Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Βασιλική Δεδούση — Εαρινό (Της ζωής το ξανάνιωμα)

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη
και γλυκοανθισμένη.
William McTaggart Spring (1864)
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.

Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
—ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.

=============================================

30-4-2015

Εαρινόν

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη

και γλυκοανθισμένη.
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.
Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


...................................

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
Άρωμα αιθέριας γαζίας
ανάστροφες θύμησες οσφραντικές
Η ροδιά σαλεύει μεθυσμένη και ανοίγει τα πρώτα της ματάκια
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο που κράτησε
Ζωντανή την καρδιά του αμέλγοντας υπόγεια νάματα
Ζωντανεύουν καταπράσινοι οι μαντρότοιχοι
Μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο, τότε π’ ακούς τους χυμούς
Της ζωής το ξανάνιωμα ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Ήρθαν ντυμένοι φίλοι (Άξιον Εστί)


Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε
το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν...
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Γέννηση της μέρας

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα
τα χρώματα πάνω στη γη
Όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης
Όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ' έναν κάμπο αθέριστο
Και τρέξει ένα πανί βοσκόπουλο των μελτεμιών μακριά
Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει ανάποδα τα χρόνια
Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
Η μια βερικοκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από
την αγκαλιά του ξυπνητού νερού
Η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της
Ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας
Κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει
και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός
Παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ
τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου
Ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
Ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου του ήλιου της καλής καρδιάς
Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
Ν' ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς
Η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου
Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
Δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια που να μη γίνεται καπνός
σε στόμα αιόλου
Άλλαζες με τα χέρια σου τις εποχές
Βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες
Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη
ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος
Η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο
Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
Έλα λοιπόν απ' την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Ν' ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ' αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά
Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγο ψωμί, 
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά. Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!

Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;.... Νἀρθεῖς!

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Βρες χρόνο

Karoly (Charles) Roka 1912 – 1999 - Guess Who
Βρες χρόνο για δουλειά -
αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας.
Βρες χρόνο για σκέψη -
αυτό είναι η πηγή της δύναμης.
Βρες χρόνο για παιχνίδι -
αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.
Βρες χρόνο για διάβασμα -
αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.
Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -
αυτό είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.
Βρες χρόνο για όνειρα -
αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ' αστέρια.
Βρες χρόνο ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι -
αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.
Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρα σου -
είναι πολύ σύντομη η μέρα για να 'σαι εγωιστής.
Βρες χρόνο να γελάς -
αυτό είναι η μουσική της ψυχής.
Βρες χρόνο να είσαι παιδί -
για να νιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος.

....................
πρώτη ανάρτηση: Όμορφη μέρα σήμερα :) - Βρες χρόνο...

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης — Ἡ πόλις - Cavafis, The City


Εἶπες: «Θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη γῆ, θὰ πάγω σ᾿ ἄλλη θάλασσα,
μιὰ πόλις ἄλλη θὰ βρεθῇ καλλίτερη ἀπὸ αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μιὰ καταδίκη εἶναι γραφτή·
κ᾿ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου -σὰν νεκρός - θαμμένη.
Ὁ νοῦς μου ὣς πότε μέσ᾿ στὸν μαρασμὸ αὐτὸν θὰ μένῃ.
Ὅπου τὸ μάτι μου γυρίσω, ὅπου κ᾿ ἂν δῶ
ἐρείπια μαῦρα τῆς ζωῆς μου βλέπω ἐδῶ,
ποὺ τόσα χρόνια πέρασα καὶ ρήμαξα καὶ χάλασα».

Καινούριους τόπους δὲν θὰ βρῇς, δὲν θἅβρῃς ἄλλες θάλασσες.
Ἡ πόλις θὰ σὲ ἀκολουθῇ. Στοὺς δρόμους θὰ γυρνᾶς
τοὺς ἴδιους. Καὶ στὲς γειτονιὲς τὲς ἴδιες θὰ γερνᾶς·
καὶ μέσ᾿ στὰ ἴδια σπίτια αὐτὰ θ᾿ ἀσπρίζῃς.
Πάντα στὴν πόλι αὐτὴ θὰ φθάνῃς. Γιὰ τὰ ἀλλοῦ - μὴν ἐλπίζεις -
δὲν ἔχει πλοῖο γιὰ σέ, δὲν ἔχει ὁδό.
Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ
στὴν κώχη τούτη τὴν μικρή, σ᾿ ὅλην τὴν γῆ τὴν χάλασες.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης (1910)

The City

You said: “I’ll go to another country, go to another shore,
find another city better than this one.
Whatever I try to do is fated to turn out wrong
and my heart lies buried as though it were something dead.
How long can I let my mind moulder in this place?
Wherever I turn, wherever I happen to look,
I see the black ruins of my life, here,
where I’ve spent so many years, wasted them, destroyed them totally.”

You won’t find a new country, won’t find another shore.
This city will always pursue you. You will walk
the same streets, grow old in the same neighborhoods,
will turn gray in these same houses.
You will always end up in this city. Don’t hope for things elsewhere:
there is no ship for you, there is no road.
As you’ve wasted your life here, in this small corner,
you’ve destroyed it everywhere else in the world.

Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrard