Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης - Τό Ψωμί (Διψάμε για ουρανό)

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πήγαιναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης - Ο ποιητής της οδύνης


Από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνικής γενιάς, φιλοξενείται στη σειρά κινηματογραφικών εκπομπών του ΓΙΑΝΝΗ ΣΜΑΡΑΓΔΗ «ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», σε σενάριο και σκηνοθεσία του ΛΕΥΤΕΡΗ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ.
Στην εκπομπή παρακολουθούμε εικόνες από την τελετή απονομής του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 1987 στον ΣΑΧΤΟΥΡΗ και ακούμε να απαγγέλλονται ποιήματά του.


Ο Ποιητής και ο Κόσμος του
Ο Σαχτούρης έχει δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, με θεμέλια, αρχιτεκτονική διάρθρωση, ενότητα ύφους και περιεχόμενο. Μπορείς να τον αναγνωρίσεις όχι μόνο από οποιοδήποτε ποίημα, αλλά και από οποιοδήποτε στίχο. Ο κόσμος τού Σαχτούρη φαίνεται κλειστός και σε μερικούς ίσως στενά ατομικός. Κι όμως συνε­χώς υπάρχει μια ευαίσθητη ακοή που αφουγκράζεται, κι ένα μάτι που βλέπει ά­γρυπνα, ό,τι γίνεται απ' έξω [...].
Ο Σαχτούρης σχηματοποιημένος μέσα στην ποίηση του σαν πρόσωπο, εμφα­νίζεται πάντα χωρίς χαμόγελο, πονεμένος πικρός αηδιασμένος και έντρομος. Πά­ντα κατεχόμενος από οράματα φρίκης μιας εξαντλητικής σε συνδυασμούς και συγκρούσεις ζωής, πάντα με την παντιέρα του αίματος να σέρνεται στους λασπω­μένους δρόμους, αλλά και αιώνιος νοσταλγός ενός ψηλότερου καθαρού χώρου, ενός ουρανού, όπως τον νοσταλγούν οι φυλακισμένοι. Σαν ποιητής ο Σαχτούρης κινείται μέσα σ' ένα ζοφερό χώρο, εκεί που τον έχουν στριμώξει ιδιωτικά συμβά­ντα και γενικές καταστάσεις ζωής. Πολλά δυσνόητα στοιχεία στην ποίηση του α­νάγονται ασφαλώς σε εντελώς προσωπικά βιώματα ενός απαραβίαστου χώρου.
Πέρα όμως απ' αυτά υπάρχει ο άνθρωπος-ποιητής που βρίσκεται σ' ένα κοινό παρονομαστή μ' όλους τους άλλους και ιστορεί ποιητικά τις περιπέτειες της επο­χής, όπως χαράσσουν τα βαθιά τους ίχνη στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου.

Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι "Δύσκολοι Καιροί"
μέσα από την Ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη» (1960):

Η Ατμόσφαιρα του Έργου του

Όσο περνάνε τα χρόνια ο λόγος του Σαχτούρη γίνεται πιο κρυπτικός, περιορίζο­νται τα έκδηλα στοιχεία από την πραγματικότητα και μετασχηματίζονται σε «στίγ­ματα» (για να δανειστώ μια λέξη του - κλειδί), που λειτουργούν υπαινικτικά. Ω­στόσο μέσα από την υποκειμενική όραση του ποιητή, οι καταστάσεις έχουν μια αντικειμενική υπόσταση, επειδή είναι «φάσματα» (άλλη λέξη-κλειδί) του υπαρ­κτού κόσμου.
Νομίζω ότι η πραγματικότητα στην ποίηση του Σαχτούρη περνάει από δυο κατεργασίες.
Με την πρώτη κατεργασία βλέπεται: ως μνήμη, ως όνειρο ή ως εφιάλτης.
Με τη δεύτερη κατεργασία: ως βιωμένα γεγονότα, που γι' αυτό φορτίζονται με μια φιλοσοφημένη στάση ή οποία οδηγεί στο αίτημα: επιλογής των στοιχείων της πραγματικότητας, ώστε να επαληθεύεται το έσχατο συμπέρα­σμα του Σαχτούρη, που δε βρίσκω να είναι θετικό για τη ζωή, έτσι όπως τη βιώ­νει μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Ο Σεφέρης έλεγε ότι στο βάθος κάθε ανθρακω­ρυχείου υπάρχει πάντα ένα άσπρο άλογο. Στην ποίηση του Σαχτούρη το μόνο ά­σπρο είναι: Λίγo χιόνι, δηλαδή: το λιγοστό άσπρο / και το κρύο συνυφασμένα. Ένα είδος ανατριχιαστικής αίσθησης της ζωής.
Αλέξ. Αργυρίου,
«Ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Υπερρεαλισμός» (1976)

Μίλτος Σαχτούρης: Αυτοσχόλια
Όταν πέθανε ο πατέρας μου το '39 και ξέσπασε ο πόλεμος του '40, πήρα και έ­καψα όλα τα πανεπιστημιακά μου βιβλία. Είπα: «Τέρμα η Νομική!» Τα 'καψα, τρό­πος του λέγειν. Τα πιο πολλά τα πούλησα. Ή τα αντάλλαξα με γαλλικά βιβλία: συλλογές ποιημάτων και άλλα. Το Διεθνές Δίκαιον, θυμούμαι, με ένα Λαρούς. Και έκτοτε δόθηκα απερίσπαστος, χωρίς αναστολές, στην ποίηση.

Τα ποιήματα μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά. [...] μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα (Περσάκη - ζωγράφο, σύντροφο βίου του ποιητή ). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί [...]. Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πή­γα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;

Για τα χρώματα, που αναφέρονται συχνά στα ποιήματα μου. Ιδίως το μαύρο και το κόκκινο του αίματος, το χρώμα της ζωής και των ημερών μου. Μα την αίσθη­ση τους την είχα από πάντοτε μέσα μου. Από δώδεκα χρονών άρχισα και ζωγρά­φιζα. Τα είδε μια μέρα ο πατέρας μου, δικαστικός αυστηρός που με προόριζε για τα νομικά, και τα 'σκισε: «Τι! ζωγράφος θα γίνεις...», μου είπε.

Τα ποιήματα μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας, είναι σαν τα ξόρκια. Ξορκίζουν το κακό. Μοιάζουν με μάσκες αφρικάνικες. Με μάσκες ζώων και προ­γόνων, για να ξορκιστεί ο θάνατος. Όπως συμβαίνει απαράλλαχτα και με τις μά­σκες των ιθαγενών.

Τον ποιητή τίποτε δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως.
Γ. Δάλλας, Ο Ποιητής Μίλτος Σαχτούρης

ta en oikw kai en dimw

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἕνας μικρότερος κόσμος

Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγες· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουν στρατιῶτες
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ὅπλα
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγα, στραμμένα κι αὐτὰ πρὸς τὴν ἔξοδο
τῶν δασῶν μὲ τοὺς λύκους· ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε ἔμποροι
ἢ πὼς ὑπάρχουνε πολὺ λίγοι σε ἀπόκεντρα
σημεῖα τῆς γῆς ὅπου ἀκόμη δὲν ἔγιναν ἁμαξωτοὶ δρόμοι.
Τὸ ἐλπίζει ὁ Θεὸς
πὼς τουλάχιστο μὲς στοὺς λυγμοὺς τῶν ποιητῶν
δὲν θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει ποτὲς ὁ παράδεισος.



A smaller world
Ι seek a shore where Ι can fence in

a patch of the horizon with
trees or reeds. Where, gathering infinity,
Ι can have the sense that: there are nο machines
or very few; there are nο soldiers
or very few; there are nο weapons
or very few, and those few aimed at the exit
of the forests with wolves; or that there are nο merchants
or very few at remote
points οn the earth where
paved roads have not yet been laid.
God hopes that
at least in the poets᾿ sobs paradise will never cease to exist.

Nikiforos Vrettakos

(Diary, translated by Rick Μ. Newton)

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός...

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ
ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα.
Δὲν ἔχουμε ποτάμια δὲν ἔχουμε πηγάδια δὲν ἔχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ
τὶς προσκυνοῦμε.
Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος μὲ τὴ μοναξιά μας
ἴδιος μὲ τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος μὲ τὰ σώματά μας.
Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε
τὰ σπίτια τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας.
Κι οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα
γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴν ψυχή μας.
Πῶς γεννηθῆκαν πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;

Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν
οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια
τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν' ἀνασάνουμε
βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα
σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν
σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πὼς ν' ἀγαπήσουν.


Γιώργος Σεφέρης - Μυθιστόρημα
Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Ποιήματα» 20η ἔκδοση, 
ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, Ἀθῆναι 2000.

😒Κάποτε, στη χώρα αυτή, σπουδαίοι μουσικοσυνθέτες
μελοποιούσαν μεγάλους ποιητές.😒

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Νίκος Καροῦζος - Ῥομαντικὸς ἐπίλογος


Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.




Ανάλυση
Ο Νίκος Καρούζος κλείνει τη συλλογή «Πενθήματα» με τον Ρομαντικό επίλογο, παρουσιάζοντας μέσα από συνεχείς αρνητικές δηλώσεις τις ποιότητες που οφείλουν να έχουν οι ιδανικοί αναγνώστες του. Ποιότητες που αποτελούν αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να μπορέσουν να αισθανθούν και να κατανοήσουν τον ποιητικό του λόγο.
Θα πρέπει, έτσι, να είναι άνθρωποι που δεν ακολουθούν τις συμβάσεις∙ άνθρωποι με ελεύθερο πνεύμα, που δεν υποτάσσουν τη ζωή τους στο πλήθος των κοινωνικών κανόνων∙ άνθρωποι που δεν επιδιώκουν την ως προς όλα καλά ρυθμισμένη ζωή του μικροαστισμού.
Ο Ρομαντικός επίλογος, άρα, διακόπτει επί της ουσίας την επικοινωνία του ποιητή μ’ εκείνους που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του∙ μ’ εκείνους, δηλαδή, τους αναγνώστες που θαρρούν πως η ποίηση είναι μια συμβατική ασχολία, ενταγμένη κι αυτή στο καθημερινό πρόγραμμα ενός ανθρώπου που τηρεί και υιοθετεί πάντοτε τα κοινωνικώς αποδεκτά.
Με δεδομένο, μάλιστα, το γεγονός ότι η συλλογή Πενθήματα εκδόθηκε το 1969, το ποίημα λαμβάνει επιπλέον προεκτάσεις, αν συνδεθεί με το κλίμα καταπίεσης και ανελευθερίας που είχε επιβληθεί από το καθεστώς της δικτατορίας.

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.


Μη με διαβάζετε, δηλώνει και ζητά ο ποιητής, όταν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων, θέτοντας αρχής εξαρχής την έννοια της μη συμβατικής συμπεριφοράς, εφόσον μια τέτοια πράξη θα ήταν προφανώς αταίριαστη με το ήθος ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, που σέβεται την ιδιωτική φύση μιας τέτοιας τελετής.
Ακόμη κι ο ίδιος, βέβαια, μοιάζει να αναγνωρίζει την υπερβολή του αιτήματος, γι’ αυτό και κάνει έναν σχετικό συμβιβασμό με την αναφορά στα μνημόσυνα, τα οποία έχουν εκ των πραγμάτων λιγότερη συγκινησιακή φόρτιση, και, άρα, η παρουσία ενός ξένου σε αυτά δεν δημιουργεί τόσο έντονο προβληματισμό.

Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
......................
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Διαπιστώσεις


Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει,
οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους
οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς
γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα
πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε
κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του,
γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς,
τίποτα δεν θα επανορθωθεί
παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία
ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια
τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες
ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό
η φήμη - αυτό το σφαγείο
ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια,
κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων,
δάφνες για νικημένους,
εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο
για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου.
Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί...


---------------------------
Από όλους τους αγαπημένους τι νόημα έχει να ψάχνεις ποιον προτιμάς.
Τι αγαπάς περισσότερο; Το καλοκαιρινό αεράκι που ανεμίζει ένα λευκό πουκάμισο κόντρα στο πέλαγος, η ένα απόγευμα κρύο με μια κούπα καφέ στο χέρι, την ώρα που η βροχή γαζώνει με ριπές το παράθυρο; Το χέρι που σ'αγγίζει και χάνεσαι ή τα γέλια που ανεβαίνουν το πέτρινο καλντερίμι κι ο χρόνος σταματάει;

Τον Ελύτη, τον Ρίτσο ή τον Λειβαδίτη; Απάντηση δεν υπάρχει.

Παρ' όλα αυτά ο Τάσος Λειβαδίτης είχε μέσα μου πάντα μια δική του διαφορετική γωνιά. Ένα δικό του σοκάκι που περνούσε σκυφτός, ύστερα σήκωνε το βλέμμα, έλεγε μια γλυκιά ευγενική καλησπέρα και χανόταν σ΄ένα δικό του πάντα...


giorgossarris