Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015
Νικηφόρος Βρεττάκος - Εγγραφή
Διαβάζω το πρωί τις ειδήσεις - γιομάτες κηλίδες
αίματος οι σελίδες. Κοιτώ τους ανθρώπους
έξω στο δρόμο να πηγαίνουν και να 'ρχονται
φορτωμένοι ο καθένας τους κατά διάφορο
τρόπο τη μοίρα του. Ακώ τις κραυγές
που θα έβγαζαν αν συναντιόντουσαν άξαφνα
μ' έναν δίκαιο Θεό. Βλέπω τον ήλιο μετά
κι όταν δύει εκείνος τη νύχτα, που μοιάζει,
συχνά, με πλαγιά της ανοίξεως, σελίδα
που τρέμει αλαφρά και διαβάζεται απ' όλα
τα πλάσματα, δίχως γνώση και γλώσσα.
Κι η αλήθεια τ' ουρανού και της γης
αποτυπώνεται στους στίχους μου όπως
ο πόνος του Χριστού στην εικόνα.
Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976)
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015
Γιάννης Ρίτσος - «Η ραψωδία του γυμνού φωτός» IV (Φθινόπωρο)
«Κοιμήθηκε η βροχή στο λασπωμένο δρόμο
στο λίγο φως με τ’ άρρωστα κορίτσια
πίσω απ’ τα τζάμια του απογεύματος.
Βήμα βαθύ του φθινοπώρου στα προαύλια των σχολείων
πάνω στις χορταριασμένες πλάκες. Βήμα της βραδιάς
με μια δέσμη σοβαρών αστερισμών έξω απ’ τις κλειδωμένες πόρτες.
Οι κήποι φεύγουν στην ομίχλη φεύγουν με τους ανέμους
μπλέκονται τα κλαδιά των δέντρων με τα σύγνεφα
ένα πουλί χτυπάει το τζάμι του παραλιακού σπιτιού.
Κανείς δεν είναι να του ανοίξει. Φύγαν όλοι
με τα καράβια δίχως φώτα. Πού έχουν πάει;
Και το καπέλο του καλοκαιριού κουρελιασμένο
το σέρνει ο αγέρας στο ακρογιάλι, το χτυπάει στους βράχους
και μένει μόνο η θάλασσα κάτω απ’ τις αστραπές
μέσα στην πολυθόρυβη ερημιά της…»
στο λίγο φως με τ’ άρρωστα κορίτσια
πίσω απ’ τα τζάμια του απογεύματος.
Βήμα βαθύ του φθινοπώρου στα προαύλια των σχολείων
πάνω στις χορταριασμένες πλάκες. Βήμα της βραδιάς
με μια δέσμη σοβαρών αστερισμών έξω απ’ τις κλειδωμένες πόρτες.
Οι κήποι φεύγουν στην ομίχλη φεύγουν με τους ανέμους
μπλέκονται τα κλαδιά των δέντρων με τα σύγνεφα
ένα πουλί χτυπάει το τζάμι του παραλιακού σπιτιού.
Κανείς δεν είναι να του ανοίξει. Φύγαν όλοι
με τα καράβια δίχως φώτα. Πού έχουν πάει;
Και το καπέλο του καλοκαιριού κουρελιασμένο
το σέρνει ο αγέρας στο ακρογιάλι, το χτυπάει στους βράχους
και μένει μόνο η θάλασσα κάτω απ’ τις αστραπές
μέσα στην πολυθόρυβη ερημιά της…»
Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015
Νικηφόρος Βρεττάκος — Οἱ μικροὶ γαλαξίες
Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ.
Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας
ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους.
Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Ὅμως, ἐσύ, δὲ λόξεψες, βάδισες ἴσα, προχώρησες μὲς ἀπὸ
μένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα μου,ὅπως κι ἐγώ: προχώρησα ἴσα,
μὲς ἀπὸ σένα, κάτω ἀπ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ἕνας
μας μέσα στὸν ἄλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη καὶ κίνηση, σαστίσαμε ἀκίνητοι
κάτω ἀπ᾿ τὴ θέα τους -
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον
κατοικοῦμε τὴ γῆ.
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015
Οδυσσέας Ελύτης – Μαρίνα (από τις Μικρές Κυκλάδες)
Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω,
λουίζα και βασιλικό
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω,
και τι να πρωτοθυμηθώ.
Τη βρύση με τα περιστέρια,
των αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια,
και το πηγάδι το βαθύ.
Τις νύχτες που σε σεργιανούσα,
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα,
σαν αδελφή του αυγερινού.
Μαρίνα πράσινο μου αστέρι
Μαρίνα φως του αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
Και κρίνο του καλοκαιριού.
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015
Νικηφόρος Βρεττάκος - Ολονυχτία
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο
πάλευα -όλη τη νύχτα.
Ο αέρας επέμενε...
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα...
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο ...
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015
Bertolt Brecht - "Μετανάστες" - Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
"Μετανάστες"
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη. Ούτε
και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.
Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, 1937 - μτφρ. Μάριος Πλωρίτης
antikleidi
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





