Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

Μανόλης Ἀναγνωστάκης — Fair Play
«Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.»

Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».
(ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)

Τῷ φίλω Μ. Ἄν.
Πόσες χιλάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.

Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.

Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».

Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».

Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.
...........................................................................................
Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Πήρα τους δρόμους του ουρανού

Να ’χα δυο χέρια δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω, αγάπη μου
να μη σ’ αγγίζει ο πόνος
Να ’μουν αητός να ’χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος
Cloud Warriorby nkabuto
Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει

Πήρα τους δρόμους του ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ’ αστέρια
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ’ άδεια χέρια

Έφυγ’ η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Ιωάννης Πολέμης — Το δισκοπότηρο της Αγιά-Σοφιάς

Ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρὸ
μέσ᾿ στὴν ἐκκλησιὰ τὴν τρισυπόστατη,
ἦταν τὸ χρυσὸ καὶ τ΄ἀργυρὸ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο —
ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρό.

Κι᾿ ὅταν λειτουργοῦσεν ὁ παπᾶς,
τὴ στιγμὴ ποὺ μόνος ἐπροσκόμιζε,
κάποιος τοῦ τὸ πῆρε, — Ποῦ τὸ πᾷς,
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο;
στράφηκε καὶ ρώτησ᾿ ὁ παπᾶς.

Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;
Μόνο ὁ Βασιλιᾶς μας ἐκοινώνησε·
κύτταξε τί πλῆθος καρτερᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο!
Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;

— Ἄχ! Ἡ Ὡραία Πύλη θὰ κλειστῇ
καὶ θὰ γκρεμιστῇ κι᾿ ἡ Ἅγια Τράπεζα,
καὶ θὰ λαχταρήσουν οἱ πιστοὶ
τ΄ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο,
ἡ Ὡραία Πύλη ὅταν κλειστῇ.

Ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιὰ
θὰ τὸ κρύψω μέσα στὸν Παράδεισο
καὶ στὴν πειὸ κρινόσπαρτη γωνιὰ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο·
ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιά.

Θὰ μεταλαβαίνουν οἱ ψυχὲς
τῶν μαρτύρων, ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμά των
καὶ θ᾿ ἀκούῃ ἀνήκουστες εὐχὲς
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
ἀπὸ τῶν Μαρτύρων τὶς ψυχές.

Ὡς ποὺ νἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ἡ στιγμὴ
ποὺ θὲ ν᾿ ἀκουστοῦν οἱ εὐχὲς οἱ ἀνήκουστες
νὰ τὸ ξαναφέρω μὲ τιμὴ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο.
— Πότε θἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ ἡ στιγμή;

Βιαστικὸς στὰ σύννεφα πετᾷ
κι᾿ οὔτε στρέφει κἂν κι᾿ οὔτ᾿ ἀποκρίνεται.
Μὲ τὰ δυὸ τὰ χέρια του βαστᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
κι᾿ ἄφωνος στὰ σύννεφα πετᾷ. 

Ποιητική συλλογὴ «ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΑ» (1917)


Ποίηση: Ἰωάννης Πολέμης (Ἀθήνα,1862 - 1924).
Μουσικὴ: Γιάννης Νούσιας (Πρέβεζα, 1904 - Ἀθήνα,1971)
Στὸ σημεῖο 2:43 προβάλλεται μία θαυμάσια ἀναπαράστασις τῆς βυζαντινῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τοῦ περιβάλλοντος χώρου τοῦ Αntoine Ηelbert, ἴδε: http://www.antoine-helbert.com/fr/por...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Οδυσσέας Ελύτης — Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II
Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα…)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III
Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος
Αὐτὸς
ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Bertolt Brecht — “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”
Questions of a Worker Who Reads
FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Η ιστορία έχει καταγράψει στις σελίδες της, κυρίως τους ηγέτες, τύραννοι, τρελοί, παλαβοί, ληστές, ήρωες, δειλοί, ευγενικοί, δολοπλόκοι ή οτιδήποτε άλλο. 
Όμως οι εκατομμύρια ψυχές που χρειάστηκαν για ν' αποκτήσουν τ' όνομά τους και χάθηκαν ακολουθώντας τους – με ή χωρίς τη θέλησή τους – έμειναν για πάντα ανώνυμοι. 
Ο Bertolt Brecht (1935), έχει γράψει κάτι πολύ ωραίο σχετικά μ' αυτό:
Famous People Painting
“Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει” 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Απόδοση ποιήματος: Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα εκδ. Κοραντζή
antikleidi

Robert Stacy-Judd’s “Destruction of Atlantis” (1936)
Questions of a Worker Who Reads (Bertolt Brecht, 1935)

Who built Thebes of the seven gates?
Books have the names of kings.
Did the kings haul the boulders?
And Babylon, destroyed over and over,
Who rebuilt it so many times?
In which houses in shining Lima did the builders live?
In the evening, when the Great Wall of China was complete,
Where did the masons go? Great Rome
Is full of triumphal arches. Who was it that the Caesars
Triumphed over? Did Byzantium, the stuff of many songs,
Have only palaces for its residents? Even in storied Atlantis,
On the very night when the sea devoured it,
Drunken men called for their slaves.
The young Alexander conquered India.
Was he alone?
Caesar defeated the Gauls.
Had he not at least one cook with him?
Philip of Spain wept when his Armada
Sank. Did no one else weep?
Fredrick the Second won the Seven Years War.
Who won besides him?
On every page a victory.
Who cooked the victory feast?
Every decade a great man.
Who paid the expenses?

So many accounts.
So many questions.

Egyptian workers making bricks much like described in the Bible

FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Wer baute das siebentorige Theben? 
In den Büchern stehen die Namen von Königen. 
Haben die Könige die Felsbrocken herbeigeschleppt? 
Und das mehrmals zerstörte Babylon, 
Wer baute es so viele Male auf ? In welchen Häusern 
Des goldstrahlenden Lima wohnten die Bauleute? 
Wohin gingen an dem Abend, wo die chinesische Mauer fertig war, 
Die Maurer? Das große Rom 
Ist voll von Triumphbögen. Über wen 
Triumphierten die Cäsaren? Hatte das vielbesungene Byzanz 
Nur Paläste für seine Bewohner? Selbst in dem sagenhaften Atlantis 
Brüllten doch in der Nacht, wo das Meer es verschlang, 
Die Ersaufenden nach ihren Sklaven. 
Der junge Alexander eroberte Indien. 
Er allein? 
Cäsar schlug die Gallier. 
Hatte er nicht wenigstens einen Koch bei sich? 
Philipp von Spanien weinte, als seine Flotte 
Untergegangen war. Weinte sonst niemand? 
Friedrich der Zweite siegte im Siebenjährigen Krieg. Wer 
Siegte außer ihm? 
Jede Seite ein Sieg. 
Wer kochte den Siegesschmaus? 
Alle zehn Jahre ein großer Mann. 
Wer bezahlte die Spesen? 

So viele Berichte, 
So viele Fragen.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Σμυρναίικο μινόρε - Τα λιανοτράγουδα
«Αν μ' αγαπάς κι είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω,
μεσ' τη γλυκιά τη χαραυγή Θέε μου ας ξεψυχήσω.»

Τα λιανοτράγουδα είναι δίστιχα δημοτικά ποιήματα. Αναφέρονται στους καημούς και στα βάσανα της αγάπης, στην ομορφιά της αγαπημένης, στην παντρειά. 
Garmash Dreaming of Love
Άλλοτε πάλι είναι επαινετικά ή σκωπτικά, δηλαδή έχουν χαρακτήρα περιπαικτικό, κοροϊδευτικό.
Το είδος των σύντομων τραγουδιών αυτών είναι πολύ συνηθισμένο στην Κρήτη και στην Κύπρο.
Ψαριανός:
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
ένα που βγαίνει το πουρνό όταν γλυκοχαράζει.

Νταντωνάκη:
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντα δροσερό, κι ανθείς και λουλουδίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω
κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.

Νταντωνάκη:
Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις
και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω,
καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Νταντωνάκη:
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει
ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.

μαζί:
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλληκάρι.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2019

Νίκος Γκάτσος — Το ταξίδι
«Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.»

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα, 
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά 
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 
Travellers On The Moor Hugh Munro
Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 

Τρέχω,πετάω, χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά 
Και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά 
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο ν' αγκαλιάσω και πάλι απ' την αρχή. 

Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Δείξτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο να διαβάσω και πάλι απ' την αρχή.
Η μουσική είναι από την ταινία του Ηλία Καζάν 
«Αμέρικα- Αμέρικα» 

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος 
Μουσική: Μάνος, Χατζιδάκις 
Ερμηνεία: Βασίλης Γισδάκης

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Νίκος Γκάτσος — «Μεγάλη Παρασκευή»

Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ’ άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Νύχτες κι άλλες νύχτες
γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες
σήμαναν εννιά
κι είδαμε να βγαίνει
μ’όψη κολασμένη
μέσα απ’το κλουβί
το φριχτό τσακάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Τα παιδιά φευγάτα
έρμα τα χωριά
πάλευαν τα νιάτα
για τη λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή με
σκυφτό κεφάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή.
https://www.youtube.com/watch?v=wV4zp-16tOk

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Στέλιος Σπεράντσας — Ὁ Μυστικός Δεῖπνος

Καὶ λέει ὁ Ναζωραῖος στοὺς μαθητάδες:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες
Φῶς ἀπὸ φῶς, στὰ σκότη,
ἐσεῖς πιστοὶ ὁδηγοὶ καὶ οἱ πρῶτοι
καταλυτὲς τῶν γήινων θρήνων,
ποῦ θεῖο μήνυμα θὰ φέρετε παντοῦ,
κι ἀκόμα κι ὡς τὴ χώρα τῶν Ἑλλήνων.
Caravaggio 1573 – 1610
The Betrayal of Christ
Τοῦ δείπνου μας χαρῆτε ἀπόψε τὴ χαρά.
Καὶ τὴν καρδιὰ στυλώσετε γερὰ
μὲ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί,
ποὺ αἷμα καὶ σῶμα εἶναι δικό μου,
μὴν ἀποστάσετε χλωμοὶ
μὲς τὴν ἀνηφοριὰ τοῦ δρόμου».
Καὶ λέει στὸν Ἰσκαριώτη: «Ἐσύ,
τοῦτο τὸ ξέχωρο ὁλοκόκκινο κρασὶ
θὰ πάρῃς,
τὰ φλογισμένα χείλη νὰ δροσίσῃς,
πρὶν στὸ Ραββὶ ἕνα φίλημα χαρίσῃς.
Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια!...»
Ὁ Ἰούδας σκύβει,
πὼς τάχα τὸ ψωμὶ θέλει νὰ κόψῃ.
Τὰ φρύδια κατεβάζει, ἔτσι ποὺ κρύβει
μὲ στενοχώρια
τὸ φόβο, ὡς καθρεφτίζεται στὴν ὄψη.
Καὶ λέγει του ξανὰ ὁ Χριστός: «Ἂς γίνῃ,
ὅ,τι γραμμένο ὑπάρχει νὰ γενῇ.
Νύχτα εἶν᾿ ἀκόμη σκοτεινὴ
καὶ -μὴ φοβᾶσαι- εἶναι γεμάτοι καλωσύνη
τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίκοι.
Κι εἶν᾿ ὅλο ἀγάπη τὸ τριφύλλι,
κι ἀνθεῖ κατάσπρο στὴν πλαγιὰ τοῦ Γολγοθᾶ
τὸ χαμομήλι.
Σύρε καὶ μὴν ἀργεῖς.
Χτυπάει ἐπίμονα ἡ καρδιὰ τῆς γῆς.
Σύρε πιὸ γρήγορα, ἀκουμπώντας στὸ ραβδί,
πρὶν βγῇ καὶ τὸ φεγγάρι καὶ σὲ ἰδῇ.
»
Κατάχλωμος ὁ Ἰούδας σὰν σουδάρι,
ἁπλώνει τὸ ποτήρι του νὰ πάρῃ.
Μὰ τὸ ποτήρι πέφτει ἀπὸ τὴ φούχτα του
καὶ πλέρια
βάφει μὲ τ᾿ ἄλικο πιοτό,
τὸ δυνατό,
τοῦ Ναζωραίου τὰ θεῖα χέρια.
Χαμογελᾷ ὁ Χριστός. Μὰ τοῦ Ἰσκαριώτη
πόσο δονεῖται ἀκόμα τὸ κορμί!
Τῆς προδοσίας βαρὺ τὸ κρῖμα... Καὶ μὲ ὁρμὴ
τὸν σπρώχνει νὰ χαθῇ σκυφτὸς στὰ σκότη.

ΙΙ
Ὡραῖος, καθὼς τοῦ ἥλιου ἀνατολή,
ἀνάμεσα ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες,
ὀρθώνεται καὶ πάλι ἀργομιλεῖ:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες...
Στὰ χείλη ἡ προσευχὴ πρὶν ἀνεβῇ,
τὴν πόρνη, ἂς συχωρέσουν, τὸν τελώνη.
Μὲ ἀνόμους θὰ περάση καὶ ὁ Ραββί.
Τὴν πρώτη πέτρα ὁ ἀναμάρτητος σηκώνει.
Ἀγάπη κόσμου ὁ νικητής. Κι ἐγὼ ἡ πηγὴ
γιὰ ὅποιον διψᾷ στοργὴ δικαιοσύνη.
Εἰρήνη... Ἂν ἀψηλώσω ἀπὸ τὴ γῆ,
ἕνα μὲ τ᾿ ἄστρα κι ἡ ψυχή σας θέλει γίνει»
Εἶπε κι ἀνάβλεψε τὰ μάτια του ὁ Χριστός.
«Πατέρα μου, κι ἡ ἀγάπη Σου ἂς πληθαίνῃ.
Σὲ μὲ ἔθνη καὶ λαοὶ καὶ ἡ οἰκουμένη.
Τὸ ἔργο μου ἐτελείωσε. Καὶ νά,
τώρα ὁ δικός μου ὁ διαλεχτὸς
στὰ σκοτεινὰ
τοῦ ξεροπόταμου τῶν Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τὰ νέφη ὡς σκίζει τὸ φεγγάρι,
ἀπ᾿ τὸν ψηλὸ καγκελλωτὸ φεγγίτη,
θεία χάρη,
μιὰ δέσμη κατεβαίνει μὲς στὸ σπίτι.
Δέσμη ἀπὸ φῶς, σὰν φίλημα ἐλαφρό,
στὰ θεῖα μαλλιὰ τοῦ Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μὰ κι ἕνας ἤσκιος ἀπ᾿ τὰ κάγκελα, ποὺ κάνει
πίσω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους Του, στὸν τοῖχο, ἕνα σταυρό.
Μὲ πόνο οἱ μαθητάδες τοῦ Κυρίου,
ποὺ τρέμει στῶν ματιῶν τους τὸ ἀκροκλώνι,
τὸ σύμβολο κοιτοῦν τοῦ μαρτυρίου,
Κι ἐκεῖνος μὲ χαμόγελο γλυκὸ
στὸ δεῖπνο τὸ στερνό, τὸ μυστικό,
σκορπάει τὸ θάρρος κι ἐμψυχώνει.
Κι ἔξω, στὰ σκότη τῆς νυχτιᾶς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
τὴν ὥρα αὐτὴ τὴν ἴδια,
τρικλίζει ἀκόμα ὁ Ἰούδας παγωμένος.
Κι ἀγκομαχώντας, ζώνεται τὰ φίδια,
ξεσκίζοντας τ᾿ αὐτιά του, γιατί ὁ λόγος,
ὁ λόγος τοῦ Ἄκακου
στριφογυρίζει ἀκόμα μέσα σὰν ξερόφυλλο
ποὺ τὸ σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια...».

Στέλιος Σπεράντζας

Νίκος Γκάτσος — 4. «Μεγάλη Τετάρτη»
«Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.»

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες.
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον
Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε να αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα.
Μείζων δε τούτων η αγάπη.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.



Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Ελένη Τουλουπάκη — «Βαδίζω στο σήμερα με σαντάλια του χτες»

«Βαδίζω στο σήμερα με σαντάλια του χτες
Με χίλια πρόσωπα να με ακολουθούν
Στην πορεία της αναζήτησης
Του μύθου της γέννησής μου
Απο γενεά σε γενεά διασχίζω το χρόνο
Ακολουθώντας το φως του
Που από τις χαραμάδες
Του χτες στο σήμερα ξεπροβάλλει
Φως άκτιστον Φως αναλλοίωτον
Φως άκοσμον με οδηγεί
Στον πυρήνα της αρχέγονης ύπαρξής μου
Όπου το όλον είναι ένα
Και το ένα είναι όλον!».

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης — Ὀρυχεῖο
«Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα/χαρούμενα/Νὰ μὲ θυμᾶσαι»

Η ποίηση του Σαχτούρη είναι, μεταξύ αλλων, έντονα συμβολική και σε πολλά σημεία συνειρμική. 
Παρά τις πρώτες εντυπώσεις που μπορεί να έχει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Σαχτούρη σύντομα θα καταλάβει πως η ποίηση του δεν είναι απαισιόδοξη. 
Άλλωστε «πάντα θα ‘χουμε ανάγκη από ουρανό»…
The Drawers, by Tom McGuinness
Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπὸ μιὰ στοὰ
νυχτερινὴ
φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἐλάχιστη λάμπα σὰ δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπὸ πάνω μου προσεχτικὰ
ψάχνει τὶς ἀποστάσεις του μὴ μὲ χτυπήσει
ἐγὼ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιὲς
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στὸ σπίτι
χτὲς
καθὼς ἄνοιξα τὴ ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τὰ ροῦχα της μαζὶ
τὰ πιάτα σπάζουν μόλις κανεὶς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τὰ πηρούνια καὶ τὰ
μαχαίρια
τὰ μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τὸ στόμα μου ἄσπρισε καὶ μὲ πονάει
τὰ χέρια μου εἶναι πέτρινα
τὰ πόδια μου εἶναι ξύλινα
μὲ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρὰ παιδιὰ
δὲν ξέρω πῶς γίνηκε καὶ μὲ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νὰ σοῦ γράψω γιὰ τὶς παλιές μας τὶς χαρὲς
ὅμως ἔχω ξεχάσει νὰ γράφω γιὰ πράγματα
χαρούμενα

Νὰ μὲ θυμᾶσαι

ἀπὸ τὴ συλλογή Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

https://www.youtube.com/watch?v=99q_ixBFfco

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Λαϊκές ιστορίες
«Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε/και πολεμήσαμε.»

The Laundry Woman 2 - by Jean-Baptiste-Simeon Chardin
Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα
   μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Από τη συλλογή «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» (1956).  
Ενότητα «Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 159

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νύχτες αϋπνίας*
«Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
Πότε θα ξεχάσουμε;»

Συνήθως τα βράδια κάθομαι και διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες στον
   εαυτό μου
ή έμπαινα στον κήπο που ήταν ζωγραφισμένος στην παλιά μπάντα
   του τοίχου – η άνοιξη είναι αιώνια εκεί –
θυμάσαι που ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
   ονειρευόμαστε ν’ αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
   απογεύματος,
κ’ ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
   ουρανό
η μητέρα που κάθε τόσο άφηνε το εργόχειρό της να πέσει στο
   πάτωμα για να σκύψει να δει τους νεκρούς της
κι εγώ που τις νύχτες ήταν αδύνατον να κοιμηθώ, έχοντας χάσει
   τον ύπνο μου μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Λοιπόν, τι κερδίσαμε; Τι θα μείνει; Πώς θα σωθούμε;
Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
   Πότε θα ξεχάσουμε;

Απέραντες παιδικές ώρες όταν δεν έφτανε έν’ ατέλειωτο καλοκαίρι
για να πάμε απ’ τη μια ροδιά στην άλλη. Κι ω φθινόπωρο που
   μας πήγες πιο πέρα…

* Στο χειρόγραφο υπήρχε και 2ος τίτλος: ΤΙ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ;


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ A'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 425

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο»

                                                                       ... «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...
Ήταν νύχτα κ’ είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα:
θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με τυραν-
νούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό
της αντικρινής κάμαρας να προχωράει στον διάδρομο κρατώντας
έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»,
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...

Από την ενότητα «ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ» 
της Συλλογής «Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 109

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο» - 1983
Η Ποίηση της Ταπεινότητας

Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. 
Κουβαλούμε τον λύχνο μας, 
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου 
και την αλήθεια των αιώνων
Σκέφτομαι, μέρες που ’ναι, να σταθώ σε ένα ποιητικό αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη, εκείνο το ποιητικό του κατόρθωμα «Ο τυφλός με τον λύχνο», του 1983
Μια κατάθεση ταπεινότητος και αγάπης και στοργής από έναν ποιητή που βίωσε και κατέθεσε επωδύνως την εμπειρία του κατατρεγμού, της ματαίωσης και της αποτυχίας του κοινωνικού οράματος και των παντοίων ιδεολογισμών, για να έλθει και να πέσει και να αφεθεί εν τέλει ολόκληρος στην αγκάλη του Χριστού.

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίδης, ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, καταθέτει μια ποίηση της εγκατάλειψης, της ερημίας, της απουσίας και της θλίψως, με έναν υπόγειο καημό. Είναι στον Λειβαδίτη μια εξόχως εξομολογητική ποίηση της υπάρξεως, και συγχρόνως μια έμμεση κατάθεση και ομολογία της ματαίωσης και της ήττας, με μια εικονογραφία της θλίψεως και μια ποιητική σκηνοθεσία εκπληκτικής αμεσότητος και μοναδικότητος.

Στο τέλος, όμως, ο Τάσος Λειβαδίτης εισέρχεται στα ποιητικά μας τοπία με μιαν άλλη ποίηση. Που είναι αυτή της καταφυγής στον τόπο της θαλπωρής. Στον τόπο και την αγκάλη του Ιησού. 
Έτσι μας οδηγεί ποιητικώς σε έναν άλλο τόπο. Που είναι ο τόπος του Κυρίου. 
Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. Κουβαλούμε τον λύχνο μας, ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου και την αλήθεια των αιώνων. 
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως. Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.

Αντιγράφω, λοιπόν, πρώτα, ένα απόσπασμα από αυτήν την ποίηση του φωτός. Κι ένα από τα ωραιότερα ποιήματα των Χριστουγέννων. Και σκέφτομαι πως είναι καιρός να ψηλαφήσουμε ξανά αυτά τα ποιήματα και τα κείμενα της θαλπωρής, ίσως και αποδράσουμε και ξεφύγουμε από την αγριότητα και το πάθος που μας κατακλύζει. Την ανησυχία και την ταραχή.

Δίνω, λοιπόν, πρώτα εκείνους τους επιγραμματικούς στίχους από το ποίημα «Η Γέννηση»

Είναι από την ενότητα «Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης «Ο τυφλός με τον λύχνο»:

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.


Τίποτα ωραιότερο δεν έχουμε να πούμε από αυτήν την αγάπη και την εσπλαχνία και τη στοργή του ταπεινού Ιησού. Που μας συνοδεύει και μας ακολουθεί και μας σκέπει. Που μας διεκδικεί επιμόνως:

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.

Είναι, λοιπόν, πάντοτε ο Κύριος, που μας διεκδικεί με την αγάπη Του, με την υπομονή Του, με τη στοργή Του, με την εσπλαχνία Του, καθισμένος δίπλα μας και απέναντί μας, κοιτάζοντάς μας στο πρόσωπο.
Τέλος, σ’ εκείνη την ενότητα «Συνομιλίες», ο ποιητής ομολογεί ή εξομολογείται:

Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο
μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα
ρεμβασμό μου.

Αυτά τα ελάχιστα για την ποίηση της εξομολογήσεως και της ταπεινότητος του Τάσου Λειβαδίτη, που μας οδηγεί απαλά, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, στην αγκαλιά και τη σκέπη του Ιησού. Στον τόπο της καλοσύνης και του φωτός.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ξημέρωμα
«κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που/φοβούνται τη νύχτα/φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν την/ελπίδα στους ναυαγούς.»

... κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
   έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο... 
NINO CHAKVETADZE
O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
   μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
   έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
   φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν την
   ελπίδα στους ναυαγούς.
Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 493

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος — Μια γυναίκα από άνεμο

Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.

Ficheiro: Miranda - The Tempest

Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινός άνεμος
«παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο/ω λησμονιά…»

οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
New Moon by Paul Krapf
Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
   ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
   κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπάριο
παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…

Συλλογή: «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ - Σκιές από μακρινά φώτα», 1983
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 272