Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Τάκης Σινόπουλος - «Ο καιόμενος»

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


Ανάλυση του ποιήματος εδώ
και εδώ

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Τελευταίος σταθμός
«Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν»

«Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας 

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες, 
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω 
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη…. 
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης…» 

Few are the moonlight nights that pleased me.
The primer of the stars that you spell out
as the effort of the ended day brings it,
and you extract other meanings and other hopes,
you can read it more clearly.
Now as I sit unoccupied and think about it
few moons have remained in memory-
islands, the color of a sorrowful Panaghia*, late in the waning light
or moonlight in towns of the north throwing together one time
in turbulent roads, rivers and people’s body parts,
heavily, a torpor.
Yet last night here, on this our last staircase
where we await the hour of our return to break
like an old debt, money which stayed for years
in the safe of a miser, and finally
the moment of payment has come, and there can be heard
coins falling on the table-
in this Tyrrhenian village, behind the sea of Salerno
behind the harbors of the return, on the edge
of an autumn storm, the moon
has surpassed the clouds, and they turned,
the houses on the other side, to enamel.
Beloved silences of the moon.


This is also a train of thought, one way

to begin to talk about things that you confess
with difficulty, at hours in which you cannot bear it, to a friend
who escaped secretly and brings
news from home and from the companions,
and you rush to open your heart
so that the foreign land doesn’t beat you to it and change him.
We come from the Arab lands, Egypt, Palestine, Syria;
The little state
of the Comagenes that went out like the small oil lamp
many times comes back to our minds,
and great civilizations that lived for thousands of years
and then were left as a shepherd’s place for beasts,
fields for sugar cane and corn.
We come from the sands of the desert from the seas of Proteus
souls shriveled from public sins,
each one with a position like the bird in his cage.
The rainy autumn in this pit
makes the wound of every one of us fester,
or that which you would otherwise call nemesis, fate
or only bad habits, guile and deceit,
or even self-interest enjoying the fruits of others’ blood.
Easily a man gets worn out in the wars-
man is soft, a sheaf of grass-
lips and fingers that long for a white breast
eyes that half-shut in the shimmer of the day
and legs that would run, even if they are so tired,
to the slightest whistle of profit.
Man is soft and thirsty as the grass,
greedy as the grass, his nerves roots that spread-
and when harvest comes
he prefers that the scythes whistle in the other field-
when harvest comes
some yell to exorcise the demonic
some get caught up in their goods, others make speeches.
But spells, goods, rhetoric,
when the living are far away, what will you do with them?
Maybe man is some other thing?
Maybe it is not he that transmits life?
Time of sowing, time of reaping.

Again the same old thing, you will tell me, friend.
But the thought of the refugee, the thought of the captive
the thought
of the man when he ends up as merchandise himself-
try to change it; you cannot.
And maybe he wanted to remain king of the cannibals
using up powers that no one can buy,
to stroll in fields of agapanthus flowers
to hear the small drums beneath the bamboo tree,
as the courtiers dance with monstrous masks.
But the place where they chop him down with an ax and burn him
like the pine, and you see him
either in the dark wagon, without water, broken windows, for nights
and nights
or on the red hot ship that will sink as the statistics are showing it,
these things took root in the mind and do not change
these planted pictures the same as those trees
which throw their branches out into the virgin forests
and these nail themselves into the soil and sprout again-
they throw out branches and sprout again stepping over
leagues and leagues-
our mind a virgin forest of murdered friends.
And if I speak to you with stories and parables
it is because you hear it more sweetly, and horror
does not converse because it is living,
because it is speechless and goes on-
it drips during the day, it drips during sleep
bitter memory pain.

To speak about heroes, speak about heroes: Mihalis
who left with open wounds from the hospital
perhaps he was talking about heroes when, that night
that he dragged his leg through the darkened city,
he howled, groping our pain- “In the dark
we go, in the dark we go forward…”
The heroes go forward in the dark.

Few are the nights with moonlight that please me.

George Seferis
Cava dei Tirreni, 5 October ῾44

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Μάρω Βαμβουνάκη - «Εδώ θα μείνεις», ή «Σε περίμενα»


Όλα με μας είναι "σαν".
- Όχι, όχι! Δεν είναι σαν αγάπη η αγάπη μας!
- Μόνο η αγάπη μας δεν είναι. Όλα τ' άλλα...

"...Βρέθηκαν να ταξιδεύουν δίπλα δίπλα όλες τις ώρες της διαδρομής.

Ήταν η εξ αρχής ακατανόητη οικειότητα που σημαδεύει όσους προορίζονται να συναντηθούν. Που οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν για να σφραγίσουν ο ένας τον άλλον παντοτινά. Αυτούς που συγγενεύουν αλλιώς και οι υπόγειες ροές τους τραβάνε ασυνείδητα να στραφούν και να κοιταχτούν με απορία στα μάτια. Σαν κλήση. Μια σαγήνη ανεξήγητη που φέρνει κοντά.

Συναντάμε κόσμο και κόσμο όπως πορευόμαστε. Ανταλλάσσουμε βλέμματα, χαμόγελα ευγενικά, δυό υποχρεωτικές κουβέντες, για να προσπεράσουμε και να τα πετάξουμε αυτά αμέσως στον κάδο της λησμονιάς. Υπάρχουν μάτια όμως που από το πουθενά εμφανίζονται μια στιγμή μπρος μας, βυθίζονται στα δικά μας μάτια και αξιώνουν «Εδώ θα μείνεις», ή «Σε περίμενα».

Μια σιωπηλή συμφωνία με την κυρία της ρεσεψιόν. Να τους δίνει πάντα το κλειδί με το νούμερο 331, χωρίς να το έχουν ποτέ απαιτήσει. Για μια ψευδαίσθηση μονιμότητας, σταθερότητας, μια ψευδαίσθηση ιδιοκτησίας..."

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο

(απόσπασμα του έργου του)
 
Αδερφέ μου, σκοπέ
αδερφέ μου, σκοπέ
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι
σ' ακούω που βήχεις μες στην παγωνιά
σε γνωρίζω, αδερφέ μου
και με γνωρίζεις.
Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην
τσέπη σου.
Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια
καρδιά.
Θυμάσαι;
Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια
είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά - κοντά
στο κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου
στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυά σου
στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά
παπούτσια σου
στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα
με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα.
Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των
υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου
κ' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.
Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος
άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι
πεινάμε κ' οι δυο για ένα χαμόγελο
και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα
σε συλλογίζομαι
καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλα σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις
ένα σπουργίτι.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα' θελα να το λαβώσεις.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος - Πέρασες


Κ. Χατζόπουλος, Πέρασες κι είχες στα μαλλιά
Πέρασες και είχες στα μαλλιά
ρόδα και φως και είχες στο χέρι
κρίνα λευκά και στάχυα απ᾽τον αγρό·
και σε είδα και είπα κι έφτασε
το καλοκαίρι.
Μα ήρθες και σκόρπισες τα στάχια στο νερό,
τα ρόδα στον αέρα·
και μ᾽έναν κρίνο στάθηκες, ωχρή
σα φθινοπώρου μέρα.
Στάθηκες ωχρή
με το βλέμμα πέρα,
κι ήταν τόσο ωχρή
και τριγύρω η μέρα.
Κι ήταν η ώρα ωχρή,
βράδυ ως να είχε γίνει·
μόνο ένα άυλο φως
γύρω σου είχε μείνει,
και ήσουν σα να λες,
όπως είχες μείνει:
Είχα μιαν αυγή,
μιαν άνοιξη προσμείνει.

Κι έβλεπες τα ρόδα
κάτω στο νερό
και τον κρίνο ωχρό
κοίταζες το χέρι.
Κοίταζες: σαν κάτι
να έτρεμε ξερό·
κοίταζες: σαν κάπου
να έφευγε φτερό,
κι άπλωσες το χέρι.
Και ήταν σα φτερό
μες το φως το ωχρό
που ένευε το χέρι.

Κι έφυγες και πας,
πας με το καλό·
και να σε καλώ
πίσω μη γυρίσεις.

Ήσουνα για μένα
μιας αυγής δροσιάς,
ήμουνα για σένα
συννεφιά σταχτιά,

συννεφιά θολή.
Ήρθες να τη σβήσεις
κι έσβησες, καλή·
πίσω μη γυρίσεις!

Και κακός αέρας
στάθηκα για σε,
που πνιγμένα πνέει
και τα φύλλα καίει.

Κι ήρθα και σου μάρανα
ό,τι δροσερό
κι ήρθα και σε θόλωσα,
γάργαρο νερό.

Κι έξω στην ολάνθιστη
που στεκόσουνα θύρα
πέρασα φθινόπωρο
κι έμεινα σα μοίρα.

Στου βραδιού τη σιγή
που το φως αργοτρέμει,
λευκή λάμψη μια αυγή,
θολή η μνήμη σου τρέμει.

Σαν πνοή σιγαλή
σ᾽ενός κλώνου την άκρη,
είναι η θλίψη απαλή
που κυλά με το δάκρυ

σα για φύλλο ξερό
μαδημένο στο κρύο,
σα για φύλλο σβηστό
σε χαμένο βιβλίο.

Το είχα γράψει μια αυγή
που είχες όνειρο φτάσει·
σαν κισσός την πηγή
σε είχα γύρω σκεπάσει.

Άνοιξη ήταν γλυκειά
κι είχε λιώσει το χιόνι,
μα ήσουν δίχως λαλιά,
θλιβερό χελιδόνι

που ζητούσε φωλιά.
Αλλά εσύ δε ζητούσες,
μα θωρούσες ψηλά
στο γλαυκό και γελούσες.


Και γελούσες ωχρά
και θωρούσες θλιμμένα,
λες και σου᾽ταν νεκρά
τ᾽άνθη που είχα σπαρμένα.

Κι ως περνούσα, εμπρός
είχα εκεί γονατίσει·
ήσουν λάμψη κι αφρός
και στα χέρια έχει σβήσει.

Ήταν τ᾽άστρα ή κεριά
που είχαν γύρω αναμμένα;
Άδεια μένει η μεριά
και τα μάτια κλαμμένα.

Μα θάρθω μια μέρα,
πού, ποιος ξέρει πού;
να στάξω για σένα
δροσιά του ουρανού.

Και θάρθεις μια μέρα,
αλλού τάχα ή εδώ;
ψυχή να μου απλώσεις
λευκό το φτερό.

Και θάμαι η πνοή του,
σα να έγινα λες
φωνή στον αέρα
και κλαίω για να κλαις.

Η λεύκα σου κάτω
τα φύλλα κρεμά
και γέρνει τους κλώνους,
σα να ήταν ιτιά.

Κι ως να είναι η φωνή σου
πουλί που λαλεί·
και πνεύμα η πνοή σου
την ώρα καλεί.

Δροσιά ήταν και χάδι
και φως και ευωδιά-
αχ, φτάνει το βράδυ
που τρέμει η καρδιά.


Ανάερη και πνέει
κι είναι άυλη η ζωή
που απόμερα κλαίει-
Και γύρω θροή

στα φύλλα διαβαίνεις
κι αέρας κρυφός
και τρέμεις στη δύση
σα ρόδα και φως.

Και η ώρα πεθαίνει
σα στάλαγμα αργό,
κι ο αέρας σωπαίνει
και κλαίω τώρα εγώ.

Κι είχες πει να μη στήσω
φωλιά να καθίσω.

Κι είχες πει να μην κάνω
φτερά ν᾽ανασάνω

ψηλά στον αέρα,
στα κύματα πέρα.

Είπες μόνο: καρτέρει
μια αυγή τι θα φέρει.

Και νά με που μένω
κι ακόμα προσμένω.

Και πάντα προσμένω,
και φτάνει η αυγή·
και μένω ο πλεγμένος
κισσός στην πηγή.

Και μου είσαι το ρείθρο
που κλαίει σιγαλά
και μου είσαι το νέφος
που φεύγει ψηλά.

Και μου είσαι το δάκρυ
που στάζει θολό·
και πάντα προσμένω,
μα δε σε καλώ.

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ᾽άνθη,
σαν ένα καιρό
θα σε περιμένω.

Κι όταν έρθει πάλι
και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό
θα σε περιμένω.

Μα όταν το φθινόπωρο
ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω·
δε θα περιμένω.
Από την ποιητική συλλογή Βραδινοί Θρύλοι  (1920)


Βλ. Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, Τα ποιήματα, Εισαγωγή Γιώργος Βελουδής, εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σ. 329-342.
  O Kωνσταντίνος  Χατζόπουλος (1868-1920) θεωρείται ο κύριος εισηγητής του συμβολισμού στην νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού κυρίως στη δεύτερη και την τέταρτη ποιητική του συλλογή, τα Ελεγεία και τα ειδύλλια (1898) και Βραδινοί Θρύλοι (1920). Η συλλογή Βραδινοί Θρύλοι αποτελείται από τα παρακάτω ποιητικά έργα: Ίσκιοι του Φθινοπώρου, Βράδυ, Στο Γύρισμα του Δρόμου, και Πέρασες.
         Η ποιητική σύνθεση Πέρασες αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα συμβολιστικής γραφής και είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Κ. Χατζόπουλου. Το ποιητικό υποκείμενο, το εγώ, απευθύνεται στο εσύ, πίσω από το οποίο υπονοείται μία γυναικεία ερωτική παρουσία ή μάλλον "απουσία", αφού πέρασε και έφυγε από τη ζωή του, όχι όμως και από τη μνήμη του....Το ποιητικό υποκείμενο, που φαίνεται ότι κάποτε την άφησε να φύγει, τη θυμάται πάντα, την αναζητά συνεχώς και την περιμένει διαρκώς, καθώς οι εποχές του χρόνου εναλλάσσονται κυκλικά.... Εικόνες από τη φύση καλύπτουν υπαινικτικά τα συναισθήματα...

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Το νόημα της απλότητας


Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε·
αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα,
θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου,
θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα
σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι)
φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού –
πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος
για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,
και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση.

Παρενθέσεις, (1946-1947)


Η ανάλυση εδώ