Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Λαϊκές ιστορίες
«Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε/και πολεμήσαμε.»

The Laundry Woman 2 - by Jean-Baptiste-Simeon Chardin
Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά
οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένας κουβάς
για τα βρόμικα νερά. Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι
όπως γύρω από ένα νεκρό. Απ’ τα σπασμένα παράθυρα
   μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος.
Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια
μένουν ανύπαντρα.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.
Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε
και πολεμήσαμε.

Αυτή είναι η ιστορία μου.

Από τη συλλογή «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» (1956).  
Ενότητα «Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 159

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — Νύχτες αϋπνίας*
«Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
Πότε θα ξεχάσουμε;»

Συνήθως τα βράδια κάθομαι και διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες στον
   εαυτό μου
ή έμπαινα στον κήπο που ήταν ζωγραφισμένος στην παλιά μπάντα
   του τοίχου – η άνοιξη είναι αιώνια εκεί –
θυμάσαι που ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
   ονειρευόμαστε ν’ αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου
   απογεύματος,
κ’ ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
   ουρανό
η μητέρα που κάθε τόσο άφηνε το εργόχειρό της να πέσει στο
   πάτωμα για να σκύψει να δει τους νεκρούς της
κι εγώ που τις νύχτες ήταν αδύνατον να κοιμηθώ, έχοντας χάσει
   τον ύπνο μου μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Λοιπόν, τι κερδίσαμε; Τι θα μείνει; Πώς θα σωθούμε;
Στο υπόγειο μαζεύτηκαν σωρός τα πράγματα από άλλες εποχές.
   Πότε θα ξεχάσουμε;

Απέραντες παιδικές ώρες όταν δεν έφτανε έν’ ατέλειωτο καλοκαίρι
για να πάμε απ’ τη μια ροδιά στην άλλη. Κι ω φθινόπωρο που
   μας πήγες πιο πέρα…

* Στο χειρόγραφο υπήρχε και 2ος τίτλος: ΤΙ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ;


Συλλογή: «ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ A'», 1990
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 425

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο»

                                                                       ... «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...
Ήταν νύχτα κ’ είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα:
θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με τυραν-
νούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό
της αντικρινής κάμαρας να προχωράει στον διάδρομο κρατώντας
έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, «τι τον θέλει τον
λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα
βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ' έστειλε»,
   και βαλθήκαμε με ζέση κ’ οι δυο επί τo έργον...

Από την ενότητα «ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ» 
της Συλλογής «Ο τυφλός με τον λύχνο» (1983)
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 109

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο» - 1983
Η Ποίηση της Ταπεινότητας

Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. 
Κουβαλούμε τον λύχνο μας, 
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου 
και την αλήθεια των αιώνων
Σκέφτομαι, μέρες που ’ναι, να σταθώ σε ένα ποιητικό αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη, εκείνο το ποιητικό του κατόρθωμα «Ο τυφλός με τον λύχνο», του 1983
Μια κατάθεση ταπεινότητος και αγάπης και στοργής από έναν ποιητή που βίωσε και κατέθεσε επωδύνως την εμπειρία του κατατρεγμού, της ματαίωσης και της αποτυχίας του κοινωνικού οράματος και των παντοίων ιδεολογισμών, για να έλθει και να πέσει και να αφεθεί εν τέλει ολόκληρος στην αγκάλη του Χριστού.

Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίδης, ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, καταθέτει μια ποίηση της εγκατάλειψης, της ερημίας, της απουσίας και της θλίψως, με έναν υπόγειο καημό. Είναι στον Λειβαδίτη μια εξόχως εξομολογητική ποίηση της υπάρξεως, και συγχρόνως μια έμμεση κατάθεση και ομολογία της ματαίωσης και της ήττας, με μια εικονογραφία της θλίψεως και μια ποιητική σκηνοθεσία εκπληκτικής αμεσότητος και μοναδικότητος.

Στο τέλος, όμως, ο Τάσος Λειβαδίτης εισέρχεται στα ποιητικά μας τοπία με μιαν άλλη ποίηση. Που είναι αυτή της καταφυγής στον τόπο της θαλπωρής. Στον τόπο και την αγκάλη του Ιησού. 
Έτσι μας οδηγεί ποιητικώς σε έναν άλλο τόπο. Που είναι ο τόπος του Κυρίου. 
Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο. Κουβαλούμε τον λύχνο μας, ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου και την αλήθεια των αιώνων. 
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως. Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.

Αντιγράφω, λοιπόν, πρώτα, ένα απόσπασμα από αυτήν την ποίηση του φωτός. Κι ένα από τα ωραιότερα ποιήματα των Χριστουγέννων. Και σκέφτομαι πως είναι καιρός να ψηλαφήσουμε ξανά αυτά τα ποιήματα και τα κείμενα της θαλπωρής, ίσως και αποδράσουμε και ξεφύγουμε από την αγριότητα και το πάθος που μας κατακλύζει. Την ανησυχία και την ταραχή.

Δίνω, λοιπόν, πρώτα εκείνους τους επιγραμματικούς στίχους από το ποίημα «Η Γέννηση»

Είναι από την ενότητα «Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης «Ο τυφλός με τον λύχνο»:

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.


Τίποτα ωραιότερο δεν έχουμε να πούμε από αυτήν την αγάπη και την εσπλαχνία και τη στοργή του ταπεινού Ιησού. Που μας συνοδεύει και μας ακολουθεί και μας σκέπει. Που μας διεκδικεί επιμόνως:

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.

Είναι, λοιπόν, πάντοτε ο Κύριος, που μας διεκδικεί με την αγάπη Του, με την υπομονή Του, με τη στοργή Του, με την εσπλαχνία Του, καθισμένος δίπλα μας και απέναντί μας, κοιτάζοντάς μας στο πρόσωπο.
Τέλος, σ’ εκείνη την ενότητα «Συνομιλίες», ο ποιητής ομολογεί ή εξομολογείται:

Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο
μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα
ρεμβασμό μου.

Αυτά τα ελάχιστα για την ποίηση της εξομολογήσεως και της ταπεινότητος του Τάσου Λειβαδίτη, που μας οδηγεί απαλά, με τον δικό του ποιητικό τρόπο, στην αγκαλιά και τη σκέπη του Ιησού. Στον τόπο της καλοσύνης και του φωτός.

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ