Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
A smaller world Ι seek a shore where Ι can fence in a patch of the horizon with trees or reeds. Where, gathering infinity, Ι can have the sense that: there are nο machines or very few; there are nο soldiers or very few; there are nο weapons or very few, and those few aimed at the exit of the forests with wolves; or that there are nο merchants or very few at remote points οn the earth where paved roads have not yet been laid. God hopes that at least in the poets᾿ sobs paradise will never cease to exist. Nikiforos Vrettakos (Diary, translated by Rick Μ. Newton)
Ανάλυση Ο Νίκος Καρούζος κλείνει τη συλλογή «Πενθήματα» με τον Ρομαντικό επίλογο, παρουσιάζοντας μέσα από συνεχείς αρνητικές
δηλώσεις τις ποιότητες που οφείλουν να έχουν οι ιδανικοί αναγνώστες του.
Ποιότητες που αποτελούν αναγκαία συνθήκη, προκειμένου να μπορέσουν να
αισθανθούν και να κατανοήσουν τον ποιητικό του λόγο.
Θα πρέπει, έτσι, να είναι άνθρωποι που δεν ακολουθούν τις συμβάσεις∙ άνθρωποι με ελεύθερο πνεύμα, που δεν υποτάσσουν τη ζωή τους στο πλήθος των κοινωνικών κανόνων∙
άνθρωποι που δεν επιδιώκουν την ως προς όλα καλά ρυθμισμένη ζωή του
μικροαστισμού.
Ο Ρομαντικός επίλογος, άρα, διακόπτει επί της ουσίας την επικοινωνία του ποιητή μ’ εκείνους
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του∙ μ’ εκείνους, δηλαδή, τους
αναγνώστες που θαρρούν πως η ποίηση είναι μια συμβατική ασχολία,
ενταγμένη κι αυτή στο καθημερινό πρόγραμμα ενός ανθρώπου που τηρεί και
υιοθετεί πάντοτε τα κοινωνικώς αποδεκτά. Με δεδομένο, μάλιστα, το γεγονός ότι η συλλογή Πενθήματα εκδόθηκε το 1969, το ποίημα λαμβάνει επιπλέον προεκτάσεις, αν συνδεθεί με το κλίμα
καταπίεσης και ανελευθερίας που είχε επιβληθεί από το καθεστώς της
δικτατορίας.
Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων ή
έστω μνημόσυνα.
Μη με διαβάζετε, δηλώνει και ζητά ο ποιητής, όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων, θέτοντας αρχής εξαρχής την έννοια της
μη συμβατικής συμπεριφοράς, εφόσον μια τέτοια πράξη θα ήταν προφανώς
αταίριαστη με το ήθος ενός καθώς πρέπει ανθρώπου, που σέβεται την
ιδιωτική φύση μιας τέτοιας τελετής. Ακόμη κι ο ίδιος, βέβαια, μοιάζει να αναγνωρίζει την υπερβολή του
αιτήματος, γι’ αυτό και κάνει έναν σχετικό συμβιβασμό με την αναφορά στα
μνημόσυνα, τα οποία έχουν εκ των πραγμάτων λιγότερη συγκινησιακή
φόρτιση, και, άρα, η παρουσία ενός ξένου σε αυτά δεν δημιουργεί τόσο
έντονο προβληματισμό. Όταν δεν έχετε μαντέψει τη δύναμη που κάνει την
αγάπη εφάμιλλη του θανάτου.
Οι ονειροπόλοι στέκονται πάντα στην άκρη γιατί μόνον από κει θα περάσει, οι φτωχοί που τους ελεούν προσφέρουν μεγαλόψυχα τον εαυτό τους οι λέξεις μεγαλώνουν μέσα σε βράδια λησμονιάς γυναίκες σιδερώνουν τα ξένα ασπρόρουχα κι ύστερα πηγαίνουν στην πόρτα και κλαίνε κι αυτός που κάνει ένα μεγάλο κύκλο πριν πάει στο σπίτι του, γιατί δεν θέλει ακόμα να το παραδεχτεί- όχι μη με ρωτάς, τίποτα δεν θα επανορθωθεί παιδιά έρημα που φεύγουν αθόρυβα από την παιδική ηλικία ανέμελα πουλιά που βρίσκονται έναν ολόκληρο χρόνο σε άδεια τ' αγάλματα έχουν κι αυτά τις μελαγχολικές τους ώρες ποιήματα-κλειδιά για την τρέλα ή τον ουρανό η φήμη - αυτό το σφαγείο ονειρεύομαι ένα νοσοκομείο για τ' άρρωστα παραμύθια, κύκνους μες τα καπέλα των κατάδικων, δάφνες για νικημένους, εμείς οι ξεχασμένοι που μας αρκεί ένα χαμόγελο για να περάσουμε τα σύνορα του κόσμου. Αντίο, αντίο...Τίποτα δεν θα επανορθωθεί...
---------------------------
Από όλους τους αγαπημένους τι νόημα έχει να ψάχνεις ποιον προτιμάς. Τι αγαπάς περισσότερο; Το καλοκαιρινό αεράκι που ανεμίζει ένα λευκό πουκάμισο κόντρα στο πέλαγος, η ένα απόγευμα κρύο με μια κούπα καφέ στο χέρι, την ώρα που η βροχή γαζώνει με ριπές το παράθυρο; Το χέρι που σ'αγγίζει και χάνεσαι ή τα γέλια που ανεβαίνουν το πέτρινο καλντερίμι κι ο χρόνος σταματάει;
Τον Ελύτη, τον Ρίτσο ή τον Λειβαδίτη; Απάντηση δεν υπάρχει.
Παρ' όλα αυτά ο Τάσος Λειβαδίτης είχε μέσα μου πάντα μια δική του διαφορετική γωνιά. Ένα δικό του σοκάκι που περνούσε σκυφτός, ύστερα σήκωνε το βλέμμα, έλεγε μια γλυκιά ευγενική καλησπέρα και χανόταν σ΄ένα δικό του πάντα... giorgossarris
Ω να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο.
Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς.
Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο.
Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ' το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.
Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ' ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων.
Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε; Κουράστηκα να τα λέω. Θα 'θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πως, που νιώθω να 'μια ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων... τα μοβ ξεχειλίζουν.
Τα σκούρα μου κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πώς όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ' άδειάσω, έσβησα.
Αφού είσαι άνθρωπος, είσαι ένας ξενώνας. Κάθε μέρα ένας καινούργιος ερχομός,
μια χαρά, μια θλίψη, μια κακία, μια στιγμιαία συνειδητοποίηση φτάνει
όπως ένας απρόσμενος επισκέπτης. Καλοδέξου τα όλα!
Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πλήθος καημών, που βίαια αδειάζουν το σπίτι από τα έπιπλά του, φέρσου σε κάθε καλεσμένο με αξιοπρέπεια, θα μπορούσε κάλλιστα να σε ετοιμάζει για μια χαρά καινούργια.
Τη νηφάλια σκέψη, την ντροπή, τη υστεροβουλία, υποδέξου τες στην πόρτα χαμογελώντας και κάλεσέ τες μέσα.
Να είσαι ευγνώμων για καθετί που έρχεται, γιατί έχει σταλεί ως οδηγός απ’ τον επέκεινα κόσμο.
This poem by Rumi would have to be one of the most frequently recited poems in mindfulness retreats and courses around the world. I love all of his poetry but this is definitely one of my personal favourites. It just gets to the heart of mindful living in the most eloquent and beautiful way.
The Guest House This being human is a guest house. Every morning a new arrival.
A joy, a depression, a meanness, some momentary awareness comes as an unexpected visitor.
Welcome and entertain them all! Even if they are a crowd of sorrows, who violently sweep your house empty of its furniture, still, treat each guest honorably. He may be clearing you out for some new delight.
The dark thought, the shame, the malice. meet them at the door laughing and invite them in.
Be grateful for whatever comes. because each has been sent as a guide from beyond.