Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Πού χάθηκες κοριτσάκι;

Art Painting Wallpapers
Όντας στην εξορία ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του, που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό.... Του έγραφε ψέμματα, όπως θα μάθει χρόνια αργότερα....

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ ... Μυρτώ...» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το ‘καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που ‘ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα ...
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; - Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.
Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

Εγώ θα σ' έβρισκα...
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσα αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ' έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος —Ἔχω ἤδη ἀφήσει τὴν καρδιά μου στὴ γῆ

Ἔχω ἤδη ἀφήσει τὴν καρδιά μου στὴ γῆ
νὰ χτυπάει μονάχη της.
Νὰ μποροῦν νὰ τὴν ἔχουν
στὶς σάκκες τους τὰ παιδιά, νὰ τὴν μετακινοῦνε
οἱ ταξιδιῶτες. Κ’ οἱ πικραμένοι
ποὺ ξέμειναν ἀπὸ ἥλιο, ν’ ἀκοῦν
το φλοῖσβο του μέσα της.

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Το Χρυσό Αμάξι», που τυπώθηκε το 2000 
από την «Εταιρεία των Φίλων του Μυστρά και της Ιστορίας του»

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 050 — Το "Tραγούδι" της Mετάνοιας

ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου 
καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου 
ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· 

ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου 
καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. 

ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, 
καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.

σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, 
ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, 
καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. 

ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, 
καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. 

ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, 
τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. 

ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, 
πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. 

ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, 
ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. 

ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου 
καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. 

καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, 
καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. 

μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου 
καὶ τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. 

ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου 
καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. 

διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, 
καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. 

ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· 
ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. 

Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, 
καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. 

ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· 
ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. 

θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον,
 καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην 
ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. 

ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, 
καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη ῾Ιερουσαλήμ· 

τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, 
ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· 
τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.


Αν θέλετε να διαβάσετε την ιστορία αυτού του Ψαλμού και την ερμηνεία του, 
πηγαίνετε στη Βασιλεία των Ουρανών 

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Νυχτερινός ναός
... και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.

Το βλέμμα του ήτανε σαν το εσωτερικό μεγάλου ναού μέσα στη νύχτα.
Η κεντρική πύλη ανοιχτή. Σβησμένοι οι πολυέλαιοι. Μαντεύονταν
τα σκοτεινά μανουάλια ασάλευτα σ’ ένα βάθος αόριστο
κι οι μεγάλες ολόσωμες εικόνες που ευωδιάζουν απ’ την υγρασία,
κερί λιωμένο, μακρινή καπνιά, μύρτα και μαραμένα βάγια
εκείνη η μυστική ελευθερία κ’ η στενόμακρη κάθετη ορότητα.

Μια συντροφιά πέρασε απ’ έξω τα μεσάνυχτα. Η πρώτη τους κίνηση,
να μπούνε μέσα, να προσευχηθούν, να εξομολογηθούν, να γονατίσουν.

Μα ένιωσαν μονομιάς ανέτοιμοι, ένοχοι. Τα γόνατά τους άκαμπτα
βαριά λασπωμένα τα παπούτσια τους. Κι οι σπίθες των άστρων τόσο απόμακρες.
Έστριψαν τοίχο-τοίχο τη Μητρόπολη, όσο μπορούσαν πιο αθόρυβα
και τράβηξαν πιο κει ως το καπηλειό. Σε λίγο ακούστηκαν
τα μεθυσμένα τους τραγούδια, δυνατά, σχεδόν πεισμωμένα
και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Βασιλική Δεδούση — Έρως Ανάδοχος
Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,/δε θέλω

Lovers Embrace - Painting by: Heather Hurzeler
Χάρη σε σένα, Προμηθέα Πυρφόρε μου,
στης αγάπης το άβατο να μπω αξιώθηκα
και είδα τον Έρωτα,
μια ιέρεια φωτόλαμπρη,
μέσα απ' το μαύρο της ντύμα

Μες στη σιωπή σου σε άκουσα, Έρωτα.
 
Σφραγίδα το στόμα,
περίβολος φύλακας,
εμποδιστής περίσσιων λόγων

Ένιωσα, Έρωτα,
της μουσικής τη γαλήνια ορμή
ως τ' ακροδάχτυλά μου

Είδα…
άλικα άνθια τα γόνατα,
υπομονής ανεξίτηλης τρόπαια
προσφοράς παράσημα,
της ευτυχίας του «δούναι» τα εύσημα.

Διάβασα…
αναντίρρητη σκέψη
και το λόγο σου, Έρωτα, άκουσα,
τον μεγάλο απόντα.

Δάκρυ ψυχής,
ακύλιστο απόσταγμα να τρέξει,
καθάριο, ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,

να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει.

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια
δε θέλω, δε θέλω.
Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.

Ήρθα και ήσουν εδώ
- και απών εδώ
σαν από πάντα -,
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Οι σκέψεις…
-χορός αγρίων έξαλλος-
βροντοχτυπούν το στέρφο χώμα
ο γδούπος των πελμάτων,
βαρύς τραχύς και απτόητος
για να καρπίσει η γη

Τα γράμματα… άναρχα
κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο
Οι λέξεις… βουρκωμένες

Μήτρα ο νους,
μοναχικός Ιάσωνας
μπροστά στις Συμπληγάδες
Ο πηγαιμός σαν ερχομός,
η ανησυχιά της προσμονής
σαν τόκος απρόσμενος
ακούσια εκούσιος,
να φύγει ή όχι τάχατες
η άσπρη περιστέρα;

Κυνηγημένος ιδρώς του Ιάσωνα
από τη γνώση που κατείχε
πριν δει, πριν μάθει,
και τώρα αποκαλύπτεται
κάθε ίδια στιγμή
τόσο αλλιώτικη
σε ένα παρόν αδιάλειπτο.

-Προχώρα το, μη σταματάς,
συνέχισε…
-να, και η ψυχούλα η άγρυπνη στο διπλανό μου δώμα-
-Μα, τι να πω; Πώς να το πω; Με λέξεις ποιές;
-Πες, όλοο, όοολοοοο…

Στο λιοτριβειό του νου
αναδεφτήρας οι μυλόπετρες,
πετροχυμό δε βγάζουν
παρά μονάχα αν συνθλιβούν τα λόγια,
τα πνιχτά επιφωνήματα,
οι μισές κοφτές λέξεις,
οι λέξεις-ανάσες.

Να συνθλιβούν και να θλιβούν.
Δάκρυ ψυχής ακύλιστο
απόσταγμα να τρέξει
καθάριο ολοζώντανο
και να ειπωθεί το ανείπωτο,
να γίνει λόγος η ματιά,
το ερωτικό βλεφάρισμα
φράση λειψή, μα ολόκληρη,
φράση που σπαρταράει:
Όοολο, όλοοοοοο

Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια δε θέλω,
δε θέλω
και ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-
οικείο το άγνωστο,
και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο

Ήρθα και ήσουν εδώ
και απών, εδώ
σαν από πάντα
συνισταμένη της ζωής μου, εσύ
δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,
ανάδοχέ μου έρωτα,
της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση

Ιδεογράμματα εικόνων,
ιερέων παλαιών γλυφουργήματα
σε υποχθόνιους τοίχους,
στης αγάπης της δάδας το φως
μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων
σ’ εξαίσια σύνθεση
-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-

Λαχτάρα ψυχής για ανεμοπέταγμα
προσμονή αγγιγμάτων
στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν
πώς να πω;
Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;

Καστανές οι ματιές, του ελατόμελου γλύκα
σε μια λέξη το κάλεσμα
-έλα
-εγώ;
-ναι, έλα
και το είναι μου
με ένα κορμιού διασκέλισμα,
με λαχτάρα καρδιάς
και του μυαλού μου το σάλεμα,
κάτοχος γίνεται,
αποδέκτης και δότης…
δίνει, προσφέρει και ποτέ δεν αδειάζει
δέχεται, παίρνει και ποτέ δε γεμίζει
και σφραγίζοντας παίρνει του Έρωτα σφράγισμα.

Αίτημα και παρότρυνση σε πρόθυμη αποδέκτη
ισχυρή και ανίσχυρη,
αδύναμη που τα πάντα μπορεί…
-έλα
-εγώ;

Όλα τα σ’ αγαπώ
δικά σου, δικά μου, δικά μας
Τα χρώματα όλα τ’ άπειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,
-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,
Και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Βασιλική Π. Δεδούση

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Bob Dylan - The Wicked Messenger
Διονύσης Σαββόπουλος - Άγγελος εξάγγελος
"If ye cannot bring good news, then don't bring any"
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει,/καλύτερα να μη μας πει κανένα.

Hermes (Mercury) Greek God - Art Picture by Lagro Ross
"The Wicked Messenger"

There was a wicked messenger
From Eli he did come
With a mind that multiplied
The smallest matter
When questioned who had sent for him
He answered with his thumb
For his tongue it could not speak, but only flatter.
He stayed behind the assembly hall
It was there he made his bed
Oftentimes he could be seen returning
Until one day he just appeared
With a note in his hand which read
"The soles of my feet, I swear they're burning"
Oh, the leaves began to fallin'
And the seas began to part
And the people that confronted him were many
And he was told but these few words
Which opened up his heart
"If ye cannot bring good news, then don't bring any".


Άγγελος-εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι,
δεν ήξερε καθόλου, μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα, μόνο για να γλείφει.

Τα νέα που μας έφερε, ήταν όλα μια ψευτιά,
μα ακούγονταν ευχάριστα στ' αφτί μας,
γιατί έμοιαζε μ' αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον, ησύχαζε η ψυχή μας.

Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ' την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα.
Μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα.

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα.
Ώσπου κατά το βραδάκι, βρε τι του 'ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία.

Τα πόδια μου καήκανε σ' αυτή την ερημιά,
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα.
Τα νέα που σας έφερα, σας χάιδεψαν τ' αφτιά,
μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια.

Αμέσως καταλάβαμε, τι πήγαινε να πει
και του 'παμε, να φύγει μουδιασμένα.
Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει,
καλύτερα να μη μας πει κανένα.


Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 033
Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν,
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.

Rei David by Gerard Van Honthorst
ΕΥΛΟΓΗΣΩ τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ, 
διὰ παντὸς ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῷ στόματί μου. 
ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου·
ἀκουσάτωσαν πρᾳεῖς, καὶ εὐφρανθήτωσαν. 
μεγαλύνατε τὸν Κύριον σὺν ἐμοί, 
καὶ ὑψώσωμεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό. 
ἐξεζήτησα τὸν Κύριον, καὶ ἐπήκουσέ μου 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεών μου ἐῤῥύσατό με. 
προσέλθετε πρὸς αὐτὸν καὶ φωτίσθητε, 
καὶ τὰ πρόσωπα ὑμῶν οὐ μὴ καταισχυνθῇ. 
οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ ἔσωσεν αὐτόν. 
παρεμβαλεῖ ἄγγελος Κυρίου κύκλῳ τῶν φοβουμένων αὐτὸν 
καὶ ῥύσεται αὐτούς. 
γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος· 
μακάριος ἀνήρ, ὃς ἐλπίζει ἐπ᾿ αὐτόν. 
φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, 
ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 
πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, 
οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ. 
δεῦτε, τέκνα, ἀκούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς. 
τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ θέλων ζωήν, 
ἀγαπῶν ἡμέρας ἰδεῖν ἀγαθάς; 
παῦσον τὴν γλῶσσάν σου ἀπὸ κακοῦ 
καὶ χείλη σου τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον. 
ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν, 
ζήτησον εἰρήνην καὶ δίωξον αὐτήν. 
ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, 
καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν. 
πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακὰ 
τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν. 
ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν, 
καὶ ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς. 
ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν 
καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει. 
πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, 
καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος· 
φυλάσσει Κύριος πάντα τὰ ὀστᾶ αὐτῶν, 
ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ συντριβήσεται. 
θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός, 
καὶ οἱ μισοῦντες τὸν δίκαιον πλημμελήσουσι. 
λυτρώσεται Κύριος ψυχὰς δούλων αὐτοῦ, 
καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσι πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτόν.