Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ξημέρωμα
«κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που/φοβούνται τη νύχτα/φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν την/ελπίδα στους ναυαγούς.»

... κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
   έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο... 
NINO CHAKVETADZE
O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
   μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
   έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
   φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν την
   ελπίδα στους ναυαγούς.
Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Β'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 493

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος — Μια γυναίκα από άνεμο

Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.

Ficheiro: Miranda - The Tempest

Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινός άνεμος
«παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο/ω λησμονιά…»

οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
New Moon by Paul Krapf
Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
   ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
   κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπάριο
παιδικές ικεσίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…

Συλλογή: «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ - Σκιές από μακρινά φώτα», 1983
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 272

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Αλληλογραφία
«Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν
μυστηριώδεις υποθέσεις - την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα»

τ' απογεύματα οι φωνές των παιδιών πού παίζουν μοιάζουν μ' ένα
   παραμύθι που δε μας το τέλειωσαν και γυρίζει και μας αναζητά
Watercolors by Rita Sklar
Τα πουλιά φεύγουν το φθινόπωρο πηγαίνοντας να διεκπεραιώσουν
   μυστηριώδεις υποθέσεις - την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα
τ' απογεύματα οι φωνές των παιδιών πού παίζουν μοιάζουν μ' ένα

   παραμύθι που δε μας το τέλειωσαν και γυρίζει και μας αναζητά
ή όταν ακούω ένα φλάουτο να παίζει το βράδυ συλλογιέμαι πως
   όλα θα τελειώσουν κάποτε.
Καμιά φορά βρέχει και κάθομαι σ’ ένα καφενείο, οι άνθρωποι 
   όσο γερνάνε γίνονται πιο ξένοι
κι είδα κάποιους απελπισμένους να περιμένουν στους
   σιδηροδρομικούς σταθμούς, όχι για το ταξίδι, αλλά για τ’ όνειρο
ενώ οι στάλες της βροχής γράφουν μια μεγάλη επιστολή στα τζάμια.
   Ποιος τη στέλνει; Τι γράφει; Θ’ απαντήσεις;


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 424

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Τραγούδι στο δρόμο (Παλιό τραγούδι)
«η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο»

«σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ' τη σκάλα κι όταν
   βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο»
Nino Chakvetadze
Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ' τη βροχή σαν τους φτωχούς που
   τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
   για όλη την ανθρωπότητα -
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ' τη σκάλα κι όταν
   βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του
   διηγηθήκαμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση
   συγκινητική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία
   να προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένας διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
   Που έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο
   τραγούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου
   το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 419

https://www.youtube.com/watch?v=5ZUy6UP29U8

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Το πουλί με τις αλήθειες
«Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι
σφύριξε.
Ώ, άν καταλαβαινα τί ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το
νόημα του κόσμου.»

Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. 
Η λήθη σκέπασε το παρελθόν, το άγνωστο πολιορκεί το σπίτι
φαντάσματα πραγμάτων που αγαπήσαμε και χάθηκαν
και τώρα μόνον οι αράχνες γνωρίζουν τη συνέχεια — αλλά η
   νοσταλγία για το άγνωστο μας είχε κερδίσει από παιδιά κι η
   μοναξιά
μας είχε υποσχεθεί τις μακρινές αποστάσεις. Ώ, το παιδί που
   υπήρξαμε μ’ εκείνον τον τεράστιο λαιμοδέτη
για μια τόσο σύντομη παιδικότητα. Κι η Μαρία που το βραδινό
   αεράκι παράσερνε τις κορδέλες του καπέλου της
σε άλλους αστερισμούς — ποτέ δεν τη φτάσαμε. Κι αγάπησα με
   πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να γνωρίσω. Κι έζησα όλη
   τη ζωή μου σ’ ένα όνειρο
και την αθανασία σε μερικά κονιάκ.

Κάποιο πρωινό ένα πουλί κάθισε στο αντικρινό δέντρο και κάτι
   σφύριξε.
Ώ, άν καταλαβαινα τί ήθελε να μου πει, ίσως να είχα βρει το
   νόημα του κόσμου.
Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Α'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 420

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Γιάννης Ρίτσος — "Στον αδερφό μου Τάσο Λειβαδίτη"

Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη
πόρτα;
André Schmucki - Tide Dreams - part 2 - 2018
Από καιρό τους περίμενες με δέος. Και ήρθαν.
Ήρθαν οι νεκροί σου και σε πήραν
μες στο νυχτερινό ψιλόβροχο. Στάθηκες λίγο
με βρεγμένα μαλλιά, με βρεγμένο σακάκι
κάτω απ' το φανοστάτη της πλατείας Μεταξουργείου,
ακούγοντας απ' τις ταβέρνες τις φωνές των μεθυσμένων,
και τα παλιά λαϊκά τραγούδια που 'χες αγαπήσει,
και πιο μακριά τα επαναστατικά συνθήματα των απεργών οικοδόμων,
ήσυχος επιτέλους, ολότελα κρυμμένος
στη σκιά της μεγάλης εκείνης σημαίας
που 'χε υψώσει αλαλάζοντας ο λαός. Τώρα
αποκοιμήθηκες σ' ένα βαθύ χαμόγελο, γνωρίζοντας
πως οι νεκροί δε γερνούν πια, δεν διαψεύδονται κι ούτε
πεθαίνουν.
Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει
έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη
πόρτα;

Αθήνα 30. Χ - 9. ΧΙ. 89

Γιώργος Δουατζής (επιμ.), Τάσος Λειβαδίτης, 
Συνομιλία με τον Νυχτερινό Επισκέπτη, Αθήνα: Κέδρος, 2008, σ. 41.

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Ταξιδιώτες
«Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!»

‘The Silent Traveller: A Chinese Artist in Lakeland’ (1937)
Τ’ απογέματα έβρεχε, η βροχή μπέρδευε τη στάχτη τ’ ουρανού με
   τα κίτρινα φύλλα
το ποτέ με το πουθενά, εγώ τριγύριζα στις κάμαρες σαν ένας
   ταξιδιώτης που έχασε το δρόμο του
«ε, ποιος είσαι;» ρωτούσα καμιά φορά «αυτός που δεν πρέπει να
   θυμάσαι» άκουγα να λέει κάποιος ψιθυριστά, τρόμαζα
έψαχνα παντού – αλλά τί να βρω σ’ έναν κόσμο που είναι όλα απ’
   τα πριν χαμένα
εξ άλλου είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ, αλά προς τί τώρα που
   έφυγε η νεότητά μου
και τα λόγια μας συνήθως παραπλανούν το ανείπωτο κι όμως
   συνεχίζουμε να μιλάμε. Τί λέμε;
Έτσι προτιμούσα να κρατάω ημερολόγιο για εποχές που δε
   γνώρισα – ήταν μια ωραία αναπόληση
ή τη νύχτα τα βήματα ενός περαστικού στο δρόμο μου θύμιζαν
   πάντα την αιώνια αναχώρηση.


Ω, εσείς που ναυαγήσατε σε θάλασσες που δεν ταξιδέψατε ποτέ!



Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 462

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Νικηφόρος Βρεττάκος — Εὐσέβεια

Ὅσο κι ἄν ἤτανε τά χέρια μου
καθαρά, τά ξανάπλυνα
σήμερα στοῦ Τρίποδα τήν πηγή
νά γίνουνε καθαρότερα
ἐπειδή
θά πιάσουνε ἔπειτα
ἕνα λουλούδι.

Από τη συλλογή "Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ", 1990