Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης — Αστραπόγιαννος

Ary Scheffer-Young Greek Defending his Wounded Father (1827)- Μουσείο Μπενάκη
«Λαμπέτη, ἐδείλιασα!... Τὰ σώθικά μου
ἄσπλαχνο ἐθέρισε βόλι, πικρό.
Νεκρὰ στὸ σκάνδαλο τὰ δάχτυλά μου
βλέπεις ἐπάγωσαν... Δὸς μου νερό...

»Λαμπέτη, ἐσβύστηκα!... Ὥραν τὴν ὥρα
φεύγ' ἀνυπόμονη, πετᾷ ἡ ψυχή.
Στὰ κρύα τὰ χείλη μου στέκεται τώρα·
σκύψε καὶ πιέ τηνε μ' ἕνα φιλί.

»Λαμπέτη, χόρτασε τὴ δύναμή μου.
Μέσα στὰ στήθια σου θέλω ναὐρῶ
στερνὸ λημέρι σου, θέλω ἡ πνοή μου
ναὐρῇ στὰ σπλάχνα σου τὸν οὐρανό.

»Μόχτα κ' ἐπλάκωσαν σὰν ἄγριοι σκύλοι
γιὰ τὸ κεφάλι μου... τὶ καρτερεῖς;...
Φορτώσου τἄρματα, τὸ καρυοφύλλι,
κόψε με γρήγορα... μὴ μ' ἀρνηθῇς.

»Λαμπέτη, σφόγγισε, τρίψε μὲ χῶμα
τὸ γιαταγάνι σου, κ' εἶναι θολό...
Πῶς κλαῖς;... τί δέρνεσαι;... Τρίψε το ἀκόμα...
Μὴν τρέμεις... ζύγωσε... Δὸς μου νὰ ἰδῶ.

»Τὸ αἷμα τ' ἄπιστο μὲ τὸ δικό μου
δὲ θέλω ἐπάνω του νἀνταμωθῇ,
φαρμάκι ἀγλύκαντο μὲς στὸ λαιμό μου
δὲ θέλω σύντροφο κάτου στὴ γῆ.

»Χτύπα, Λαμπέτη μου!... Ἅπλωσε, πιάσε,
σφίξε στὰ δάχτυλα τἄσπρα μαλλιά...
Τὰ χέρια ἐσταύρωσα... Μὴ μὲ φοβᾶσαι...
Κόψε με... πάρε με στὴν ἀγκαλιά.»

Ὁλόρθο ἐπέταξε τἄξιο λεπίδι,
τἀγέρι ἐξέσχισε, παίρνει φτερό,
ἄστραψ', ἐσφύριξε γοργὸ σὰ φίδι,
τὸ δέντρο ἐλύγισε στὴ γῆ νεκρό.

Βαρειὰ σταράζει φοβερὴ στὸ χέρι τοῦ Λαμπέτη
ἡ κάρα τ' Ἀστραπόγιαννου. Τὸ μάτι ἀνταριασμένο
τοῦ σκοτωμένου τρεῖς φοραῖς ἀνεβοκατεβαίνει
καὶ βασιλεύει σκοτεινό. Στὸ μέτωπό του ἡ νύχτα
ἄλο σημάδι ὀπίσω της παρὰ στ' ἀχνὸ τὸ στόμα,
σὰ μιὰν ἀχτίδα φεγγαριοῦ στὸ μάρματο τοῦ τάφου,
ἕνα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο
στοῦ γέροντα τἀρματωλοῦ τὰ κάτασπρα τὰ γένεια.

Σπρώχνει στὴ θήκη κόκκινο τὸ γιαταγάνι ὁ κλέφτης,
κι' ἁρπάζει τὸ δισάκκι του! Στὴ μιὰ μεριὰ φορτώνει
τὸ κριθινό του τὸ ψωμί, στὴν ἄλλη ματωμένο
τὸ λείψανό του τἀκριβό. Τὸ δάχτυλό του βάφει
στὸ αἷμα, πἄφριζε στὴ γῆ, σταυρώνει τὸ κουφάρι
καὶ χάνεται στὴ λαγκαδιά... Καπνὸς ὁ πεζοδρόμος.

Τρέχουνε πίσω του ξαγριωμένοι
πενῆντα Λιάπιδες τὸν κυνηγοῦν.
Ὁ ἴσκιος ἔφευγε, πετᾷ, διαβαίνει...
Ἡ νύχτα ἐπλάκωνε, λυσσομανοῦν.

Στὴ ράχη ἐμαύρισε σὰ συγνεφάκι...
Ἀδειάζουν τἄρματα... στέκουν νὰ ἰδοῦν.
Βροχὴ τὰ βόλια τους, μὲς στὸ δισάκκι
τὸν Ἀστραπόγιαννομψόφια χτυποῦν.

Ὁ κλέφτης ἄνοιξε τὸ πάτημά του,
πηδᾷ χαλάσματα καὶ λαγκαδιαῖς,
παίρνει τὸ λείψανο στὴν ἀγκαλιά του...
Κάλλιο στὴν πλάτη του χίλιαις βολιαῖς.

Ἀγριοπρίναρα, παλούρια, βάτοι
τὴ σάρκα τὤτρωγαν, ὅθε διαβῇ.
Τὸ αἷμα του ἔβαψε τὸ μονοπάτι,
ἐμπρὸς τρισκότειδο καὶ πίσω ἐχθροί.

Στὸ χιόνι ἐβάλτωνε τὸ παλληκάρι
τὴ γλῶσσα τὤφρυγε δίψα σκληρή,
νύχτα θεότυφλη χωρὶς φεγγάρι
καὶ δὲν ἀπόσταινε, πάντα πατεῖ.

Περνοῦν μεσάνυχτα κ' ἡ πούλια σβυέται,
τὰ πλάγια ἀσπρίζουνε, σιμών' ἡ αὐγή.
Στέκει... ἀκουρμαίνεται... δὲν ἀγροικιέται
κανένα πάτημα... παντοῦ σιγή.

Ξυπνοῦν ἡ πέρδικαις στὸ χαραμέρι...
Στὸ λόγγο ἐρρίχτηκε, γύρω θωρεῖ...
Γνωρίζει ἀνέλπιστα παληὸ λημέρι,
τὴ βρύσι ἐξάνοιξε, πὤτρεχ' ἐκεῖ.

Πάλ' ἁκουρμαίνεται... γέρνει ταὐτιά του,
πέφτει τἀπίστομα, τὴ γῆ ρωτᾷ...
Χτύπο δὲν ἄκουσε... Μόν' ἡ καρδιά του
μέσα στὰ στήθια του βαρεῖ, πετᾷ.

Τοῦ φάνηκε ὅτι ἐξέφυγε... Ἐμέτρησ' ἕνα ἕνα
τἄρματα τ' Ἀστραπόγιαννου, δὲν ἔχασε κανένα
τὸ μαῦρο τὸ κλεφτόπουλο στὸ φοβερό του δρόμο.
Σιμὰ στὴ βρύσι ἐκάθισε, κατέβασε ἀπ' τὸν ὦμο
τὸ ἔρμο τὸ δισάκκι του... Τὸ μάτι του ἔχει ἀντάρα...
Ἁπλώνει μὲς στὸ σάβανο τὸ χέρι μὲ λαχτάρα...
Σφίγγει τὰ κρύα τὰ μαλλιά... Ὁ νοῦς του ἀνεμοζάλη...
ξεσέρνει τὸ κεφάλι.

Μ' ἀνατριχίλα τὸ θωρεῖ. Στὰ χόρτα τὸ καθίζει,
παίρνει στὴ φούχτα τὸ νερό, τὸ νίβει, τὸ χτενίζει,
ζερβιὰ τοῦ βάνει τὸ σπαθί, δεξιὰ τὸ καρυοφύλλι,
πλένει τὸ στόμα τὸ βουβὸ καὶ στὰ νεκρὰ τὰ χείλη
βρίσκει ὁ Λαμπέτης ἄσβυστο, σὰν νἆταν πετρωμένο,
τοῦ γέρου τὸ χαμόγελο γλυκ' ἀποκοιμισμένο.
Τότε ἐξαλάφρωσε ἡ καρδιά, τότε ἕνα δάκρυ πέφτει
στὸ πρόσωπο τοῦ κλέφτη.

Ἔνοιωσ' ὅτ' εἶχε τὴν εὐχὴ τἀρματωλοῦ μαζί του
καὶ ξεσυγνέφιασε μὲ μιᾶς ἡ θολερὴ ψυχή του.
Τοῦ φάνηκε ὁλοζώντανος ἐκεῖ μὲ τἄρματά του
ὁ γέροντάς του νηστικὸς ὅτ' ἔστεκε σιμά του.
Κόβει βλαστάρια τρυφερά, τὴ φτέρη ξεφυλλίζει,
παίρνει ἕνα κρίθινο ψωμί, στὴ μέση τὸ χωρίζει
καὶ τὴ μιὰ σφήνα ἀπὸ ταῖς δυὸ τὴ δίνει στὸ κεφάλι
κι' αὐτὸς κρατεῖ τὴν ἄλλη.

«Ξύπνα, Ἀστραπόγιαννε, γλυκοχαράζει,
γιατί ἐκοιμήθηκες τόσο βαρειά;
Ξύπνα, ὁ Λαμπέτης σου γλυκὰ σὲ κράζει
νὰ ἰδῇς τὰ φράξα σου, τὰ κρύα νερά.

»Τὰ μάτια ἄνοιξε, ψυχοπατέρα,
νὰ ἰδῇς πού σ' ἔφερα σὲ μιὰ βραδειά.
Μὲς στὸ λημει σου μ' ηὕρηκ' ἡ μέρα,
τὤχω, Ἀστραπόγιαννε, κρυφὴ χαρά.

»Θυμᾶσαι; ἀνήλικο μ' εἶχε πετάξει
στὸν δρόμο ἡ μοῖρά μου, μικρό, μικρό,
τὴ μάννα οἱ ἄπιστοι μοὔχανε σφάξει,
στὸ λόγγο ἐκρύφτηκα γυμνό, ὀρφανό.

»Ἐδῶ ἐπρωτώρθαμε... Μ' ἀκοῦς, πατέρα;...
Ἐδῶ μ' ἀνάστησες νεκρό, φτωχό.
Ἐδῶ μὲ πότισες δροσιὰ κι' ἀγέρα,
μ' ἔκανες ἔλατο, πατέρα, ἐδῶ.

»Πρῶτος σὺ μὤδειξες τοῦ ἐχθροῦ τὴν ὄψη
καὶ σὺ μ' ἐβάφτισες μὲς στὴ φωτιά.
Ποιός νὰ σοῦ τὤλεγε πὼς θὰ σὲ κόψῃ
τὸ χέρι πὤμαθες νὰ πολεμᾷ;

»Ξύπν', Ἀστραπόγιαννε, καὶ κύτταξέ με,
φάγε μ' ἐμένα λίγο ψωμί,
φόρεσε τἄρματα, χαιρέτησέ με,
ξύπνα, ζωντάνεψε κ' ἦρθ' ἡ αὐγή.

»Ἐσὺ ἐπρωτόδινες ψηλὰ στὸ βράχο
τὸ καλημέρισμα στὸν ἀητό,
σὺ πρῶτος ἔδειχνες σ' ἐμέ, στὸ Ζάχο,
τὸ γλυκοχάραμμα στὸν οὐρανό.

»Τότ' ἐξεφύτρωνες σὰν κυπαρίσσι
στὰ καταρράχχια μας τρομαχτικό,
τὸν ἴσκιο σου ἔστενες νὰ φοβερίσῃ
κάτω τὰ Σάλωνα... καὶ τώρα ἐδῶ.

»Ὁ Ζάχος ἔπεσε... κ' ἦταν γραμμένο
ἐγώ, Ἀστραπόγιαννε, πάλ' ὀρφανό,
τὸ ξυλοκρέββατο γιὰ σὲ νὰ γένω,
γιὰ σέ, πατέρα μου, γῆ νὰ ζητῶ.»

Κ' ἐκεῖ ποὺ ὁ δύστυχος μοιρολογοῦσε
μὲ μιᾶς αὐτιάζεται... κ' ἕνα σκυλὶ
μακρὰ τοῦ φάνηκε σὰν κι' ἀλυχτοῦσε,
κούφια σὰν κι' ἄκουσε ποδοβολή.

Τὰ δέντρα ἐσείστηκαν, τὰ χαμόκλαδα·
σκιασμένα ἐπρόβαιναν συχνὰ συχνὰ
πλατώνια, ἀγριόπουλα, λαγοί, ζαρκάδια...
Μὴν ἐπαγάνιζεν ἡ Λιαπουριά;...

Σκύφτει, ἀκουρμαίνεται... σιμών' ἡ ἀντάρα...
Τοὖβραν τὸ πάτημα στὸ χιόνι οἱ ἐχθροί.
Ἁρπάζει τἄρματα, κρύβει τὴν κάρα,
πετᾷ, ἀναλήφτηκε σὰν ἀστραπή.

Τρέχει ἐδῶθ', ἐκεῖθε γέρνει
ἡ ἔρμη φτέρνα στὸ βουνό,
μαῦρο κῦμα ἀνεμοδέρνει
καὶ δὲ βρίσκει ἕνα γιαλό,

Τὸν ἐπῆρε γι' ἀγωγιάτη
Χάρος ἄγρυπνος, σκληρός...
Σαλαγάει, βαρεῖ τὴν πλάτη
πάντα πίσω του ὁ νεκρός.

Στὸ τυφλὸ τὸ παίξιμό του
μὲς στὴ φοῦχτά του ἁρπαχτά
γιὰ νὰ βρέξῃ τὸ λαιμό του
πίνει πάχνη καὶ περνᾷ.

Τὸν ἐθέριζε ἄγρια πεῖνα
καὶ δὲν ἔχει ἄλλο ψωμί...
Στὸ σακκί του μέν' ἡ σφῆνα
τ' Ἀστραπόγιαννου ξερή.

Στἀχαμνὰ τὰ δάχτυλά του
τὴν ἐπῆρε μια φορά...
Θολωμέν' εἶν' ἡ ματιά του
καὶ τὰ χείλη του ἀνοιχτά.

Ὅλος ἔτρεμε... στὸ στόμα
τὴν ἐζύγωσε σκιαχτά...
Δὲν ἁμάρτησε, ὄχι ἀκόμα...
Ἀναστέναξε βαρειά.

Μὲ μιᾶς τὤφυγ' ἕνα δάκρυ,
τὴν ἐφλησε γλυκά,
καὶ στὸν κόρφο σὲ μιὰν ἄκρη
τὴν ἐχώνασε βαθειά.

Πόσαις μέραις καὶ ποῦ τρέχει
Πόσαις νύχταις δὲ μετρᾷ,
μέσα ὁ νοῦς του πάντα βρέχει
στὴν ψυχή του συγνεφιά.

Μὲς στὸ λόγγο ἄν σταματήσῃ
γιὰ νὰ πάρῃ ἀνασασμό,
κἄποιος λύκος θὰ χουμίσῃ
γιὰ ν' ἁρπάξῃ τὸ νεκρό.

Καλιακούδαις καὶ κοράκοι
τὸ κεφάλι κυνηγοῦν,
μὲ τὰ νύχια ἀπ' τὸ δισάκκι
νὰ τὸ κλέψουν πολεμοῦν.

Ἀνδρειεύεται ἡ καρδιά του,
τρὲχει ἀκόμη λίγο ἐμπρός,
μιὰ κρυφὴ βρίσκει σπηληά,
μέσα ρίχνεται ὁ φτωχός.

Ξεφορτώνεται, δειλιάζει,
γέρνει ἀναίσθητος στὴ γῆ,
κλεῖ τὰ μάτια του, πλαγιάζει
καὶ τὸ λείψανο κρατεῖ.

Κ' ἐκεῖ ποὔτανε θαμμένος
μὲς στοῦ ὕπνου τὴν νυχτιά,
στὸ πλευρό του ὁ σκοτωμένος
ἀνταριάζεται, ξυπνᾷ.

Στέκει ἐμπρός του... Τὰ δυὸ μάτια,
κούφια χάσκουνε πλατειά.
Πέφτ' ἡ σάρκα του κομμάτια,
τὰ δυὸ χείλη λαγκαδιά.

Τὸ γλυκὸ χαμόγελό του
λίγο λίγο εἶχε σβυστῆ
καὶ περνοῦν στὸ μέτωπό του
μαῦρα γνέφη ἐδῶ κ' ἐκεῖ.

«Παιδί μου, ἐγέρασε τὸ λείψανό μου
τόσα μερόνυχτα χωρὶς ταφή,
ὁ Χάρος ἔφαγε τὸ πρόσωπό μου·
δός μου, Λαμπέτη μου, μιὰ φοῦχτα γῆ.

»Κάτου στὰ Σάλωνα, ξεψυχισμένος
ὁ ἐχθρὸς ἐφώλιασε μακρὰ ἀπ' ἐδῶ·
ξυπνά, Λαμπέτη μου, κι' ἀποσταμένος
θέλω στὸ μνῆμά μου νὰ πάω κ' ἐγώ.

»Βλέπεις μυρίστηκαν τὸ σκοτωμό μου
ὄρνεια ἀνυπόμονα, μαῦρα πουλιά,
πρὶν μὲ ξεσχίσουνε στὸ σάβανό μου,
παιδί μου, κρύψε με στὴ γῆ βαθειά.

»Τώρα ποὺ ἐκόρνιασαν κι' ὁλόγυρά μου
σκοτάδι τρίδιπλο μὲ πλημμυρεῖ,
πάρ' τὸ δισάκκι σου, πάρ' τ' ἄρματά μου,
ξύπνα νὰ φύωμε πρὶν ἔρθ' ἡ αὐγή.

»Θέλω τὸ χάραμμα, πὤβγαινε πρῶτο
καὶ μοῦ καμάρωνε τὴ λεβεντιά,
τἀγέρι, πὤτρεχε χνῶτο μὲ χνῶτο
καὶ μοῦ ζωντάνευε τὰ σωθικά.

»Ἡ ἀριαῖς, τὰ πεῦκά μου, τὰ κρύα νερά μου,
θέλω, Λαμπέτη μου, νὰ μὴ μὲ ἰδοῦν,
νὰ μὴ γνωρίσουνε τὴν ἀσχημιά μου...
Ἔλα νὰ φύγωμε, μὴν πικραθοῦν.

»Τώρα ποὺ μ' ἔφερες ὡς τὰ Παλάτια,
σκάψε τὸ λάκκο μου σ' αὐτὴν τὴ γῆ.
Ἐδὼ δὲ φτάνουνε τοῦ ἐχθροῦ τὰ μάτια
δὲν ἀνεβαίνουν παρὰ ἀητοί.

»Λαμπέτη, χῶσέ με μὲ τἄρματά μου
ὁλόρθα, στῆσέ τα, δεξιὰ ζερβιά.
Νἆναι στὸ μνῆμά μου κεροδοσά μου,
πρωτοπαλλήξαρα στὴν ἐρημιά.

»Κι' ὅταν, Λαμπέτη μου, με χωματίσῃς,
ἔβγα στὸ Τρίκορφο γοργά, γοργὰ
νὰ πῇς πὼς σ' ἔστειλα νὰ πολεμήσῃς
πὲς χαιρετίσματα στὴν κλεφτουριά.

»Ἐχτὲς ἐπιάστηκε κ' ἐκεῖ τουφέκι,
στὸν ὕπνο βμου ἄκουσα τὸ βογγητὸ
ἐγὼ ἀποσβύστηκα κι' ἀστροπελέκι,
Λαμπέτη, μὤμεινες ἐσὺ στερνό.

»Μὴ μοῦ πικραίνεσαι, κ' εἶναι γραμμένο
μ' ἐμένα γρήγορα νἀνταμωθῇς,
τρέχα, πολέμησε καὶ σὲ προσμένω
στὸ μνῆμά μου ἄλυωτος ὅσο νἀρθῇς.»

Ξυπνᾷ, ἀλαφιάζεται, ὁ νοῦς του ἀνάφτει,
βουβὸς ἐπέρασε μιὰ λαγκαδιά.
Βρίσκει ἕν' ἀπόγωνο, τὸ χῶμα σκάφτει
τὰ χείλη ἐπέτρωσαν, πάντα βουβά.

Τὸ νύχι αἱμάτωνε μὲς στὸ στουρνάρι
ἔχωσε τἄρματα καὶ τὸ ψωμὶ
στὸ λείψανο ἔστρωσε χλωρὸ γλυπάρι,
τὸ μνῆμα ἐσφράγισε, σκύφτει, φιλεῖ.

Βαστᾷ τὸ δάκρυ του, τὸ καταπίνει,
δὲν ἐξανάσαινε μὴν προδοθῇ·
κυττάζει ὁλόγυρα, πετιέται, χύνει,
τρέμει στὸν πόλεμο μὴ δὲ βρεθῇ.

Βλέπει τὸ Τρίκορφο, σφίγγεται, φτάνει,
τὸ λιανοτούφεκο πέφτει πυκνό.
Σέρνει στὰ δόντια του τὸ γιαταγάνι,
ρουφᾷ ἀνυπόμονα φλόγα, καπνό.

Ποῦθε νὰ πλάκωσε παρόμοια ἀντάρα,
παρόμοιος σίφουνας, ὁ ἐχθρὸς ρωτᾷ.
Τὸ χέρι ἐδούλευε καὶ βουβαμάρα
πάντα τὰ χείλη του κρατεῖ κλειστά.

Χάρος ἀνέλπιστος περνᾷ, θερίζει,
ἀναστηλώθηκε κ' ἡ κλεφτουριά.
Ρυάζετ' ἡ Ρούμελη στὸ μετερίζι,
ρίχνεται, πίσω του παύει ἡ φωτιά.

Δὲν τὸν ἐπρόφταιναν... Τὸν ἀνακράζουν,
δέν ἀποκρένεται, διαβαίνει ἐμπρός.
Τὰ χέρια του ἄκοπα χτυποῦνε, σφάζουν,
σκορπᾷ, ἀνταριάζεται, φεύγει ὁ ἐχθρός.

Στὸ δρόμο του ἄξαφνα τοῦ λυέται ἡ χαίτη,
στὴν πλάτη ἀνέμισε σὰ δυὸ φτερά·
τότε τοῦ φώναξαν - «Στάσου, Λαμπέτη,
ἄφησε κ' ἕνανε γι' ἄλλη φορά.»

Κι' αὐτὸς δὲν ἔνοιωθε ποιός τόνε κράζει,
πάντα ἐσαλάγαγε τὴ Λιαπουριά,
τἀγέρι ἐθόλωσε, ξεμοναχιάζει...
Ἄστραψ', ἑμβρόντησε μιὰ πιστολιά.

Τὸν ἐλαβώσανε... Στὸ χῶμα γέρνει,
τὸ βόλι ἐχώνεψε μὲς στὰ πλευρά.
Πέφτι τἀπίστομα, σιμὰ ξεσέρνει,
σὰ φίδι κρύβεται μὲς στὰ κλαριά.

Ἔβοσκε ὁ θάνατος τὰ σώθικά του
κ' ἐκεῖνος ἔτρεχεν ὁλονυχτίς,
πατεῖ, σωριάζεται σβυέτ' ἡ καρδιά του...
Ποὖσ', Ἀστραπόγιαννε, νὰ τόνε ἰδῇς;...

Διαβαίνει ἀνήφορους καὶ μονοπάτια,
βράχους ἀπάτητους, νεροσυρμαίς,
ἐξημερώθηκε μὲς στὰ Παλάτια,
ἐψυχομάχησε χίλιαις φοραῖς.

Τὸ μνῆμα ἐπρόσμενε... Λιγάκι ἀκόμα
νὰ φτάσῃ τὤλειπε... πετιέται ὀρθός,
πηδᾷ, ἀνδρειεύεται... τὸ ἔρμο χῶμα
σφίγγει στὰ δόντια του, πέφτει νεκρός.

Τὸ βράδυ ἀνέλπιστα πιάνει τὸ χιόνι
κι' ὁ τάφος κρύβεται βαθειὰ βαθειά,
λὲς κ' ἐσαβάνωσαν σ' ἕνα σεντόνι
τὰ δυὸ τὰ λείψανα σφιχτὰ σφιχτά.

[1867*]
Ο Γιάννος «Αστραπόγιαννος» ήταν Έλληνας αρματωλός του 18ου αιώνα, κυρίαρχος της Δωρίδας. Άκμασε για πολλά χρόνια (1760 - 1782), και έγινε αντικείμενο λατρείας από τους υπόδουλους Έλληνες ως λαϊκός ήρωας, τιμωρός των Τούρκων, και ελευθερωτής. Η λαϊκή παράδοση τον θέλει γενναιόδωρο με τους φτωχούς και ανελέητο με τους ισχυρούς. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε ποίημα για τον Αστραπόγιαννο.

Ο Γιάννος καταγόταν από την Αγία Ευθυμία Φωκίδας. Αρχικά ήταν πολεμιστής υπό τη σημαία των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου Τσεκούρα, αργότερα του Βλαχαρμάτα Βέργου. Λόγω της ανδρείας του, αναγνωρίστηκε ως ο Αρχηγός της δικής του ομάδας πολεμιστών, με την οποία τρομοκράτησε τους Τούρκους. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να του παραχωρήσουν το αρματωλίκι της Δωρίδας.
Όταν ο Οθωμανός δερβέναγας των Σαλώνων Μίρτζας βίασε μία γυναίκα από την επικράτεια του Αστραπόγιαννου, ο Γιάννος εξεστράτευσε εναντίον του Μίρτζα και κατέσφαξε αυτόν και όλους τους οπλοφόρους του.
Μετά από χρόνια στο αρματωλίκι και πολλές νίκες, βρήκε τραγικό θάνατο σε μάχη με τους Τούρκους στα Παλάτια της Δωρίδας. Είχε πληγωθεί θανάσιμα μετά από προδοσία, και διέταξε τον σύντροφό του Λαμπέτη να τον σκοτώσει, για να μην πέσει από χέρι Τούρκου.