Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος - Δὲ γυρεύω ξένο


Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ

καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.

Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς

κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.

Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ

δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Απ’ τες εννιά
Constantine P. Cavafy - Since Nine O'Clock

Tarak Mahadi - Thinker 1


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.


Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
Tarak Mahadi - Thinker 2
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.




Ανάλυση
Το «Απ’ τες εννιά» είναι ένα ποίημα αναπόλησης, στο οποίο συναντάμε τις προσφιλέστερες θεματικές των εξομολογητικών εκείνων ποιημάτων που συνιστούν τα πιο προσωπικά και πιο θερμά του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Το πέρασμα του χρόνου, η μοναξιά κι οι έρωτες του παρελθόντος, διαπλέκονται αρμονικά σε μια σύνθεση που αρχίζει χαμηλόφωνα και διστακτικά, για να καταλήξει σε μια αιφνίδια διεύρυνση που αιχμαλωτίζει τη σκέψη του αναγνώστη.

Το ποίημα ξεκινά με τους δείκτες του ρολογιού να δείχνουν δώδεκα και μισή, όταν δηλαδή έχει ήδη ολοκληρωθεί η πορεία της μνημονικής ανάκλησης. Έτσι, ο ποιητής για να μας καταστήσει μετόχους των συλλογισμών του, μας διηγείται τι μεσολάβησε από τις εννιά που βρέθηκε ολομόναχος στο σπίτι του.
Η έλλειψη συντροφιάς, που δίνεται εμφατικά από τον ποιητή (κατάμονος), και η απουσία διάθεσης για διάβασμα, του παρέχουν την ευκαιρία να αφεθεί στις αναμνήσεις του παρελθόντος. Για τον Καβάφη, άλλωστε, οι στιγμές της μοναχικής αναπόλησης αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του μονήρη βίου του και συνάμα ιδανικό πλαίσιο για τη δημιουργία του ποιητικού του έργου.
Απ’ τις εννιά που ο ποιητής ανάβει τη λάμπα, προβάλλει εμπρός του το είδωλο του νέου σώματός του. Οι δύο αυτές εικόνες/στίχοι (Το είδωλον του νέου σώματός μου, /απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα) επαναλαμβάνονται δύο φορές στο ποίημα, τονίζοντας με την επανάληψή τους σημαντικά νοηματικά σημεία. Η αναμμένη λάμπα υποδηλώνει πως η διαδικασία αναπόλησης γίνεται ενώ ο ποιητής βρίσκεται σε εγρήγορση. Όσα θα ακολουθήσουν γίνονται με συνειδητή συμμετοχή του ποιητή και δεν αποτελούν κάποιο όνειρο ή φαντασίωση. 
Από την άλλη, το είδωλο του νέου σώματός του, που επαναφέρει στη σκέψη του ο ποιητής, εκφράζει τη σταθερή επιθυμία του να θυμάται τον εαυτό του απαλλαγμένο από τη φθορά του χρόνου, όταν στην πλήρη νεότητά του είχε ακόμη μερίδιο από τις απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ζωή.
Με τη βοήθεια, λοιπόν, του νεανικού του σώματος, που είναι συνδεδεμένο με όλες τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, ο ποιητής ξεκινά μια νοσταλγική αναδρομή. Πρώτος σταθμός οι κλειστές αρωματισμένες κάμαρες, όπου ο ποιητής είχε την ευκαιρία στα νεανικά του χρόνια να ζήσει την τολμηρή εκείνη ηδονή, που έμεινε έκτοτε μια σταθερή πηγή έμπνευσης και ικανοποίησης για τον ποιητή.
Έπειτα, περνούν μπροστά απ’ τα μάτια του οι δρόμοι της πόλης του, της Αλεξάνδρειας, που έχουν πια αλλάξει τελείως. Τα κέντρα που κάποτε γέμιζαν με κόσμο, τα θέατρα και τα καφενεία που σύχναζε παλιά, τώρα έχουν κλείσει. Το πέρασμα του χρόνου έχει αλλάξει, όχι μόνο τον ποιητή, αλλά και την πόλη του. Τα μέρη που τότε αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας, έχουν πια χαθεί, μαζί με τα ανέμελα και ηδονικά χρόνια της νεότητάς του.
Το είδωλο του νεανικού του σώματος όμως, δεν του θυμίζει μόνο την ηδονή και τις διασκεδάσεις, φέρνει μαζί του και τα λυπητερά γεγονότα της ζωής του. Απώλειες μελών της οικογένειας, χωρισμούς με αγαπημένα πρόσωπα, και φυσικά τα συναισθήματα εκείνων που πέθαναν, τα οποία δεν είχε εκτιμήσει όσο έπρεπε τότε που είχε ακόμη την ευκαιρία. Συναισθήματα αγάπης συγγενών και φίλων που θεωρήθηκαν δεδομένα και ουδέποτε έλαβαν την εκτίμηση που τους έπρεπε.
..................
Το δίστιχο, επομένως, που κλείνει το ποίημα, παρ’ όλο που μοιάζει με την κατάληξη ενός αμιγώς προσωπικού απολογισμού, δεν είναι παρά το παραινετικό μήνυμα του ποιητή προς τους αναγνώστες του. Με τρόπο διακριτικό, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό, ο Καβάφης μας υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει τίποτε το στατικό στη ζωή, όλα περνούν και περνούν γρηγορότερα απ’ ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε.

«Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.»

περισσότερα εδώ: latistor

Since Nine O'Clock

Half past twelve. Time's gone by quickly
since nine o'clock when I lit the lamp
and sat down here. I've been sitting without reading,
without speaking. Completely alone in the house,
who could I talk to?

Since nine o'clock when I lit the lamp
the shade of my young body
has been haunting me, reminding me
of shut scented rooms,
of past passion - what daring passion.
And it's also brought back to me
streets now unrecognizable,
bustling night clubs now closed,
theatres and cafes no longer there.

The shade of my young body
also brought back the things that make us sad:
family grief, separations,
the feelings of my own people,
of the dead so little recognized.

Half past twelve: how the time has gone by.
Half past twelve: how the years have gone by.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ὑστερόγραφο (Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς)


Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα
καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.

Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.


Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ᾿ ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν᾿ ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ᾿ ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.


Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς.
Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Λυγερός - Κάθετος έρωτας

Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov.
Passion represent the intense moments of love couple in a great way.
Δεν ξέρεις πότε αρχίζει ο έρωτας.
Με ποια κίνηση, με ποια σιωπή.
Ένα αναμμένο κερί, ένα κομμάτι μουσικής.
Δεν ξέρεις πότε γίνεται. Ξέρεις όμως πότε έγινε.
Θαρρείς πως ο έρωτας δεν είναι του παρόντος.
Ανήκει μόνο στο παρελθόν και στο μέλλον.
Είναι και αυτός κομμάτι της ανθρωπότητας.
Κομμάτι που πληγώνει η κοινωνία αλλά που δεν το αγγίζει.
Έτσι και το κομμάτι χορού έγινε κάθετος έρωτας.
Έτσι νιώθεις πως η στιγμή είναι κομμάτι αθανασίας.
Δεν υπάρχουν πια κορμιά. Μόνο σώμα. Ταλάντωση. Συντονισμός.
Το πάθος γίνεται πόθος. Δεν υπάρχουν πια χάδια.
Δεν υπάρχουν πια επιφάνειες. Μόνο αγάπη. Μόνο βάθος.
Δεν λατρεύεις. Ζεις. Διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος είναι ένας.
Δίχως αρχή, δίχως τέλος. Μετέωρος.
Έτσι είναι ο κάθετος έρωτας.
Μια σπάνια συνάντηση του βάθους με το μετέωρο.

Νίκος Λυγερός

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις - Ερωτικό


Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου

Το προσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Φυσάει ἀπόψε φυσάει


Ἐπίλογος (Φυσάει)

Ἦταν ἕνας νέος ὠχρός. Καθόταν στὸ πεζοδρόμιο.
Χειμῶνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; τοῦ λέω.

Τὸν ἄλλον αἰῶνα, μοῦ λέει.

Ποῦ νὰ πάω

Ὅσο γιὰ μένα, ἔμεινα πάντα ἕνας πλανόδιος πωλητὴς ἀλλοτινῶν πραγμάτων,
ἀλλά… ἀλλὰ ποιὸς σήμερα ν᾿ ἀγοράσει ὀμπρέλες ἀπὸ ἀρχαίους κατακλυσμούς.


Χρωματίζω πουλιὰ καὶ περιμένω νὰ κελαηδήσουν

Ἀλλὰ μιὰ μέρα δὲν ἄντεξα.
Ἐμένα μὲ γνωρίζετε, τοὺς λέω.
Ὄχι, μοῦ λένε.
Ἔτσι πῆρα τὴν ἐκδίκησή μου καὶ δὲ στερήθηκα ποτὲ τοὺς μακρινοὺς ἤχους.


Τραγουδάω, ὅπως τραγουδάει τὸ ποτάμι

Κι ὕστερα στὸ νοσοκομεῖο ποὺ μὲ πῆγαν βιαστικά…
Τί ἔχετε, μοῦ λένε.
Ἐγώ; Ἐγὼ τίποτα, τοὺς λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μᾶς μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.


Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.


Ὅμως ἀπόψε, βιάζομαι ἀπόψε,
νὰ παραμερίσω ὅλη τὴ λησμονιὰ
καὶ στὴ θέση τῆς ν᾿ ἀκουμπήσω,
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη.


Κύριε, ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, ὀνειρεύτηκα πολὺ
μιὰ μικρὴ ἀνεμώνη. Ἔτσι ξέχασα νὰ ζήσω.
Μόνο καμιὰ φορᾷ μ᾿ ἕνα μυστικὸ ποὺ τὸ ᾿χὰ μάθει ἀπὸ παιδί,
ξαναγύριζα στὸν ἀληθινὸ κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖ κανεὶς δὲ μὲ γνώριζε.
Σὰν τοὺς θαυματοποιοὺς ποὺ ὅλη τὴ μέρα χάρισαν τ᾿ ὄνειρα στὰ παιδιὰ
καὶ τὸ βράδυ γυρίζουν στὶς σοφίτες τοὺς πιὸ φτωχοὶ κι ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους.


Ζήσαμε πάντοτε ἀλλοῦ.
Καὶ μόνο ὅταν κάποιος μᾶς ἀγαπήσει, ἐρχόμαστε γιὰ λίγο
κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον εἴμαστε κιόλας νεκροί.


Sos, sos, sos, sos
Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
τρέχουν οἱ δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω ἀπὸ τὶς γέφυρες φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.


Φυσάει ἀπόψε φυσάει,
μὲς στὶς κιθάρες φυσάει.


Δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου φυσάει,
δώσ᾿ μου τὸ χέρι σου