Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Paul Eluard - Να κοιμάσαι

Dominique Amendola Nap time
This is an impressionist painting. A figure, in nature is napping in the sun.
Να κοιμάσαι
με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
μ' έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μες στα
μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
μέσ' απ' τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του
ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης 
-------------------
Το ποίημα «Να κοιμάσαι», μέσα από έντονες λυρικές εικόνες αλλά και υπερρεαλιστικές εικόνες, παρουσιάζει μια αέρινη, φευγαλέα γυναικεία μορφή που θα μπορούσε να μας θυμίσει την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού. «Ο ποιητής ερωτεύεται μια απουσία, μια ομορφιά που κοιμάται», δεν ερωτεύεται με τον τρόπο των πολλών- αυτόν της κατοχής, της κτητικότητας αλλά μέσα από τη στέρηση.

Οι δύο στροφές του ποιήματος εικονοποιούν δύο διαμετρικά αντίθετα κόσμους:
στην α΄ στροφή ένας κόσμος γαλήνιος και φωτεινός που καθρεφτίζεται στο πρόσωπο μιας γυναίκας ( ή κάθε Γυναίκας; ). 
Το ερωτικό στοιχείο υφέρπει και δεν κατονομάζεται με σαφήνεια. Το πρόσωπο της γυναίκας περιγράφεται σε συμπλοκή με τα στοιχεία της φύσης: ήλιος, πουλί, κάμπος, δάση και ο κόσμος ολόκληρος· δεν πρόκειται για μια σάρκινη, ηδονικά ερωτική περιγραφή αλλά μια περιγραφή που απλά φωνάζει το ψυχικό δέσιμο του ποιητή με τη γυναίκα. 
Είναι μια μαγευτική και απόμακρη γυναικεία μορφή αποκαθαρμένη από την ανθρώπινη διάστασή της: κάθε μέρος του προσώπου της έχει υποκατασταθεί από στοιχεία της φύσης· τα μάτια έγιναν ήλιος και φεγγάρι, το στόμα ένας θεϊκός φτερωτός έρωτας, τα μαλλιά πουλί. 
Μέσα από μια ανιούσα κλιμάκωση η αναφορά στο υπόλοιπο σώμα «ακουμπάει» στο ευρύτερο φυσικό τοπίο, στους κάμπους, στα δάση, τη θάλασσα για να καταλήξει σε μια κορυφή συναισθηματικής έκφρασης: «στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου». 
Η όραση, η ματιά είναι ο μόνος δρόμος προσέγγισης του αντικειμένου του ερωτικού πόθου· ανταπόδοση δεν ζητά, παρά μόνο το κοίταγμα της ευτυχισμένης όψης της γυναίκας την ώρα του ύπνου, που είναι απαλλαγμένη από προβλήματα και έγνοιες της καθημερινότητας. Το γυναικείο πρόσωπο που κοιμάται υπερασπίζει με τον αμεσότερο τρόπο την αγνότητα και τον έρωτα που γίνεται εντονότερος με το σχήμα της απουσίας.
Πικρή, κοινή διαπίστωση πως ο Έρωτας συντηρείται από την απουσία, όχι από την παρουσία· είναι φτιαγμένος από την ύλη του άπιαστου και του φευγαλέου, της προσμονής και του ονείρου, όχι από τα υλικά της νίκης και της κατάκτησης.

Ο πρώτος στίχος της β΄ στροφής,
«να φεύγεις και να χάνεσαι», μας περνάει σ΄αυτή τη διάσταση της ολοκληρωτικής απουσίας.
Το ερωτικό αντικείμενο μπαίνει τώρα στη διάσταση της κίνησης, της ζωής, της πραγματικής ύπαρξης· αυτή όμως τη στιγμή, που όλα είναι πραγματικά και ζωντανά, εκείνη χάνεται, φεύγει. Όσο κοιμόταν ήταν εκεί, δική του κατά κάποιο τρόπο· κατακτημένη από το βλέμμα του και την ομορφιά που της προσέδιδε η σκέψη και το συναίσθημά του.
Ούτε και τότε συναντήθηκαν ούτε και τώρα. Τότε τους χώριζε η ακινησία, ο ύπνος σαν μερίδιο θανάτου και τώρα, 
στη β΄στροφή, η κίνηση οδηγεί στην απουσία, στη φυγή της γυναίκας.
Φυγή από πού; Από κοντά του, ή από το χώρο του φωτός και του καλού που αντιπροσώπευε ο χρόνος του ύπνου και του ονείρου;
Νομίζω και τα δύο, άλλωστε κοντά βρίσκονται πάντα ο Έρωτας και το Καλό. Οι κλώνοι του καπνού και του ανέμου αντιπροσωπεύουν το κακό , σε οποιαδήποτε μορφή του· ό, τι αντιστρατεύεται την ομορφιά και τον Άνθρωπο. Ο καπνός μάς παραπέμπει στη φωτιά, στην καταστροφή και ο άνεμος έρχεται έτοιμος να ανατρέψει τα πάντα στο πέρασμά του:
«να φεύγεις και να χάνεσαι
μες΄απ΄τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου»


Ακολουθεί μια καθαρά υπερρεαλιστική εικόνα:

«πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες»


Ο Ελυάρ μάς δίνει την εικόνα του για τη Γυναίκα, για την κάθε γυναίκα εννοώ:
ο συγκερασμός των αντιθέτων: η σταθερότητα, η ακινησία, η ενότητα ( «να κοιμάσαι» , «γερά πιασμένη» , « πόδια πέτρινα» ) απ΄τη μια το φευγαλέο, το άπιαστο, από την άλλη («να φεύγεις και να χάνεσαι», «καρπούς ανέμου», «κάλτσες άμμου», «πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες»)

Βέβαια αυτές οι αντιθέσεις αυτές θα μπορούσαν να μας παραπέμψουν και σε μια πιο φιλοσοφική διάσταση: την πάλη του καλού με το κακό στον κόσμο. Το Καλό, η Ομορφιά δεν αντέχει τις διαψεύσεις και τις ανατροπές του κόσμου τούτου και «φεύγει, χάνεται» παλεύοντας να κρατηθεί αλώβητη σ΄ένα κόσμο φθοράς και άρνησης : 
«πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες». 
Η πέτρα σταθερή , σκληρή, αδιάλλακτη, ενώ η άμμος ρευστή, ακατάκτητη.
Και πόσο δυνατοί μπορεί να είναι οι μυώνες ενός ποταμού; Ο ποταμός, έτσι κι αλλιώς μας πηγαίνει σε χώρους ρευστότητας, ορμητικότητας και αστάθειας.
Το ποίημα κλείνει με ένα στίχο ανατροπής, ανανέωσης, ωρίμανσης και συνειδητοποίησης,
«και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.»
Ο ποιητής βλέπει τη γυναίκα με άλλη όψη, αυτήν που ετοίμασε ο ίδιος για την αγαπημένη του.
Άλλαξε ο ίδιος μέσα από τη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτα , άλλαξε και η εικόνα που έχει για την αγαπημένη του: την ξαναδίνει στον κόσμο καινούργια, μοναδική εν αρχή πάντα ευρισκόμενη , ως Αρχή του κόσμου η ίδια....


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Pablo Neruda - Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις
Me Gustas Cuando Callas
I Like You When You Are Quiet

μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής*

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.


Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
 (Το αστέρι κι η ευχή - από στιγμή σε στιγμή)

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ' τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο -- μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Me Gustas Cuando Callas


Me gustas cuando callas porque estas como ausente,
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca.
Parece que los ojos se te hubieran volado
y parece que un beso te cerrara la boca.
Como todas las cosas estan llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena del alma mia.

Mariposa de sueno, te pareces a mi alma,
y te pareces a la palabra melancolia.
Me gustas cuando callas y estas como distante.
Y estas como quejandote, mariposa en arrullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
dejame que me calle con el silencio tuyo.

Dejame que te hable tambien con tu silencio
claro como una lampara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada.
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.

Me gustas cuando callas porque estas como ausente.
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan.
Y estoy alegre, alegre de que no sea cierto.

I Like You When You Are Quiet

I like you when you are quiet because it is as though you are absent,
and you hear me from far away, and my voice does not touch you.
It looks as though your eyes had flown away
and it looks as if a kiss had sealed your mouth.

Like all things are full of my soul
You emerge from the things, full of my soul.
Dream butterfly, you look like my soul,
and you look like a melancoly word.

I like you when you are quiet and it is as though you are distant.
It is as though you are complaining, butterfly in lullaby.
And you hear me from far away, and my voice does not reach you:
let me fall quiet with your own silence.

Let me also speak to you with your silence
Clear like a lamp, simple like a ring.
You are like the night, quiet and constellated.
Your silence is of a star, so far away and solitary.

I like you when you are quiet because it is as though you are absent.
Distant and painful as if you had died.
A word then, a smile is enough.
And I am happy, happy that it is not true.


************
* Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει εκδόσει βιβλία για τη μετάφραση και την Επτανησιακή Σχολή και έχει μεταφράσει στα ελληνικά έργα πολλών συγγραφέων.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Η Πόλις | Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter


Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.



Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter

The City

You said: “I’ll go to another country, go to another shore,
find another city better than this one.
Whatever I try to do is fated to turn out wrong
and my heart lies buried as though it were something dead.
How long can I let my mind moulder in this place?
Wherever I turn, wherever I happen to look,
I see the black ruins of my life, here,
where I’ve spent so many years, wasted them, destroyed them totally.”

You won’t find a new country, won’t find another shore.
This city will always pursue you. You will walk
the same streets, grow old in the same neighborhoods,
will turn gray in these same houses.
You will always end up in this city. Don’t hope for things elsewhere:
there is no ship for you, there is no road.
As you’ve wasted your life here, in this small corner,
you’ve destroyed it everywhere else in the world.

-----------------------

Το ποίημα «Η Πόλις» του Καβάφη αποτελεί την πληρέστερη αποτύπωση του αισθήματος του εγκλωβισμού που βιώνει ένας άνθρωπος που θέλει να αλλάξει τη ζωή του, αλλά γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι πια εφικτό. 
Στις δύο στροφές του σύντομου αυτού ποιήματος ο Καβάφης κατορθώνει να εκφράσει τη διάψευση όλων των προσδοκιών και την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από το παρελθόν και από τα λάθη του.
Στην πρώτη στροφή το ποιητικό υποκείμενο με τη χρήση του ρήματος «είπες» μεταφέρει τα λόγια ενός ανθρώπου που εκφράζει την επιθυμία να φύγει από την πόλη που τώρα κατοικεί και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Τα λόγια αυτά μπορούν είτε να αποδοθούν σε κάποιο άλλο πρόσωπο είτε να ληφθούν ως σκέψεις που είχε εκφράσει στο παρελθόν το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο.
Οι σκέψεις που καταγράφονται στην πρώτη στροφή υποδεικνύουν πως το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να φτιάξει τη ζωή του, όσο κι αν προσπαθεί, κι αυτό τον έχει εγκλωβίσει σε συναισθήματα απελπισίας και μαρασμού. Η παρομοίωση με την οποία παρουσιάζει την καρδιά του θαμμένη σαν να είναι νεκρός, εκφράζει με ιδιαίτερη ένταση την εδραίωση των αρνητικών συναισθημάτων που τον έχουν πλέον κατακλύσει.
Όπως η καρδιά του, έτσι και το μυαλό του, βρίσκεται σ’ ένα διαρκή μαρασμό, σε μια σταθερή απόγνωση, καθώς ενώ θέλει να αλλάξει τη ζωή του και θέλει να δημιουργήσει κάτι καλύτερο, βλέπει διαρκώς τις προσπάθειές του να αποτυγχάνουν. Γι’ αυτό θέλει να φύγει από την πόλη του, αφού όπου κι αν κοιτάξει γύρω του βλέπει συνεχώς υπενθυμίσεις των αποτυχιών του, αλλά και του γεγονότος ότι τα χρόνια του περνούν χωρίς να κατορθώνει τίποτε.
Η πρώτη στροφή αποτελεί μια κραυγή απελπισίας ενός ανθρώπου που θέλει να βελτιώσει τη ζωή του κι αποζητά μια ευκαιρία να ξεκινήσει από την αρχή, θέτοντας σε σωστή βάση τη ζωή του αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη στροφή μας δίνεται η απάντηση του ποιητικού υποκειμένου στις ανησυχίες που εκφράστηκαν στην πρώτη στροφή είτε από κάποιο άλλο πρόσωπο είτε κι από το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο. Η στάση του, εδώ, είναι κατηγορηματικά αρνητική για τα σχέδια και τις ελπίδες ότι μπορεί να βρεθεί μια καλύτερη πόλη. Ο ποιητής είναι απόλυτος, δεν υπάρχουν νέοι τόποι, δεν υπάρχουν άλλες θάλασσες. Η άρνηση αυτή του ποιητή δεν αναφέρεται βέβαια κυριολεκτικά σε άλλες πόλεις, καθώς αυτό που επιχειρεί να αναδείξει εδώ ο Καβάφης είναι η πλήρης αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τον εαυτό του, τις επιλογές και τα λάθη του. Η πόλη, δηλαδή, από την οποία θέλουμε να ξεφύγουμε δεν είναι παρά ο ίδιος μας ο εαυτός κι αυτό φυσικά είναι αδύνατο. Εφόσον κάποιος έχει καταστρέψει τη ζωή του με λανθασμένες αποφάσεις κι εκτιμήσεις, με τον ίδιο τρόπο, ακόμη κι αν προσπαθήσει να φτιάξει τη ζωή του από την αρχή, είναι καταδικασμένος να κάνει τα ίδια ή παρόμοια λάθη. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν και φυσικά δεν μπορούν να ξεφύγουν από το παρελθόν τους.
Η πόλη θα σε ακολουθεί, μας λέει ο ποιητής, εννοώντας ότι το παρελθόν, οι επιλογές και τα λάθη μας δεν μπορούν να διαγραφούν ούτε και να ξεχαστούν. Όπου κι αν πάει κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του κι από το παρελθόν του, κι αν δεν έχει ήδη καταφέρει να φτιάξει μια καλή ζωή, τότε δεν υπάρχει ελπίδα να τα καταφέρει στο μέλλον, καθώς ως άνθρωπος απλά δεν έχει κάνει τις σωστές επιλογές και δε γνωρίζει πως να διαχειριστεί σωστά τη ζωή του. Οπότε πάντοτε θα γυρνά στους ίδιους δρόμους -θα κάνει τις ίδιες επιλογές- και θα γερνά στα ίδια σπίτια, θα δει τη ζωή του να χάνεται μέσα στο ίδιο κλίμα αποτυχίας, όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα.
Ακόμη κι αν ξεκινήσει για κάπου αλλού, τελικά πάντα στην ίδια πόλη θα φτάνει, υπό την έννοια ότι ξανά και ξανά θα βρίσκεται αντιμέτωπος με τα λάθη του και με την αδυναμία του να δομήσει σωστά τη ζωή του. 

Για έναν άνθρωπο που δεν έχει κατορθώσει να κάνει τις σωστές επιλογές, δεν υπάρχει τελικά πλοίο, δεν υπάρχει δρόμος που να μπορεί να τον οδηγήσει μακριά από τη βασική πηγή αποτυχίας, από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάποτε μοιάζει δύσκολο για τους ανθρώπους να το συνειδητοποιήσουν, ο βασικός παράγοντας ευτυχίας ή δυστυχίας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και ο τρόπος που έχουμε για να βλέπουμε τη ζωή μας.
Ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας γι’ αυτό και κλείνοντας το ποίημά του σχολιάζει πως αν έχεις καταστρέψει τη ζωή σου σε μια πόλη, σε μια μικρή γωνιά του κόσμου, τότε την έχεις καταστρέψει σ’ όλη τη γη. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις, αν δεν μπορείς να διαχειριστείς σωστά τη ζωή σου σ’ ένα τόπο, σημαίνει ότι δε θα μπορέσεις να τη διαχειριστείς καλύτερα ποτέ και πουθενά.
Η πόλις είναι ένα ποίημα ιδιαίτερα αυστηρό για τις προοπτικές των ανθρώπων, και βασίζεται στη διαπίστωση του ποιητή, ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του εαυτού μας.


latistor

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παιδί με τη σάλπιγγα

Emilio Longoni (1859-1932) — Boy with Trumpet and Pony
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.


Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι
ἢ ξύλα ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα
στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.

Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων.

Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.



Μουσική: ''Τα μυστικά της σελήνης'' της Ευανθίας Ρεμπούτσικα

Στη Συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912 – 1991) «Διεθνής παιδούπολη Πεσταλότσι» ανήκει το υπέροχο ποίημα «Το παιδί με τη σάλπιγγα», το οποίο – όπως ακριβώς αναγράφεται ως υπότιτλος – αποτελεί ένα «Παιδικό χριστουγεννιάτικο σχέδιο τυπωμένο σε κάρτα» και εμπερικλείει το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, την Αγάπη.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Κείνοι που επράξαν το κακό

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας