Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Ὕμνοι — Φῶς ἱλαρόν - Η «Αρχαία Φωνή»


Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός,
οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ,

ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, 

ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν. 

Ἄξιόν σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνεῖσθαι φωναῖς αἰσίαις, 

Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς· διὸ ὁ κόσμος σὲ δοξάζει.



«Φῶς ἱλαρὸν», η «αρχαία φωνή»...
Τί είναι η Επιλύχνιος Ευχαριστία; - Phos Hilaron

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Πρωί


Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.


Ανάλυση
Το αίσθημα της θλίψης, η βαθιά απροθυμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τη νέα ημέρα που μόλις ξεκινά, η ψυχική εξουθένωση κι η συντριπτική εκείνη επίδραση της κατάθλιψης που καθιστά ανυπόφορη τη σκέψη ακόμη και της πιο ασήμαντης ενέργειας, αποτελούν τις θεματικές του συγκεκριμένου ποιήματος.

Άνοιξε τα μάτια και ξεδίπλωσε
το μαύρο πανί πλατιά και τέντωσέ το


Το ποιητικό υποκείμενο απευθύνει το λόγο στον ίδιο του τον εαυτό και του ζητά επιτακτικά να απλώσει το μαύρο πανί που θα καλύψει όλο του τον ορίζοντα και καθετί άλλο γύρω του, έχοντας όμως τα μάτια του ανοιχτά. Το μαύρο πανί που καλείται ο ίδιος να το ξεδιπλώσει πλατιά και να το τεντώσει δεν αποτελεί δημιούργημα της νύχτας ή του ύπνου, αποτελεί μια ψυχική εκδήλωση που φανερώνεται μέσα στο φως της ημέρας. Την ώρα ακριβώς που όλα φωτίζονται, η προοπτική της νέας ημέρας μοιάζει τόσο ανυπόφορη στο άτομο, τόσο επώδυνα εξουθενωτική, ώστε αισθάνεται την ανάγκη να καλύψει τα πάντα μ’ ένα μαύρο πανί∙ να τα συσκοτίσει, και αφού δεν μπορεί να αποτρέψει τον ερχομό της ημέρας, να εκφράσει, έστω, το πώς ο ίδιος αντικρίζει τα πράγματα γύρω του.

άνοιξε τα μάτια καλά στύλωσε τα μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πως το μαύρο πανί που ξεδιπλώνεται
όχι μέσα στον ύπνο μήτε μέσα στο νερό
μήτε σαν πέφτουνε τα βλέφαρα ρυτιδωμένα
και βουλιάζουν λοξά σαν τα κοχύλια


Το κάλεσμα του ποιητικού υποκειμένου στον εαυτό του αποτελεί μια εναργή απόδοση του πώς βιώνει ένα άτομο τα συναισθήματα κατάθλιψης, αφού ό,τι προβάλλεται εδώ κυρίως είναι η διαπίστωση πως το «μαύρο πανί» που ξεδιπλώνεται και καλύπτει τον γύρω κόσμο εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ημέρας. 

Τα αρνητικά συναισθήματα του ατόμου, τα οποία διαστρεβλώνουν επί της ουσίας την πραγματικότητα και του δημιουργούν την αίσθηση πως όλα είναι δύσκολα, μάταια και ανυπόφορα∙ πώς όλα είναι μαύρα και ανούσια, κάνουν την εμφάνισή τους ήδη από την πρώτη στιγμή που ανοίγει κανείς τα μάτια του το πρωί. 
Την ώρα ακριβώς που οι άλλοι άνθρωποι αντικρίζουν την ομορφιά της νέας ημέρας και το φως που αναδεικνύει το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος, το ποιητικό υποκείμενο που βρίσκεται δέσμιο των καταθλιπτικών του συναισθημάτων δεν είναι σε θέση να αντικρίσει τίποτε το όμορφο. Για το καταθλιπτικό άτομο δεν υπάρχει η γεμάτη υποσχέσεις νέα ημέρα, υπάρχει μόνο η αίσθηση ενός διαρκούς παρατεταμένου ψυχικού τραύματος.
Ο ποιητής, λοιπόν, ζητά από τον εαυτό του ν’ ανοίξει καλά τα μάτια του και να τα στυλώσει στο θέαμα της νέας ημέρας∙ να προσηλωθεί σε αυτό που βλέπει και να συνειδητοποιήσει, έτσι, πληρέστερα αυτό που κατά βάθος ήδη ξέρει, ότι το ξεκίνημα της νέας ημέρας δεν αποτελεί πια για εκείνον πηγή χαράς ή έστω αισιοδοξίας, αφού για εκείνον με το που αρχίζει η νέα ημέρα, ξεκινά να ξεδιπλώνεται και το μαύρο πανί του εσωτερικού του δαίμονα που τα σκεπάζει όλα.
Τώρα ξέρει πως το σκοτάδι -η μαυρίλα- που καλύπτει όλο του τον ορίζοντα δεν είναι απόρροια του ύπνου, μήτε προκύπτει όπως όταν κάποιος κλείνει τα μάτια του μέσα στο νερό, ούτε είναι εκείνο το σκοτείνιασμα που έρχεται όταν από τη νύστα πέφτουν ρυτιδωμένα τα βλέφαρα και βουλιάζουν λοξά πάνω στα μάτια σαν κοχύλια.

τώρα ξέρεις πως το μαύρο δέρμα του τυμπάνου
σκεπάζει ολόκληρο τον ορίζοντά σου
όταν ανοίξεις τα μάτια ξεκούραστος, έτσι.


Τώρα ξέρει πως το μαύρο αυτό πανί -το μαύρο δέρμα του τυμπάνου-, που σκεπάζει ολόκληρο τον ορίζοντά του, δεν είναι απόρροια της νύχτας∙ είναι γέννημα του ίδιου του τού εαυτού, τη στιγμή κιόλας που ξυπνά ξεκούραστος. Είναι γέννημα μιας εσωτερικής διάθεσης που δεν του επιτρέπει να ...
.............
η συνέχεια εδώ: latistor

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Εγγραφή


Διαβάζω το πρωί τις ειδήσεις - γιομάτες κηλίδες
αίματος οι σελίδες. Κοιτώ τους ανθρώπους
έξω στο δρόμο να πηγαίνουν και να 'ρχονται
φορτωμένοι ο καθένας τους κατά διάφορο
τρόπο τη μοίρα του. Ακώ τις κραυγές
που θα έβγαζαν αν συναντιόντουσαν άξαφνα
μ' έναν δίκαιο Θεό. Βλέπω τον ήλιο μετά
κι όταν δύει εκείνος τη νύχτα, που μοιάζει,
συχνά, με πλαγιά της ανοίξεως, σελίδα
που τρέμει αλαφρά και διαβάζεται απ' όλα
τα πλάσματα, δίχως γνώση και γλώσσα.

Κι η αλήθεια τ' ουρανού και της γης

αποτυπώνεται στους στίχους μου όπως
ο πόνος του Χριστού στην εικόνα.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - «Η ραψωδία του γυμνού φωτός» IV (Φθινόπωρο)

«Κοιμήθηκε η βροχή στο λασπωμένο δρόμο
στο λίγο φως με τ’ άρρωστα κορίτσια
πίσω απ’ τα τζάμια του απογεύματος.
Βήμα βαθύ του φθινοπώρου στα προαύλια των σχολείων
πάνω στις χορταριασμένες πλάκες. Βήμα της βραδιάς
με μια δέσμη σοβαρών αστερισμών έξω απ’ τις κλειδωμένες πόρτες.
Οι κήποι φεύγουν στην ομίχλη φεύγουν με τους ανέμους
μπλέκονται τα κλαδιά των δέντρων με τα σύγνεφα
ένα πουλί χτυπάει το τζάμι του παραλιακού σπιτιού.
Κανείς δεν είναι να του ανοίξει. Φύγαν όλοι
με τα καράβια δίχως φώτα. Πού έχουν πάει;
Και το καπέλο του καλοκαιριού κουρελιασμένο
το σέρνει ο αγέρας στο ακρογιάλι, το χτυπάει στους βράχους
και μένει μόνο η θάλασσα κάτω απ’ τις αστραπές
μέσα στην πολυθόρυβη ερημιά της…»

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος — Οἱ μικροὶ γαλαξίες


Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.

Ὅμως, ἐσύ, δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες μὲς ἀπὸ
μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα σα,
μὲς ἀπὸ σένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας
μας μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Μαρίνα (από τις Μικρές Κυκλάδες)

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, 
λουίζα και βασιλικό 
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω, 
και τι να πρωτοθυμηθώ.

Τη βρύση με τα περιστέρια, 
των αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια, 
και το πηγάδι το βαθύ.

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα, 
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα, 
σαν αδελφή του αυγερινού.

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι 
Μαρίνα φως του αυγερινού 
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι 
Και κρίνο του καλοκαιριού.