Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω, όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε κομμάτια γνήσιο ουρανό κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πήγαιναν στο ψωμί, όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό! Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό.
Από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής λογοτεχνικής
γενιάς, φιλοξενείται στη σειρά κινηματογραφικών εκπομπών του ΓΙΑΝΝΗ ΣΜΑΡΑΓΔΗ
«ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», σε σενάριο και σκηνοθεσία του ΛΕΥΤΕΡΗ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ.
Στην εκπομπή παρακολουθούμε εικόνες από την τελετή απονομής του Κρατικού
Βραβείου Ποίησης 1987 στον ΣΑΧΤΟΥΡΗ και ακούμε να απαγγέλλονται ποιήματά
του.
Ο Ποιητής και ο Κόσμος του Ο Σαχτούρης έχει δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, με θεμέλια, αρχιτεκτονική
διάρθρωση, ενότητα ύφους και περιεχόμενο. Μπορείς να τον αναγνωρίσεις όχι μόνο
από οποιοδήποτε ποίημα, αλλά και από οποιοδήποτε στίχο. Ο κόσμος τού Σαχτούρη
φαίνεται κλειστός και σε μερικούς ίσως στενά ατομικός. Κι όμως συνεχώς
υπάρχει μια ευαίσθητη ακοή που αφουγκράζεται, κι ένα μάτι που βλέπει άγρυπνα,
ό,τι γίνεται απ' έξω [...]. Ο Σαχτούρης σχηματοποιημένος μέσα στην ποίηση του σαν πρόσωπο, εμφανίζεται
πάντα χωρίς χαμόγελο, πονεμένος πικρός αηδιασμένος και έντρομος. Πάντα
κατεχόμενος από οράματα φρίκης μιας εξαντλητικής σε συνδυασμούς και
συγκρούσεις ζωής, πάντα με την παντιέρα του αίματος να σέρνεται στους
λασπωμένους δρόμους, αλλά και αιώνιος νοσταλγός ενός ψηλότερου καθαρού χώρου,
ενός ουρανού, όπως τον νοσταλγούν οι φυλακισμένοι. Σαν ποιητής ο Σαχτούρης
κινείται μέσα σ' ένα ζοφερό χώρο, εκεί που τον έχουν στριμώξει ιδιωτικά
συμβάντα και γενικές καταστάσεις ζωής. Πολλά δυσνόητα στοιχεία στην ποίηση
του ανάγονται ασφαλώς σε εντελώς προσωπικά βιώματα ενός απαραβίαστου
χώρου. Πέρα όμως απ' αυτά υπάρχει ο άνθρωπος-ποιητής που βρίσκεται σ' ένα κοινό
παρονομαστή μ' όλους τους άλλους και ιστορεί ποιητικά τις περιπέτειες της
εποχής, όπως χαράσσουν τα βαθιά τους ίχνη στην ψυχή του σύγχρονου
ανθρώπου.
Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι "Δύσκολοι Καιροί"
μέσα από την Ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη» (1960):
Η Ατμόσφαιρα του Έργου του Όσο περνάνε τα χρόνια ο λόγος του Σαχτούρη γίνεται πιο κρυπτικός,
περιορίζονται τα έκδηλα στοιχεία από την πραγματικότητα και μετασχηματίζονται
σε «στίγματα» (για να δανειστώ μια λέξη του - κλειδί), που λειτουργούν
υπαινικτικά. Ωστόσο μέσα από την υποκειμενική όραση του ποιητή, οι
καταστάσεις έχουν μια αντικειμενική υπόσταση, επειδή είναι «φάσματα» (άλλη
λέξη-κλειδί) του υπαρκτού κόσμου. Νομίζω ότι η πραγματικότητα στην ποίηση του Σαχτούρη περνάει από δυο
κατεργασίες. Με την πρώτη κατεργασία βλέπεται: ως μνήμη, ως όνειρο ή ως εφιάλτης. Με τη δεύτερη κατεργασία: ως βιωμένα γεγονότα, που γι' αυτό φορτίζονται με
μια φιλοσοφημένη στάση ή οποία οδηγεί στο αίτημα: επιλογής των στοιχείων της
πραγματικότητας, ώστε να επαληθεύεται το έσχατο συμπέρασμα του Σαχτούρη, που
δε βρίσκω να είναι θετικό για τη ζωή, έτσι όπως τη βιώνει μέσα στη σύγχρονη
κοινωνία. Ο Σεφέρης έλεγε ότι στο βάθος κάθε ανθρακωρυχείου υπάρχει πάντα ένα
άσπρο άλογο. Στην ποίηση του Σαχτούρη το μόνο άσπρο είναι: Λίγo χιόνι,
δηλαδή: το λιγοστό άσπρο / και το κρύο συνυφασμένα. Ένα είδος ανατριχιαστικής
αίσθησης της ζωής.
Αλέξ. Αργυρίου,
«Ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Υπερρεαλισμός» (1976)
Μίλτος Σαχτούρης: Αυτοσχόλια Όταν πέθανε ο πατέρας μου το '39 και ξέσπασε ο πόλεμος του '40, πήρα και
έκαψα όλα τα πανεπιστημιακά μου βιβλία. Είπα: «Τέρμα η Νομική!» Τα 'καψα,
τρόπος του λέγειν. Τα πιο πολλά τα πούλησα. Ή τα αντάλλαξα με γαλλικά βιβλία:
συλλογές ποιημάτων και άλλα. Το Διεθνές Δίκαιον, θυμούμαι, με ένα Λαρούς. Και
έκτοτε δόθηκα απερίσπαστος, χωρίς αναστολές, στην ποίηση.
Τα ποιήματα μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά-σιγά.
[...] μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά
ολόκληρα. Άλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω
και από κει. Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα
(Περσάκη - ζωγράφο, σύντροφο βίου του ποιητή ). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία
ποιήματα μαζί [...]. Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού
πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;
Για τα χρώματα, που αναφέρονται συχνά στα ποιήματα μου. Ιδίως το μαύρο και το
κόκκινο του αίματος, το χρώμα της ζωής και των ημερών μου. Μα την αίσθηση
τους την είχα από πάντοτε μέσα μου. Από δώδεκα χρονών άρχισα και ζωγράφιζα.
Τα είδε μια μέρα ο πατέρας μου, δικαστικός αυστηρός που με προόριζε για τα
νομικά, και τα 'σκισε: «Τι! ζωγράφος θα γίνεις...», μου είπε.
Τα ποιήματα μου δεν είναι απαισιόδοξα. Απεναντίας, είναι σαν τα ξόρκια.
Ξορκίζουν το κακό. Μοιάζουν με μάσκες αφρικάνικες. Με μάσκες ζώων και
προγόνων, για να ξορκιστεί ο θάνατος. Όπως συμβαίνει απαράλλαχτα και με τις
μάσκες των ιθαγενών.
Τον ποιητή τίποτε δεν τον εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το
παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως.
A smaller world Ι seek a shore where Ι can fence in a patch of the horizon with trees or reeds. Where, gathering infinity, Ι can have the sense that: there are nο machines or very few; there are nο soldiers or very few; there are nο weapons or very few, and those few aimed at the exit of the forests with wolves; or that there are nο merchants or very few at remote points οn the earth where paved roads have not yet been laid. God hopes that at least in the poets᾿ sobs paradise will never cease to exist. Nikiforos Vrettakos (Diary, translated by Rick Μ. Newton)
Ανάλυση Ο Νίκος Καρούζος κλείνει τη συλλογή «Πενθήματα» με τον Ρομαντικό επίλογο, παρουσιάζοντας μέσα από συνεχείς αρνητικές
δηλώσεις τις ποιότητες που οφείλουν να έχουν οι ιδανικοί αναγνώστες του.
Ποιότητες που αποτελούν αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να μπορέσουν να
αισθανθούν και να κατανοήσουν τον ποιητικό του λόγο.
Θα πρέπει, έτσι, να είναι άνθρωποι που δεν ακολουθούν τις συμβάσεις∙ άνθρωποι με ελεύθερο πνεύμα, που δεν υποτάσσουν τη ζωή τους στο πλήθος των κοινωνικών κανόνων∙
άνθρωποι που δεν επιδιώκουν την ως προς όλα καλά ρυθμισμένη ζωή του
μικροαστισμού.
Ο Ρομαντικός επίλογος, άρα, διακόπτει επί της ουσίας την επικοινωνία του ποιητή μ’ εκείνους
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του∙ μ’ εκείνους, δηλαδή, τους
αναγνώστες που θαρρούν πως η ποίηση είναι μια συμβατική ασχολία,
ενταγμένη κι αυτή στο καθημερινό πρόγραμμα ενός ανθρώπου που τηρεί και
υιοθετεί πάντοτε τα κοινωνικώς αποδεκτά. Με δεδομένο, μάλιστα, το γεγονός ότι η συλλογή Πενθήματα εκδόθηκε το 1969, το ποίημα λαμβάνει επιπλέον προεκτάσεις, αν συνδεθεί με το κλίμα
καταπίεσης και ανελευθερίας που είχε επιβληθεί από το καθεστώς της
δικτατορίας.
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων ή
έστω μνημόσυνα.
Μη με διαβάζετε, δηλώνει και ζητά ο ποιητής, όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων, θέτοντας αρχής εξαρχής την έννοια της
μη συμβατικής συμπεριφοράς, εφόσον μια τέτοια πράξη θα ήταν προφανώς
αταίριαστη με το ήθος ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, που σέβεται την
ιδιωτική φύση μιας τέτοιας τελετής. Ακόμη κι ο ίδιος, βέβαια, μοιάζει να αναγνωρίζει την υπερβολή του
αιτήματος, γι’ αυτό και κάνει έναν σχετικό συμβιβασμό με την αναφορά στα
μνημόσυνα, τα οποία έχουν εκ των πραγμάτων λιγότερη συγκινησιακή
φόρτιση, και, άρα, η παρουσία ενός ξένου σε αυτά δεν δημιουργεί τόσο
έντονο προβληματισμό. Όταν δεν έχετε μαντέψει τη δύναμη που κάνει την
αγάπη εφάμιλλη του θανάτου.
Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει, οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του, γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς, τίποτα δεν θα επανορθωθεί παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό η φήμη - αυτό το σφαγείο ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια, κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων, δάφνες για νικημένους, εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου. Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί...
---------------------------
Από όλους τους αγαπημένους τι νόημα έχει να ψάχνεις ποιον προτιμάς. Τι αγαπάς περισσότερο; Το καλοκαιρινό αεράκι που ανεμίζει ένα λευκό πουκάμισο κόντρα στο πέλαγος, η ένα απόγευμα κρύο με μια κούπα καφέ στο χέρι, την ώρα που η βροχή γαζώνει με ριπές το παράθυρο; Το χέρι που σ'αγγίζει και χάνεσαι ή τα γέλια που ανεβαίνουν το πέτρινο καλντερίμι κι ο χρόνος σταματάει;
Τον Ελύτη, τον Ρίτσο ή τον Λειβαδίτη; Απάντηση δεν υπάρχει.
Παρ' όλα αυτά ο Τάσος Λειβαδίτης είχε μέσα μου πάντα μια δική του διαφορετική γωνιά. Ένα δικό του σοκάκι που περνούσε σκυφτός, ύστερα σήκωνε το βλέμμα, έλεγε μια γλυκιά ευγενική καλησπέρα και χανόταν σ΄ένα δικό του πάντα... giorgossarris