Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Λάμπρος Πορφύρας - Ἀπόψε

Tree Inside Sunset Enviornment Nature Image
Aπόψε, ἡ γῆ σου εἶν᾿ ὄμορφη -Θέ μου- ὅλη πέρα ὡς πέρα:
τὸ λόφο ρείκια κόκκινα τὸν ἔχουνε στολίσει,
σὰ νά ῾ναι μιὰ παραμονὴ γλυκιᾶς γιορτῆς, κι ἡ μέρα
σὰν ἀγαθὸ χαμόγελο κι ἐκείνη ἀργεῖ νὰ σβήσει.

Δεξιά, ζερβὰ στὴ μοναξιὰ τοῦ δρόμου οἱ λεῦκες μένουν
ἀκίνητες στὸ λίγο φῶς, δὲ σειέται ἕνα κλαδί τους,
δὲν τρέμει οὔτ᾿ ἕνα φύλλο τους· ὅπου κι ἂν δεῖς σωπαίνουν
καὶ σὰ μιὰ δέηση βουβή, θαρρεῖς, εἶν᾿ ἡ σιωπή τους.

Κάτω στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ποὺ γέρνει βυθισμένο
μέσα στοῦ ὀνείρου τὴ σκιά, μὲς στὴ θολὴ γαλήνη,
τὸ μακρινό, τὸ βραδινὸ χωριὸ τ᾿ ἀγαπημένο
σὰν ἄυλος τόπος γιὰ ψυχὲς πού ῾ν᾿ ἅγιες ἔχει γίνει.

Κι ἀπάνω ἐκεῖ δυὸ σύννεφα, λὲς κι εἶν᾿ ἀσπροντυμένοι
ἀγγέλοι, ποὺ μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερά τους σταματῆσαν
κι ηὗραν τὴ γῆ τόσ᾿ ὄμορφη καὶ τόσο εὐτυχισμένη,
ποὺ ἐμεῖναν καὶ τὸν οὐρανὸ γι᾿ ἀπόψ᾿ ἐλησμονῆσαν...

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο
Joachim Du Bellay - «Heurex qui, comme Ulysse,
a fait un beau voyage»

Ulysses and the Sirens, John William Waterhouse (1891).
Στὴν Ἕλλη, Χριστούγεννα 1931


«Heurex qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage»
Joachim Du Bellay (1522-1560)

Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα.
Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρματωσιὰ 

μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.

Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
κανείς.

Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.

Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάντασμα
τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
κυμάτου τὴν ἁρμύρα
κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.

Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀκούσεις 
ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνάμεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχαστοῦμε 

πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πάλεψε 
μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.

Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μουΤροία.

Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ ἀγέρας,

μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ σου 
φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή σου νὰ γίνεται τιμόνι.
Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρνητος 
σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.

Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-ἕναν.
Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
ἀπομέναν.

Μιλᾶ... βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γοργόνα
νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.

Γιῶργος Σεφέρης, «Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο», 
Ποιήματα, Ἀθήνα, ἔκδ. Ἴκαρος, 1985, σσ. 87-89

Ανάλυση
Ο πρώτος στίχος του ποιήματος του Σεφέρη είναι μια παραλλαγή του πρώτου στίχου του σονέτου «Το ωραίο ταξίδι» του Γάλλου ποιητή Ιωακείμ ντι Μπελαί «Heurex qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage» (Ευτυχισμένος όποιος σαν τον Οδυσσέα έκανε ένα ωραίο ταξίδι)
Το ποίημα αυτό του Σεφέρη μας παρέχει μια εικόνα της μυθικής μεθόδου που υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη στο έργο του ποιητή. Η μυθική μέθοδος, όπως αποκλήθηκε από τον Edmund Keeley, είναι το αντίστοιχο της αντικειμενικής συστοιχίας που συναντάμε στο έργο του T. S. Elliot. Όπως ο Elliot επιχειρεί να προκαλέσει τη συγκίνηση του αναγνώστη μέσα από αναφορές σε ιστορικά ή μυθικά γεγονότα, που συνειρμικά του ενεργοποιούν ποικίλα συναισθήματα και τον ωθούν σε μια παράλληλη αναβίωση των συναισθηματικών διαθέσεων που είχε αισθανθεί όταν διάβαζε ή μάθαινε τα ιστορικά εκείνα γεγονότα, έτσι και ο Σεφέρης, χρησιμοποιεί το μύθο ή την ιστορία για να δημιουργήσει ένα πλαίσιο κατάλληλο ώστε ο αναγνώστης να «διαβάζει» πολλαπλά μηνύματα στα λόγια του ποιητή και η ανάγνωση να εμπλουτίζεται συναισθηματικά και νοηματικά μέσω της διακειμενικότητας.
Στο ποίημα «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» το προσωπικό βίωμα του ποιητικού υποκειμένου εμπλουτίζεται μέσω των αναφορών στον Οδυσσέα και στο περιβόητο ταξίδι επιστροφής του ομηρικού ήρωα.

Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ
Ὀδυσσέα. Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν 
ἀρματωσιὰμιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του, σὰν τὶς 
φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.
Από τον πρώτο στίχο το θέμα του ποιήματος μοιάζει να είναι η χαρά που αντλείται από την επιστροφή ενός ανθρώπου στην αγαπημένη του πατρίδα. Όποιος κάνει το ταξίδι του Οδυσσέα είναι ευτυχισμένος, όχι μόνο γιατί επιστρέφει στη γενέτειρά του αλλά γιατί έχει μια αγάπη δυνατή που τον ωθεί και τον βοηθά να προχωρήσει σ’ αυτό το δύσκολο ταξίδι. Η πανίσχυρη αγάπη που αισθάνεται ο ξενιτεμένος είναι από μόνη της πηγή ευτυχίας, γιατί υποδηλώνει πως ο άνθρωπος αυτός έχει τη δυνατότητα να αγαπήσει κάτι πέραν από τον εαυτό του, με τόση ένταση ώστε το συναίσθημα αυτό να τον χαλυβδώνει και να του παρέχει πληρότητα. Όπως το αίμα κυλά στις φλέβες και διατρέχει όλο μας το σώμα, έτσι και μια αγάπη τόσο δυνατή μπορεί να καλύψει όλη την υπόσταση του ανθρώπου, προσφέροντάς του κάτι σημαντικότερο κι από την ίδια την επιστροφή, προσφέροντάς του την αίσθηση ενός σκοπού, την αίσθηση πως δεν είναι όλα μάταια και αδιάφορα, αλλά πως υπάρχει κάτι που αξίζει κάθε πιθανή προσπάθεια και ταλαιπωρία.
Όταν ο Σεφέρης γράφει αυτό το ποίημα (1931) βρίσκεται στο Λονδίνο, μακριά από την πατρίδα του κι αισθάνεται τη νοσταλγία να τον κατακλύζει. Ο ποιητής ποθεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπως ποθεί να αισθανθεί κάτι ισχυρότερο από τη θλίψη και την κενότητα. Ποθεί να νιώσει μια αγάπη πέρα από τη λογική, μια αγάπη που θα υπερκαλύψει κάθε έλλειψη και κάθε πόνο.
Στα πλαίσια της διακειμενικότητας, δεν μπορούμε παρά να δούμε στην πρώτη αυτή στροφή, πέραν από την Οδύσσεια του Ομήρου και την Ιθάκη του Καβάφη, διακρίνοντας έτσι όχι μόνο την αγάπη για την πατρίδα, αλλά και την ανάγκη μιας ουσιαστικής επιδίωξης, ενός στόχου που με τη βαρύτητά του θα δώσει νόημα σε όλες τις άλλες ενέργειες και επιθυμίες.

Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σὰν
τὴ μουσικὴ καὶ παντοτινῆςγιατί γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος κανείς.
Η αγάπη αυτή, η αγάπη για την πατρίδα, αλλά και πολύ βαθύτερα η ικανότητα να αισθανθεί κάποιος ένα συναίσθημα ισχυρό που θα τον διαπερνά και θα τον ενεργοποιεί αδιάκοπα, εμφανίζεται εδώ ως κυρίαρχη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου. Είναι ευτυχισμένος αυτός που μπορεί να αισθανθεί κάτι τόσο δυνατό και ανίκητο, σαν μια παντοτινή μουσική που γεννιέται με τη δική μας γέννηση, αλλά δεν είναι βέβαιο πως θα πάψει με το θάνατό μας. Πόσο διαφορετικά θα χρωματίζονταν η ζωή του ανθρώπου αν μπορούσε να αγαπήσει με τόση ένταση ώστε η αγάπη του αυτή να ξεπερνούσε ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη και να συνέχιζε ακλόνητη τη δική της πορεία. Όπως, με μοναδικό τρόπο, ο ήρωας του Σολωμού, ο Κρητικός, αναζητά την αγαπημένη του και πέραν από το θάνατο, όταν οι νεκροί ανασταίνονται και αναμένουν την ώρα της κρίσης τους.
Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ  
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·κάθομαι 
κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω τὸ μακρινὸ
βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ
ἀνεξήγητο δρολάπι.
Ο ποιητής ζητά από το θεό να του δοθεί η δυνατότητα να μιλήσει κάποτε για την πολύτιμη αυτή αγάπη, που τόσο έντονα επιθυμεί και τόσο απόλυτα εκτιμά. Μιαν αγάπη που μας αφήνει να τη συνδέσουμε με την αγάπη για την πατρίδα, αλλά δεν την κατονομάζει, καθώς δεν είναι ανάγκη το υπέροχο αυτό συναίσθημα να λάβει συγκεκριμένη μορφή. Θα μπορούσε να είναι ο ακατάλυτος δεσμός με την πατρίδα –άλλωστε ο ποιητής τη στιγμή που γράφει τους στίχους συγκλονίζεται από συναισθήματα νοσταλγίας- αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αγάπη για οτιδήποτε άλλο. Κάθε άνθρωπος ιεραρχεί διαφορετικά τις αξίες και τα ποθούμενα της ζωής του, γι’ αυτό και ο ποιητής προτιμά να μην περιορίσει τη μορφή και την ουσία της αγάπης σ’ ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Εντούτοις, όσον αφορά τον ίδιο, το συναίσθημα που τον τυραννά είναι ο πόθος του να επιστρέψει ξανά στην πατρίδα του. Η ξενιτιά και ο πόνος που προκαλεί στον ποιητή, λαμβάνει υπόσταση και κυκλώνει τον ποιητή τόσο υλικά όσο και ηχητικά, μ’ ένα βουητό δημιουργούμενο από τη βοή της θάλασσας όταν αίφνης ταράζεται από απροσδόκητη καταιγίδα. Με την ένταση της ηχητικής αυτής εικόνας, ο ποιητής επιχειρεί να μεταδώσει τη δύναμη με την οποία τον χτυπά ο πόνος της ξενιτιάς.
Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ
φάντασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπό 
................
η συνέχεια εδώ: latistor

Joachim Du Bellay - «Heurex qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage»

Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage,
Ou comme cestuy-là qui conquit la toison,
Et puis est retourné, plein d’usage et raison,
Vivre entre ses parents le reste de son âge!

Quand reverrai-je, hélas, de mon petit village
Fumer la cheminée, et en quelle saison
Reverrai-je le clos de ma pauvre maison,
Qui m’est une province, et beaucoup davantage?

Plus me plaît le séjour qu’ont bâti mes aïeux,
Que des palais Romains le front audacieux,
Plus que le marbre dur me plaît l’ardoise fine:

Plus mon Loir gaulois, que le Tibre latin,
Plus mon petit Liré, que le mont Palatin,
Et plus que l’air marin la doulceur angevine.

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,έκανε ένα όμορφο ταξίδι

Ευτυχισμένος αυτός, που σαν τον Οδυσσέα,
έκανε ένα όμορφο ταξίδι,*
Ή σαν κι εκείνο, που κατέκτησε το χρυσόμαλλο δέρας,
Και έπειτα επέστρεψε, γεμάτος εμπειρίες και γνώση,
Να ζήσει ανάμεσα στους δικούς του το υπόλοιπο της ηλικίας του!

Πότε θα ξαναδώ,αλίμονο, του μικρού χωριού μου
Να καπνίζει το τζάκι, και σε ποιά εποχή
Θα δω τη θύρα του φτωχού μου σπιτιού,
που ΄ναι για μενα μια επαρχία** και κάτι παραπάνω;

Πιο πολύ μ’ ευχαριστεί η διαμονή*** που έχτισαν οι πρόγονοί μου
από τα Ρωμαϊκά παλάτια με τις τολμηρές προσόψεις
Πιο πολύ από το σκληρό μάρμαρο, μ’ευχαριστεί ο λεπτός σχιστόλιθος

Πιο πολύ ο γαλατικός μου Λίγηρας από τον λατίνο Τίβερη
Πιο πολύ το μικρό μου Λιρέ, από τον Παλατίνο λόφο
Και πιο πολύ από τη θαλασσινή αύρα η γλυκύτητα του Ανζού****

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου



Σημειώσεις της μεταφράστριας

*εννοεί μεγάλο και ηρωικό
**εννοεί βασίλειο, σαν του Οδυσσέα ή του Ιάσωνα
***χρησιμοποιεί τη λέξη διαμονή και όχι σπίτι, διότι δεν έχει ως πρόθεση να κάνει μια επανάληψη στο σημαινόμενο της εκφοράς ”φτωχό σπίτι”, αλλά σε μια νέα ιδέα, την πατρίδα και το γεννεαλογικό του υπόβαθρο
****Angevine: επίθετο, από την περιοχή του Ανζου. Προτίμησα να το γράψω έτσι, μιας και η περιοχή είναι γνωστή από την Ιστορία, από το φως, τη γλυκύτητα του τοπίου και τα σχιστολιθικές σκεπές των σπιτιών.
------------------
Για τη λέξη θύρα (clos): Εννοεί την αυλόθυρα, την περίφραξη του κήπου την θύρα του σπιτιού. Στην αντίθεση ”φτωχό σπίτι”- ”αυτό για μένα είναι μια Επαρχία (βασίλειο)”τα στοιχεία είναι κοινά: Αυτοί που επιστρέφουν, έχουν την ίδια εικόνα πλησιάζοντας στις εστίες τους. Η λέξη θύρα, είναι ίσως η λέξη-“κλειδί” στο ποίημα, που βασίζεται πάνω στην αντίθεση: 

Το άνοιγμα της θύρας είναι η νεότητα, το ταξίδι, η θάλασσα η Ρώμη. 
Το κλείσιμο είναι η ώριμη ηλικία, οι γονείς, το σπίτι … αντίθεση που συμπυκνώνεται στο τέλος του σονέτου, στο στίχο ”και πιο πολύ από την θαλασσινή αύρα η γλυκύτητα του Ανζού”. 
Την αντίθεση θα την εκφράσει και με τη χρήση των κτητικών ”mon, mes” (μου, δικο μου, δικά μου) στην προσωποποίηση, όταν αναφέρεται με΄τρυφερότητα και ευαισθησία στον τόπο του..ο γαλατικός μου Λίγηρας,το Λιρέ μου “Plus me plaît”… “Plus que le marbre”… “Plus mon Loir gaulois…” “Plus mon petit Liré…” “Et plus que l’air marin…”

Η πενταπλή αναφορά της λέξης “περισσότερο” (plus) στην αρχή των στίχων εισάγει μια σειρά αντιθέσεων βασισμένων στην επαναλαμβανόμενη συντακτική δομή, με μια ρητορική επίδραση επανάληψης και συμμετρίας. Στο δεύτερο και τον τελευταίο στίχο, ο οποίος αποτελεί την αιχμή του σοννέτου, η συμμετρική δομή ανατρέπεται, για να σπάσει η μονοτονία της εκφραστικής μεθόδου (διαδικασίας) Ο ντυ Μπελλαί χρησιμοποιεί σκοπίμως την περίφραση “le séjour qu’ont bâti mes aïeux” αντί του “ma maison”, όχι σαν...

...............
η συνέχεια εδώ: tokoskino

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Elizabeth Barrett Browning - Πώς σ' αγαπώ;


Πώς σ' αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού

Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ' αγαπώ ακόμα πιο πολύ


(Μτφ.: Χρίστος Γούδης)


How Do I Love Thee? (Sonnet 43)

How do I love thee? Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sight
For the ends of being and ideal grace.
I love thee to the level of every day’s
Most quiet need, by sun and candle-light.
I love thee freely, as men strive for right.
I love thee purely, as they turn from praise.
I love thee with the passion put to use
In my old griefs, and with my childhood’s faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints. I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life; and, if God choose,
I shall but love thee better after death.



Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος - Δὲ γυρεύω ξένο


Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ

καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.

Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς

κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.

Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ

δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Απ’ τες εννιά
Constantine P. Cavafy - Since Nine O'Clock

Tarak Mahadi - Thinker 1


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
Tarak Mahadi - Thinker 2
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.




Ανάλυση
Το «Απ’ τες εννιά» είναι ένα ποίημα αναπόλησης, στο οποίο συναντάμε τις προσφιλέστερες θεματικές των εξομολογητικών εκείνων ποιημάτων που συνιστούν τα πιο προσωπικά και πιο θερμά του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Το πέρασμα του χρόνου, η μοναξιά κι οι έρωτες του παρελθόντος, διαπλέκονται αρμονικά σε μια σύνθεση που αρχίζει χαμηλόφωνα και διστακτικά, για να καταλήξει σε μια αιφνίδια διεύρυνση που αιχμαλωτίζει τη σκέψη του αναγνώστη.

Το ποίημα ξεκινά με τους δείκτες του ρολογιού να δείχνουν δώδεκα και μισή, όταν δηλαδή έχει ήδη ολοκληρωθεί η πορεία της μνημονικής ανάκλησης. Έτσι, ο ποιητής για να μας καταστήσει μετόχους των συλλογισμών του, μας διηγείται τι μεσολάβησε από τις εννιά που βρέθηκε ολομόναχος στο σπίτι του.
Η έλλειψη συντροφιάς, που δίνεται εμφατικά από τον ποιητή (κατάμονος), και η απουσία διάθεσης για διάβασμα, του παρέχουν την ευκαιρία να αφεθεί στις αναμνήσεις του παρελθόντος. Για τον Καβάφη, άλλωστε, οι στιγμές της μοναχικής αναπόλησης αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του μονήρη βίου του και συνάμα ιδανικό πλαίσιο για τη δημιουργία του ποιητικού του έργου.
Απ’ τις εννιά που ο ποιητής ανάβει τη λάμπα, προβάλλει εμπρός του το είδωλο του νέου σώματός του. Οι δύο αυτές εικόνες/στίχοι (Το είδωλον του νέου σώματός μου, /απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα) επαναλαμβάνονται δύο φορές στο ποίημα, τονίζοντας με την επανάληψή τους σημαντικά νοηματικά σημεία. Η αναμμένη λάμπα υποδηλώνει πως η διαδικασία αναπόλησης γίνεται ενώ ο ποιητής βρίσκεται σε εγρήγορση. Όσα θα ακολουθήσουν γίνονται με συνειδητή συμμετοχή του ποιητή και δεν αποτελούν κάποιο όνειρο ή φαντασίωση. 
Από την άλλη, το είδωλο του νέου σώματός του, που επαναφέρει στη σκέψη του ο ποιητής, εκφράζει τη σταθερή επιθυμία του να θυμάται τον εαυτό του απαλλαγμένο από τη φθορά του χρόνου, όταν στην πλήρη νεότητά του είχε ακόμη μερίδιο από τις απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ζωή.
Με τη βοήθεια, λοιπόν, του νεανικού του σώματος, που είναι συνδεδεμένο με όλες τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, ο ποιητής ξεκινά μια νοσταλγική αναδρομή. Πρώτος σταθμός οι κλειστές αρωματισμένες κάμαρες, όπου ο ποιητής είχε την ευκαιρία στα νεανικά του χρόνια να ζήσει την τολμηρή εκείνη ηδονή, που έμεινε έκτοτε μια σταθερή πηγή έμπνευσης και ικανοποίησης για τον ποιητή.
Έπειτα, περνούν μπροστά απ’ τα μάτια του οι δρόμοι της πόλης του, της Αλεξάνδρειας, που έχουν πια αλλάξει τελείως. Τα κέντρα που κάποτε γέμιζαν με κόσμο, τα θέατρα και τα καφενεία που σύχναζε παλιά, τώρα έχουν κλείσει. Το πέρασμα του χρόνου έχει αλλάξει, όχι μόνο τον ποιητή, αλλά και την πόλη του. Τα μέρη που τότε αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας, έχουν πια χαθεί, μαζί με τα ανέμελα και ηδονικά χρόνια της νεότητάς του.
Το είδωλο του νεανικού του σώματος όμως, δεν του θυμίζει μόνο την ηδονή και τις διασκεδάσεις, φέρνει μαζί του και τα λυπητερά γεγονότα της ζωής του. Απώλειες μελών της οικογένειας, χωρισμούς με αγαπημένα πρόσωπα, και φυσικά τα συναισθήματα εκείνων που πέθαναν, τα οποία δεν είχε εκτιμήσει όσο έπρεπε τότε που είχε ακόμη την ευκαιρία. Συναισθήματα αγάπης συγγενών και φίλων που θεωρήθηκαν δεδομένα και ουδέποτε έλαβαν την εκτίμηση που τους έπρεπε.
..................
Το δίστιχο, επομένως, που κλείνει το ποίημα, παρ’ όλο που μοιάζει με την κατάληξη ενός αμιγώς προσωπικού απολογισμού, δεν είναι παρά το παραινετικό μήνυμα του ποιητή προς τους αναγνώστες του. Με τρόπο διακριτικό, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό, ο Καβάφης μας υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει τίποτε το στατικό στη ζωή, όλα περνούν και περνούν γρηγορότερα απ’ ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε.

«Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.»

περισσότερα εδώ: latistor

Since Nine O'Clock

Half past twelve. Time's gone by quickly
since nine o'clock when I lit the lamp
and sat down here. I've been sitting without reading,
without speaking. Completely alone in the house,
who could I talk to?

Since nine o'clock when I lit the lamp
the shade of my young body
has been haunting me, reminding me
of shut scented rooms,
of past passion - what daring passion.
And it's also brought back to me
streets now unrecognizable,
bustling night clubs now closed,
theatres and cafes no longer there.

The shade of my young body
also brought back the things that make us sad:
family grief, separations,
the feelings of my own people,
of the dead so little recognized.

Half past twelve: how the time has gone by.
Half past twelve: how the years have gone by.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ὑστερόγραφο (Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς)


Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα
καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.

Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.


Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ᾿ ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν᾿ ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ᾿ ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς.
Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.