Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Η Πόλις | Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter


Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.



Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter

The City

You said: “I’ll go to another country, go to another shore,
find another city better than this one.
Whatever I try to do is fated to turn out wrong
and my heart lies buried as though it were something dead.
How long can I let my mind moulder in this place?
Wherever I turn, wherever I happen to look,
I see the black ruins of my life, here,
where I’ve spent so many years, wasted them, destroyed them totally.”

You won’t find a new country, won’t find another shore.
This city will always pursue you. You will walk
the same streets, grow old in the same neighborhoods,
will turn gray in these same houses.
You will always end up in this city. Don’t hope for things elsewhere:
there is no ship for you, there is no road.
As you’ve wasted your life here, in this small corner,
you’ve destroyed it everywhere else in the world.

-----------------------

Το ποίημα «Η Πόλις» του Καβάφη αποτελεί την πληρέστερη αποτύπωση του αισθήματος του εγκλωβισμού που βιώνει ένας άνθρωπος που θέλει να αλλάξει τη ζωή του, αλλά γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι πια εφικτό. 
Στις δύο στροφές του σύντομου αυτού ποιήματος ο Καβάφης κατορθώνει να εκφράσει τη διάψευση όλων των προσδοκιών και την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από το παρελθόν και από τα λάθη του.
Στην πρώτη στροφή το ποιητικό υποκείμενο με τη χρήση του ρήματος «είπες» μεταφέρει τα λόγια ενός ανθρώπου που εκφράζει την επιθυμία να φύγει από την πόλη που τώρα κατοικεί και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Τα λόγια αυτά μπορούν είτε να αποδοθούν σε κάποιο άλλο πρόσωπο είτε να ληφθούν ως σκέψεις που είχε εκφράσει στο παρελθόν το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο.
Οι σκέψεις που καταγράφονται στην πρώτη στροφή υποδεικνύουν πως το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να φτιάξει τη ζωή του, όσο κι αν προσπαθεί, κι αυτό τον έχει εγκλωβίσει σε συναισθήματα απελπισίας και μαρασμού. Η παρομοίωση με την οποία παρουσιάζει την καρδιά του θαμμένη σαν να είναι νεκρός, εκφράζει με ιδιαίτερη ένταση την εδραίωση των αρνητικών συναισθημάτων που τον έχουν πλέον κατακλύσει.
Όπως η καρδιά του, έτσι και το μυαλό του, βρίσκεται σ’ ένα διαρκή μαρασμό, σε μια σταθερή απόγνωση, καθώς ενώ θέλει να αλλάξει τη ζωή του και θέλει να δημιουργήσει κάτι καλύτερο, βλέπει διαρκώς τις προσπάθειές του να αποτυγχάνουν. Γι’ αυτό θέλει να φύγει από την πόλη του, αφού όπου κι αν κοιτάξει γύρω του βλέπει συνεχώς υπενθυμίσεις των αποτυχιών του, αλλά και του γεγονότος ότι τα χρόνια του περνούν χωρίς να κατορθώνει τίποτε.
Η πρώτη στροφή αποτελεί μια κραυγή απελπισίας ενός ανθρώπου που θέλει να βελτιώσει τη ζωή του κι αποζητά μια ευκαιρία να ξεκινήσει από την αρχή, θέτοντας σε σωστή βάση τη ζωή του αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη στροφή μας δίνεται η απάντηση του ποιητικού υποκειμένου στις ανησυχίες που εκφράστηκαν στην πρώτη στροφή είτε από κάποιο άλλο πρόσωπο είτε κι από το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο. Η στάση του, εδώ, είναι κατηγορηματικά αρνητική για τα σχέδια και τις ελπίδες ότι μπορεί να βρεθεί μια καλύτερη πόλη. Ο ποιητής είναι απόλυτος, δεν υπάρχουν νέοι τόποι, δεν υπάρχουν άλλες θάλασσες. Η άρνηση αυτή του ποιητή δεν αναφέρεται βέβαια κυριολεκτικά σε άλλες πόλεις, καθώς αυτό που επιχειρεί να αναδείξει εδώ ο Καβάφης είναι η πλήρης αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τον εαυτό του, τις επιλογές και τα λάθη του. Η πόλη, δηλαδή, από την οποία θέλουμε να ξεφύγουμε δεν είναι παρά ο ίδιος μας ο εαυτός κι αυτό φυσικά είναι αδύνατο. Εφόσον κάποιος έχει καταστρέψει τη ζωή του με λανθασμένες αποφάσεις κι εκτιμήσεις, με τον ίδιο τρόπο, ακόμη κι αν προσπαθήσει να φτιάξει τη ζωή του από την αρχή, είναι καταδικασμένος να κάνει τα ίδια ή παρόμοια λάθη. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν και φυσικά δεν μπορούν να ξεφύγουν από το παρελθόν τους.
Η πόλη θα σε ακολουθεί, μας λέει ο ποιητής, εννοώντας ότι το παρελθόν, οι επιλογές και τα λάθη μας δεν μπορούν να διαγραφούν ούτε και να ξεχαστούν. Όπου κι αν πάει κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του κι από το παρελθόν του, κι αν δεν έχει ήδη καταφέρει να φτιάξει μια καλή ζωή, τότε δεν υπάρχει ελπίδα να τα καταφέρει στο μέλλον, καθώς ως άνθρωπος απλά δεν έχει κάνει τις σωστές επιλογές και δε γνωρίζει πως να διαχειριστεί σωστά τη ζωή του. Οπότε πάντοτε θα γυρνά στους ίδιους δρόμους -θα κάνει τις ίδιες επιλογές- και θα γερνά στα ίδια σπίτια, θα δει τη ζωή του να χάνεται μέσα στο ίδιο κλίμα αποτυχίας, όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα.
Ακόμη κι αν ξεκινήσει για κάπου αλλού, τελικά πάντα στην ίδια πόλη θα φτάνει, υπό την έννοια ότι ξανά και ξανά θα βρίσκεται αντιμέτωπος με τα λάθη του και με την αδυναμία του να δομήσει σωστά τη ζωή του. 

Για έναν άνθρωπο που δεν έχει κατορθώσει να κάνει τις σωστές επιλογές, δεν υπάρχει τελικά πλοίο, δεν υπάρχει δρόμος που να μπορεί να τον οδηγήσει μακριά από τη βασική πηγή αποτυχίας, από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάποτε μοιάζει δύσκολο για τους ανθρώπους να το συνειδητοποιήσουν, ο βασικός παράγοντας ευτυχίας ή δυστυχίας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και ο τρόπος που έχουμε για να βλέπουμε τη ζωή μας.
Ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας γι’ αυτό και κλείνοντας το ποίημά του σχολιάζει πως αν έχεις καταστρέψει τη ζωή σου σε μια πόλη, σε μια μικρή γωνιά του κόσμου, τότε την έχεις καταστρέψει σ’ όλη τη γη. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις, αν δεν μπορείς να διαχειριστείς σωστά τη ζωή σου σ’ ένα τόπο, σημαίνει ότι δε θα μπορέσεις να τη διαχειριστείς καλύτερα ποτέ και πουθενά.
Η πόλις είναι ένα ποίημα ιδιαίτερα αυστηρό για τις προοπτικές των ανθρώπων, και βασίζεται στη διαπίστωση του ποιητή, ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του εαυτού μας.


latistor

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παιδί με τη σάλπιγγα

Emilio Longoni (1859-1932) — Boy with Trumpet and Pony
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.


Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι
ἢ ξύλα ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα
στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.

Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων.

Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.



Μουσική: ''Τα μυστικά της σελήνης'' της Ευανθίας Ρεμπούτσικα

Στη Συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912 – 1991) «Διεθνής παιδούπολη Πεσταλότσι» ανήκει το υπέροχο ποίημα «Το παιδί με τη σάλπιγγα», το οποίο – όπως ακριβώς αναγράφεται ως υπότιτλος – αποτελεί ένα «Παιδικό χριστουγεννιάτικο σχέδιο τυπωμένο σε κάρτα» και εμπερικλείει το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, την Αγάπη.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Κείνοι που επράξαν το κακό

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Σὲ περιμένω παντοῦ

Wheat Stacks with Reaper - Vincent Van Gogh
Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ 

σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ 
καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι 

ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ 

προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ 
ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν 
ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα 

καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Συγχώρα με, αγάπη μου

Ἤξερες νὰ δίνεσαι ἀγάπη μου...
Δινόσουνα ὁλάκερη
καὶ δὲν κράταγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου
παρὰ μόνο τὴν ἔγνοια
ἂν ὁλάκερη ἔχεις δοθεῖ...
Ὅλα μπορούσανε νὰ γίνουνε
στὸν κόσμο ἀγάπη μου
τότε πού μου χαμογελοῦσες...
Γιατί πρὶν μπεῖς ἀκόμα στὴ ζωή μου
εἶχες πολὺ ζήσει μέσα στὰ ὄνειρά μου
ἀγαπημένη μου..
Μὰ καὶ τί νὰ πεῖ κανείς...
Ὅταν ὁ κόσμος εἶναι τόσο φωτεινὸς
καὶ τὰ μάτια σου τόσο μεγάλα...
Στὴν πιὸ μικρὴ στιγμὴ μαζί σου
ἔζησα ὅλη τη ζωή...
Θὰ ξαναβρεθοῦμε μία μέρα
καὶ τότε ὅλα τὰ βράδια
κι ὅλα τὰ τραγούδια θά 'ναι δικά μας...
Θά ' θελα νὰ φωνάξω τ' ὀνομά σου, ἀγάπη,
μ' ὅλη μου τὴ δύναμη...
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποῦ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο,
καμιὰ ἐλπίδα νὰ μὴ πεθάνει...
Θέ μου πόσο ἦταν ὄμορφη
σὰν ἕνα φωτισμένο δέντρο
μία παλιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων
Συχώρα μέ, ἀγάπη μου,
ποῦ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω...
Μισῶ τὰ μάτια μου,
ποῦ πιὰ δὲν καθρεφτίζουν τὸ χαμόγελό σου...
Θὰ σ' ἀκούω σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ κλαίει,
ἀκούγοντας μακριὰ τὴ βουὴ μίας μεγάλης γιορτῆς
σ' ἀναζητάω σὰν τὸν τυφλό,
ποῦ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ πόμολο τῆς πόρτας
σ' ἕνα σπίτι που' πιάσε φωτιά,
ἅ, γιὰ νὰ γεννηθεῖς ἐσὺ
κι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ συναντήσω
γι' αὐτὸ ἔγινε ὁ κόσμος...
Κι ἐσύ, ἀγαπημένη, ὅταν μὲ διώχνεις,
κλείνεις ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου
ἕναν ὁλάκερο πικραμένο κόσμο...
Κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον,
εἴμαστε κιόλας νεκροί...
Ἂν βροῦν ἕναν ἄνθρωπο νεκρὸ
ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου,
ἐσὺ θὰ ξέρεις,
πῶς πέθανε σφαγμένος
ἀπ' τὰ μαχαίρια τοῦ φιλιοῦ,
ποῦ ὀνειρευότανε γιὰ σένα...
Ποδοπάτησε μέ,
νὰ ἔχω τουλάχιστον τὴν εὐτυχία
νὰ μ' ἀγγίζεις...


Από την ποιητική συλλογή "Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας"