
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου


Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες
δὲν ἔχει διόλου μάτια
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας.
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε.
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο.
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό.
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη.
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό.
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα.
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν.
Δὲν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα.
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη.
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου


Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο.
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια·
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική».
Ὁ Μῆτσος
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας».
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει.
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει.
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι.
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω.
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο.
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή.
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα.
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια.
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα.
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω.
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα.
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη.
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του.
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη.
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι.
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του.
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό.
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας -
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε -
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε.
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους -
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν -
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου».
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου,
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου».
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα».
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.


«Η εμπειρία της εξορίας στον Γιάννη Ρίτσο ή άλλως τα “Επικαιρικά Δελτάρια Εξορίας” (γράφει ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος)

Ι. Η εξορία ως δυστοπία

Εξορία, «η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως σε έναν άνθρωπο και έναν γενέθλιο τόπο, ανάμεσα στον εαυτό και την πραγματική του πατρίδα» (1). Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να ορίσει κάποιος, τοπικά τουλάχιστον, την εξορία, καθώς αυτή περικλείει τα πάντα έξωθεν των ορίων, ο χώρος, οι άνθρωποι, τα ίδια τα αντικείμενα της ανήκουν και μέσα από τα φίλτρα της αλλοιώνονται, τροποποιούνται, μεταλλάσσονται, γίνονται ανοικειωτικά. Το εν εξορία υποκείμενο απομακρύνεται από το γνώριμο, ρήγνυνται –άλλοτε άνευ επιστροφής- οι δεσμοί με ό,τι οικείο. «Η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας»(2). και δεν είναι μόνο οριστική, αλλά και διαρκής. 
Ο εξόριστος βιώνει μια συνεχή απώλεια, που προσμετράται σε έμψυχο, άψυχο και νοητικό υλικό φίλοι και συγγενείς, αγαπημένα αντικείμενα, αλλά και η μνήμη, αρχίζουν να μοιάζουν μακρινά. Έτσι, το εξορισθέν υποκείμενο γίνεται ένας «Άλλος», ο οποίος καλείται να προβεί σε μια αυτοπαρουσίαση εκ νέου, απότοκο της οποίας είναι η ετεροπαρουσίαση. Η ανασύσταση ή ανασυγκρότηση της ταυτότητας γίνεται επιτακτική ανάγκη. Αξίες και σχέσεις επαναξιολογούνται, φιλτράρονται, για να αξιολογηθεί η αντοχή τους.

Ανάγκες όπως αυτές εύκολα γίνεται αντιληπτό, μοιάζουν μάλλον επιτακτικές στην περίπτωση που το υποκείμενο έχει μέσα του συσσωρευμένα διαβάσματα....
................
η συνέχεια εδώ

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Claude Monet (1840–1926) - Haystack At Giverny - Oil on canvas, 1886
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ο δικός μας ήλιος

SUNRISE IN THE HARBOR — By Leonid Afremov
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμεποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοίμου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε5κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδεςαφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντροένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια10αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοιτραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητεςείκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθιαείκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγωνκι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.15Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχταθα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα20με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμαμε την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσειςκι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
greek-language

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Vladimir Mayakovsky - Καλώ σε απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Γιατί;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!