Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών IX
Μέσα τους πλέκανε ήσυχα κόμπο τον κόμπο ένα τραγούδι
έτσι που πλέκουν οι ψαράδες στ’ ακροθάλασσο τα δίχτυα τους.

October - Time Lapse Painting
Καθόντουσαν στο λιόφυτο δίπλα στις αγελάδες τους.
Δε βγάζανε άχνα. Ο ήλιος τσίτωνε την τέντα του πάνου απ’ τα
κυπαρίσσια.
Μέσα τους πλέκανε ήσυχα κόμπο τον κόμπο ένα τραγούδι
έτσι που πλέκουν οι ψαράδες στ’ ακροθάλασσο τα δίχτυα τους.

Καμιά φορά κόβαν καλάμια και σκαλίζανε με το σουγιά φλογέρες
κ’ έμεναν έτσι — δεν τις παίζανε — και λογαριάζανε
τί ήχο να βγάζει η Κυριακή σε μιάν αυλή με τα βασιλικά και τα
γεράνια
τί ήχο να βγάζει η αντηλιά στις πλάτες της κοπέλας που ό,τι
λούστηκε

τί χρώμα να ‘χει ο ήχος του νερού καθώς αδειάζει η στάμνα
τί στεναγμό να βγάζει το γαρύφαλλο του δειλινού πέφτοντας στο
ποτάμι όπου ποτίζονται τ' άλογα και τα βόδια
τί μυστικά να λέει η αστροφεγγιά τα γιασεμιά της ρίχνοντας στη
στέγη μας.
Μα ο ήλιος είταν δυνατός  — δε σ' άφηνε να λογαριάσεις.

Κοιμότανε ο Άη-Γιώργης στα πλατάνια κάτου απ' τα τζιτζίκια
το ποτάμι αναβόσβηνε σαν άγγελος μαλαματένιος μες στους ίσκιους
πέρα τα σπίτια λάμπανε σκόρπια στα δέντρα και στον αέρα
κι όλη η μεγάλη θάλασσα φέγγιζε μες στη θύμηση
έτσι που αντιφεγγίζει ένα παράθυρο σ' ένα ποτήρι του νερού φρε-
σκοπλυμένο.

Δεν είχαν τίποτ' άλλο. Πίσω απ' τα γυάλινα βουνά περνούσε ο
χρόνος
με την καπελαδούρα του ήλιου αναγερτή στον ώμο του
κι ό,τι τους έπαιρνε ο αγέρας έμενε στην ξαστεριά σαν το λυω-
μένο χιόνι μες στις ρίζες του έλατου
απόμενε βαθιά στη σιγαλιά σαν το παλιό δαχτυλίδι στη στέρνα
ως μένει λάμποντας το αλάτι μες στη φούχτα του ξερόβραχου
κι ως η φουρτούνα αφήνει στο βυθό ένα δίχτυ ασημένιας ησυχίας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών VIII

... και συ, Κυρά, με το νωπό στάχυ του αποσπερίτη μες στο χέρι σου
βλογάς την ερημιά του κάμπου και τις πετρωμένες βρύσες.
Demeter (Ceres) Greek Goddess - Art Picture by JinxMim
Έξω στις πλάκες της αυλής μας πέρναγε η νυχτιά με το ταγάρι
της και το σκυλί της.
ακουόταν σύναυγα η μαγκούρα της μακριά σαν του αργαλειού
τη χτένα.
Η ασβεστωμένη μάντρα είταν στρωτή σαν του περιστεριού το
σβέρκο
κ’ ένα άσπρο φως σα γυάλινο άλογο χανότανε στο δάσος.

Κάθε εποχή μας έφερνε τα φρούτα της και το δικό της μοσκο-
βόλημα —
τα φύλλα της κληματαριάς γίνονταν λίγο-λίγο σαν παλάμες από
μάλαμα
ύστερα οι βέργες κουλουριάζονταν σαν παγωμένα φίδια,
νότιζαν του σπιτιού μας τα κλειδιά κι ο ήλιος γινόταν σαν το βάζο
της κουζίνας με το αλάτι.

Το Χινόπωρο φόραγε μια πατατούκα από σταγόνες και καπνό
κι αν ρώταγες το βράδι κάποιον «που είσουνα;» σου αποκρινόταν:
«κει πέρα, πέρα» κ’ έσερνε ξοπίσω του ένα σύγνεφο σαν προβατίνα.

Οι κυδωνιές, αργότερα, σφίγγανε πάλι τις γροθιές τους
οι ντομάτες κοκκίνιζαν σα φιλημένα μάγουλα
ένα κλωνάρι δυόσμος φύτρωνε μες στη ραγισματιά του τοίχου
κ’ η ντουφεκιά του γέρο-Δήμου βούιζε στο πλατανόρεμα.

Τότε τα γένια του παππού βγάζανε κομπαράκια κόκκινα
σαν τα πουρνάρια του όχτου όταν βροντάει στα καταράχια ο ήλιος.

Περνάει, περνάει, γυρνά ο καιρός — ροδάνι, κόκκινη κλωστή δε-
μένη
και μεις, Κυρά μου, από ντουφέκι σε φλογέρα, κύκλο-κύκλο,
σκαλίζουμε τσαμπιά σταφύλια στου αμπελιού τα ξερά κούτσουρα
σκαλίζουμε το μπόι σου στα κυπαρίσσια
και το σύγνεφο γίνεται σεντούκι με φλουριά
και τα κυπαρισσόμηλα κεράσια
και συ, Κυρά, με το νωπό στάχυ του αποσπερίτη μες στο χέρι σου
βλογάς την ερημιά του κάμπου και τις πετρωμένες βρύσες.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών VII. «Και πάνου από τη στέγη μας στέκει κάθε βραδιά η γαλήνη ασάλευτη έτσι που στέκει απάνου-απάνου στην καντήλα μας δυό δάχτυλα το λάδι.»

Όλο το σπίτι μας μοσχοβολούσε ρίγανη, κερί λυωμένο και μπα-
ρούτι
μα πιότερο τις μέρες που 'βρεχε κ' έμπαινε απ' τις χαραματιές
των χωραφιών η ανάσα
φουσκί βρεγμένο, αλυγαριά, σανός, ρετσίνι, σιναπόσπορος.

Τότε το χάναμε το σπίτι μας  — γινόταν σαν τρικάταρτο που αρμε-
νίζει στις πέντε θάλασσες
ή σαν την κιβωτό που σκαμπανέβαζε στα ουρανοκρέμαστα ποτάμια
κ' είμαστε μέσα εμείς, μαζί κ' οι κότες, το γουρούνι κ' η κα-
τσίκα μας με τα τρία νεογέννητα
γι' αυτό μοσκοβολούσε κουτσουλιά, σάπιο κυδώνι κι άχερο.

Η μάνα μας, απ' όταν τη θυμάμαι, είταν ντυμένη μες στα μαύρα
γιατί όλο κάποιος απ' τους δικούς της θα μάς είχε αφήσει χρό-
νους
ωστόσο εμείς το ξέραμε πως πάρα μέσα δεν της λείπει το γαλά-
ζιο μεσοφόρι
γι' αυτό τα μάτια της, το βράδι, μες απ' τις ρυτίδες της
είταν σα δυό αστρουλάκια ανάμεσα στα φύλλα του ελαιώνα.

Δω μέσα είναι όλα απλά και σιωπηλά και παστρικά, όπως είναι
τ' αυτιά του πιο μικρού μας αδερφού που τον πηγαίνουμε την
Κυριακή στην εκκλησία —
το κάθε πράμα βρίσκεται στη θέση του μέσα στου τοίχου το ντου-
λάπι
όπως το μέλι στα κελάρια της κερήθρας —
το καφεκούτι, τα δαφνόφυλλα για τις φακές και το στυφάδο
το χαμομήλι και το μολοχάνθι κ' οι βεντούζες για τις θέρμες
τα βάζα με το στρογγυλό νεράντζι, τη μαστίχα και το κίτρο
και τ' ασημένια κουταλάκια της γιαγιάς για όταν μάς έρχονται
μουσαφιραίοι τις σκόλες.

Δεν πελαγώνουμε ποτές, Ό,τι γυρέψεις ξέρεις θαν το 'βρεις.
Η ρόκα, τα σταμνιά, οι ανθρώποι κ' οι καρέκλες κι ο κατρέφτης
όλα σφιχτοδεμένα και καλοβαλμένα ως είναι τα κουκκιά μέσα
στο ρόιδι —
κι αν τρίξει κεραμίδι, κι αν ραγίσει τοίχος
σκουπίζει η μάνα μας τα μάτια της, κ' εμείς το 'χουμε μάθει
πως τα κουκκιά αυγαταίνουνε και σπάζει του ροϊδιού το φλούδι.

Και πάνου από τη στέγη μας στέκει κάθε βραδιά η γαλήνη ασά-
λευτη
έτσι που στέκει απάνου-απάνου στην καντήλα μας δυό δάχτυλα
το λάδι.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών VI
... ετούτο σίγουρο απαγκιάζει στων δεντρών το κυριελέησον
με το μεγάλο τζάκι του για να κονεύουν οι φτωχοί και τ' άλογα τα μουσκεμένα

La Charitén Jean-François Millet

Το σπίτι είναι ήσυχο, συγυρισμένο καθώς είναι τα μεγάλα διπλο-
σέντονα μες στο σεντούκι με λεβάντα.
Ο ήλιος το 'χει ασβεστωμένο μέσα κ' έξω κ' είναι ριζωμένα τα
θεμέλια του
μέσα στη δροσερή σιωπή του χρόνου.

Κάθε που τ' αστροπέλεκο ξύνει της ερημιάς τον καπνοδόχο
ετούτο σίγουρο απαγκιάζει στων δεντρών το κυριελέησον
με το μεγάλο τζάκι του για να κονεύουν οι φτωχοί και τ' άλογα
τα μουσκεμένα
με τ' αγκωνάρια του τα διλποσταυρωτά σαν πέτρινα καρβέλια
με τα δοκάρια του γερά σαν τις πλάτες του κύρη μας
κι όλο μοσκοβολάει οξυά, κυπαρισσόμηλο και κέδρο.

Με το λουλάκι τ' ουρανού βαφτήκαν τα σκουτιά και τα προσόψια
μας,
στη μέση στέκει το τραπέζι διάπλατο για τους μουσαφιραίους
ως στέκουν τα βουβάλια στη νεροποντή, και μας στους μύλους οι
μυλόπετρες.
Ό,τι ακουμπήσεις πάνω του φτουράει σα ναν το βλόγησε η υπο-
μονή της μάνας μας,
πληθαίνει το ψωμί και τα λαγήνια μας γεμίζουνε ρετσίνα
κι όταν αδειάζει το σκουτέλι ανάμεσα στα ψίχουλα του δείπνου
γίνεται το σκουτέλι μας καλοκαιριάτικο φεγγάρι ανάμεσα στ'
αστέρια.

Απάνου στους σουβάδες μένει ανέγγιχτος ο ίσκιος απ' τις γε-
νειάδες των παππούδων μα
ο ίσκιος απ' τις χατζάρες και τις καραμπίνες τους
οι ίσκιοι απ' τα χέρια των παιδιών που φτιάχναν με το φως του
λύχνου
πρόβατα, γαϊδουράκια και γοργόνες προτού πέσουνε στο στρώμα.

Έτσι κ' οι τοίχοι του σπιτιού μα γίνηκαν σα φλωροκαπνισμένα
κονοστάσια —
εδώ η Μαρία κι ο Ιωσήφ κι ο Γιός τους κι ο Άλλος Πατέρας
που 'χει χοντρά μαλλιά σαν καραβόσκοινα και που κρατέι στα
χέρια του ένα τόπι
(ένα μεγάλο τόπι που 'χει απάνω του ζωγραφισμένη όλη την Πελο-
πόννησο)
πιο πέρα ο Μεγαλέξαντρος, η θεια-Παρασκευούλα κι ο Κολοκο-
τρώνης
κ' Εσύ αχνοφέγγοντας, Κυρά των Αμπελιών, πίσω απ' τα λιο-
δεντρα, πίσω απ' τα κυπαρίσσια,
σταυρός, σπαθί και δόξα, αγνάντια σ' όλων των εχθρών μας, μέσα
κ' έξω, τα λεφούσια.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών V. ... κι όταν απάνου στο τραπέζι μείνει μόνο το ψωμί σαν τη ψυχή του κόσμου το ξέρουμε πως πάλι Εσύ θα σεργιανίζεις την αυλή μας

The Grape Harvest at the Chateau Lagrange
Artist: Jules Breton
Περνάνε οι μέρες κουβαλώντας στο κεφάλι τους πανέρια με στα-
 φύλια.
Στρίβουνε το πευκόδασο — δεν τις ακούς που φεύγουν.
Αφήνουν πίσω τους ασάλευτο έναν ήχο από νερά κρεμάμενα.
Δεν τον ακούς ούτε τον ήχο, γιατί πάνου στην ποδιά σου ο τζί-
τζικας κουρντίζει το βιολί του
πάνου στα χέρια σου οι ροδακινιές ρίχνουνε τα μαντήλια τους
και φέγγουν τα κεράσια, φαναράκια κόκκινα, στο δειλινό σου δρόμο.

Τα βράδια που γυρνάς αργά με μια στάμνα στον ώμο σου
μ' όλη τη σιγαλιά του κάμπου περασμένη στο μπράτσο σου σαν
καλάθι με κούμαρα,
ο αποσπερίτης περπατάει σιμά σου ανάμεσα στις πικροδάφνες
βρέχει τα δάχτυλά του στο ποτάμι και δεν ξέρει να μιλήσει
σαν το βοσκόπουλο που αχνά κοιτάζει τη φλογέρα του και δεν τη
φέρνει πλάι στα χείλη του
τρέμοντας μήπως σπάσει κ' η καρδιά του κ' η φλογέρα του.
Τότε τα βόδια ασάλευτα σα σκαλιστά στο βράχο
κοιτάν τη δύση και δυο γνέφια απ' την ανάσα τους θυμιάζουν τον
αγέρα
κι ο ίσκιος τους μες στην κόκκινη αντηλιά σκίζει τον κάμπο σαν
καράβι.

Όταν οι πόρτες κλείσουν στη νυχτιά και το λυχνάρι του σπιτιού
νυστάξει
κι όταν απάνου στο τραπέζι μείνει μόνο το ψωμί σαν τη ψυχή
του κόσμου
το ξέρουμε πως πάλι Εσύ θα σεργιανίζεις την αυλή μας
κρεμώντας πέντε αραποσίτια απ' την αστροφεγγιά στ' ανώφλι
του σπιτιού μας
ποτίζοντας με το σταμνί σου τις τριανταφυλλιές μας.

Κι έτσι γύρω απ' τον ύπνο μας σκόρπια τα βήματά σου
σαν τα κουδούνια των αρνιών ανάρια-ανάρια γύρω στο βοσκό της
Σπάρτης
κ' έτσι αλαφρύ το πέρασμά σου απ' των ξωμάχων τα όνειρα
όπως η Παναγία περνάει ανάμεσα στις κοιμισμένες αγελάδες
κι όπως το ελάφι ανάμεσα στις καλαμιές της όχτης.

Και κείνος ο ήχος του νερού κρεμάμενος μέσα στη νύχτα
πήζει απ' το κρύο των αστεριών σε κρουσταλλένια κρίνα
που καρτεράνε να τα βάλουμε μες στο ποτήρι της ψυχής μας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών IV. Χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια ... να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο

Πάνου στο ελάτι πελεκήσαν την κολώνα σου οι βουνόζωστοι
πάνου στην πέτρα πελεκήσαν τη σιωπή σου οι θεριστάδες
τα περιστέρια σούφεραν χρωματιστά πεσκίρια
άσπροι λαγοί σου χάρισαν ένα ζευγάρι Απρίληδες
κι ο γλάρος μια κορδέλα φως σιδερωμένη απ' τα δελφίνια.
Σπετσιώτικα καράβια με τριπλά πανιά σου άναψαν τα μελτέμια
μπάρκα μονεβασίτικα σου στείλαν το φεγγάρι να λευκάνεις τα
προικιά σου
κι ο κοκοβιός τρεκλίζοντας σου κουβαλεί δυο δειλινά για πανω-
σέντονα
κ' έναν καθρέφτη γαλανό στο αλάτι σκαλισμένον.

Στρώσε ξανά στρώμα φαρδύ με δροσερά καλαμποκόφυλλα
χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια
έτσι που χώνεται το χέρι μες στ' αμπάρι με τα μύγδαλα
να μας φιλέψεις, άι, Κυρά, που καρτεράμε στην αυλή σου
να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο.