Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Μαρίνα (από τις Μικρές Κυκλάδες)

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, 
λουίζα και βασιλικό 
Μαζί μ' αυτά να σε φιλήσω, 
και τι να πρωτοθυμηθώ.

Τη βρύση με τα περιστέρια, 
των αρχαγγέλων το σπαθί
Το περιβόλι με τ' αστέρια, 
και το πηγάδι το βαθύ.

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα, 
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
Και ν' ανεβαίνεις σε θωρούσα, 
σαν αδελφή του αυγερινού.

Μαρίνα πράσινο μου αστέρι 
Μαρίνα φως του αυγερινού 
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι 
Και κρίνο του καλοκαιριού. 

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ολονυχτία

Δεν με κατάλαβες όλη τη νύχτα
ήμουνα πλάι σου, προσπαθούσα να κλείσω το παράθυρο
πάλευα -όλη τη νύχτα.
Ο αέρας επέμενε...
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα...
Έπειτα βγήκα στον εξώστη και κοίταζα
δίχως χέρια τον κόσμο ...

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - "Μετανάστες" - Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν



Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
"Μετανάστες"


Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη. Ούτε
και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία.

Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιό κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ’ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ’ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.


Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, 1937 - μτφρ. Μάριος Πλωρίτης
antikleidi

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄ τα σπίτια τους,



Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, 
μπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και τον χρόνο. Πάντα εκεί.

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή

καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.
Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξεχωριστή προτίμηση 

να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, 

τόσο που ο πόνος κάτω απ΄τα πλευρά μας, 
δεν είναι πια απ΄τη στέρηση μα από την αύξηση. 
Κι αν κάποτε οι γυναίκες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ο κόσμος κι η ποίηση
Ο άνθρωπος, ο κόσμος και η ποίηση


Ο κόσμος κι η ποίηση

Απλά πράγματα όλα. Η τάξη τους είναι
φροντισμένη απ’ το χέρι σου. 

Μια δέσμη από χρώματα στο βάζο του χρόνου.
Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές,
σε πορεία, σε κίνηση.
Η ζωή κι η ψυχή
σ’ ένα αιώνιο καθρέφτισμα μέσα στο χρόνο.
Τι νομίζεις λοιπόν· κατά βάθος η ποίηση

είναι μι’ ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλον τον κόσμο.

Από τη συλλογή Το βάθος του κόσμου (1961) 


Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ηλίας Σιμόπουλος - Το μέγα μήνυμα

Έφυγε πλήρης ημερών ο ποιητής Ηλίας Σιμόπουλος
Santorini Ζωγραφική Γιώργος Σιδηρόπουλος
Γνωρίζω τα ματωμένα σου βήματα
στον απάτητο δρόμο.
Ξέρω τις αγρύπνιες σου στις αξημέρωτες νύχτες
της ανέλπιδης αναμονής.
Θυμάμαι
την ομορφιά σου, που δεν τη λέκιασε δάκρυ
τη μορφή σου
γιομάτη θυσία, εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια.
Και σ’ έχω πάντα μέσα μου
και σ’ αναπνέω.
Την ιστορία σου
την πήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι,
την έκαναν τραγούδι
και την τραγουδούν
όλα τα στόματα.
Την ιστορία σου
την πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά
και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.
Εσύ ποτέ δε θα πεθάνεις.
Τον τόπο που σε γέννησε τον λεν
Ε λ λ ά δ α.


ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ
«Χαιρετισμός στον πρώτο ήλιο», 1946.