Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Γιῶργος Σεφέρης — Τὸ φῶς

Το Φως είναι
η αλήθεια,
η δικαιοσύνη
και το «σπίτι».
Light, Water and Sky: The Paintings of Ivan Aivazovsky
Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.

Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.



Πόρος, «Γαλήνη», 31 τοῦ Ὀχτώβρη 1946


Αυτό το κομμάτι μοιάζει μ’ ένα βίντεο-κλιπ με σκηνές που αλλάζουν με ταχύτητα και σταματούν απότομα. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι μουσικές εικόνες (ο χορός, τα δοξάρια, τραγούδησε, τα τζιτζίκια)

Τι βλέπουμε; Πολλά πράγματα μαζί.


* Τη μοναξιά του ποιητή σε μια κατάσταση στην οποία η πλειοψηφία υιοθετεί ακραίες στάσεις και απόψεις

καθώς περνούν τα χρόνια…λιγότερες φωνές

* Τη δυσκολία να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα
Όπως τη νύχτα…μες στο σκοτάδι


* Την όμορφη αισθησιακή γυναίκα που όμως μοιάζει με απατηλή εικόνα
ξέρεις…γύμνια
και βγαίνει από τη θάλασσα όπως η Αφροδίτη
βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι


* επαναλαμβάνεται η ιδέα του αγάλματος
ο δωρικός χιτώνας…στο σκοτάδι

* Τους νέους που πολεμούν και πεθαίνουν
κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα…οι άσπρες λήκυθοι

* τον εμφύλιο πόλεμο
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη

* την αγάπη και τον θάνατο
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη… μιλώ για την αγάπη
σκοτεινή κοπέλα


* και στο τέλος την «κάθαρση»
ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει στο φως
και στη συνέχεια όλα εξαφανίζονται απότομα
πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.


fryktories

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Γιῶργος Σεφέρης — Ἀλληλεγγύη

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.

Εἶναι ἐκεῖ δὲν μπορῶ ν᾿ ἀλλάξω
μὲ δυὸ μεγάλα μάτια πίσω ἀπ᾿ τὸ κύμα
ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ φυσᾶ ὁ ἀγέρας
ἀκολουθώντας τὶς φτεροῦγες τῶν πουλιῶν
εἶναι ἐκεῖ μὲ δυὸ μεγάλα μάτια
μήπως ἄλλαξε κανεὶς ποτέ του.


Τί γυρεύετε; τὰ μηνύματά σας
ἔρχουνται ἀλλαγμένα ὡς τὸ καράβι
ἡ ἀγάπη σας γίνεται μίσος
ἡ γαλήνη σας γίνεται ταραχὴ
καὶ δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω
νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπά σας στ᾿ ἀκρογιάλι.


Εἶναι ἐκεῖ τὰ μεγάλα μάτια
κι ὅταν μένω καρφωμένος στὴ γραμμή μου
κι ὅταν πέφτουν στὸν ὁρίζοντα τ᾿ ἀστέρια
εἶναι ἐκεῖ δεμένα στὸν αἰθέρα
σὰ μιὰ τύχη πιὸ δική μου ἀπ᾿ τὴ δική μου.


Τὰ λόγια σας συνήθεια τῆς ἀκοῆς
βουίζουν μέσα στὰ ξάρτια καὶ περνᾶνε
μήπως πιστεύω στὴν ὕπαρξή σας
μοιραῖοι σύντροφοι, ἀνυπόστατοι ἴσκιοι.

Ἔχασε τὸ χρῶμα του πιὰ αὐτὸς ὁ κόσμος
καθὼς τὰ φύκια στ᾿ ἀκρογιάλι τοῦ ἄλλου χρόνου
γκρίζα ξερὰ στὸ ἔλεος τοῦ ἀνέμου.


Ἕνα μεγάλο πέλαγο δυὸ μάτια
εὐκίνητα καὶ ἀκίνητα σὰν τὸν ἀγέρα
καὶ τὰ πανιά μου ὅσο κρατήσουν, κι ὁ θεός μου.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

Γιώργος Σεφέρης – Αφήγηση

Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας1
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουνε τόσο
στην ακροθαλασσιά το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα.
Vladimir Egorovic Makovsky:At the Bottle
Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους
ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες
που γερνούνε δύσκολα
αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες
σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες
και δυο βρυσούλες στις κόχες των ματιών.
Πηγαίνει μέσα στους δρόμους ποτέ δεν πλαγιάζει
δρασκελώντας μικρά τετράγωνα στη ράχη της γης
μηχανή μιας απέραντης οδύνης
που κατάντησε να μην έχει σημασία.
Άλλοι τον άκουσαν να μιλά
μοναχό καθώς περνούσε
για σπασμένους καθρέφτες πριν από χρόνια
για σπασμένες μορφές μέσα στους καθρέφτες
που δεν μπορεί να συναρμολογήσει πια κανείς.
Άλλοι τον άκουσαν να λέει για τον ύπνο
εικόνες φρίκης στο κατώφλι του ύπνου
πρόσωπα ανυπόφορα από τη στοργή.
Τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος και ήσυχος
μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα
σαν τις ιτιές στην ακροποταμιά που βλέπεις απ’ το τρένο
ξυπνώντας άσκημα κάποια συννεφιασμένη αυγή.
Τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκω
τίποτε που να μην το συνηθίσατε·
προσκυνώ.

1940. Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄. Αθήνα: τυπ. Ταρουσόπουλου. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.


1. (Σημείωση του ποιητή) στ. 1 κ.ε. Είναι ένα σκίτσο grotesco του Ελπήνορα· ίσως μάλιστα να είναι αυτός ο πιο συγγενικός με τον ομώνυμο της "Κίχλης".

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Πάνω σὲ μιὰ χειμωνιάτικη ἀχτῖνα «... ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο/ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει... »


Εἶπες ἐδῶ καὶ χρόνια:
«Κατὰ βάθος εἶμαι ζήτημα φωτός».
Καὶ τώρα ἀκόμη σὰν ἀκουμπᾷς
στὶς φαρδιὲς ὠμοπλάτες τοῦ ὕπνου
ἀκόμη κι ὅταν σὲ ποντίζουν
στὸ ναρκωμένο στῆθος τοῦ πελάγου
ψάχνεις γωνιὲς ὅπου τὸ μαῦρο
ἔχει τριφτεῖ καὶ δὲν ἀντέχει
ἀναζητᾷς ψηλαφητὰ τὴ λόγχη
τὴν ὁρισμένη νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου
γιὰ νὰ τὴν ἀνοίξει στὸ φῶς.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Τὰ χέρια. «Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο»

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.
Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,
μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.
Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια
καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης
τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν
κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο.

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Piazza San Nicolo - «Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα
ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις... »


Τὸ σπίτι γεμάτο γρίλιες καὶ δυσπιστία
σὰν τὸ καλοκοιτάξεις στὶς σκοτεινὲς γωνιὲς
«γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς» ψιθυρίζει
«κοίταζα τὴν εἰκόνα τοῦ Ὕλα καὶ τὴν εἰκόνα τῆς Μαγδαληνῆς
προτοῦ καληνυχτίσω κοίταζα τὸ παλιὸ ἔλατο μὲ τ᾿ ἄσπρο φῶς
τὰ μέταλλα ποὺ γυάλιζαν καὶ δύσκολα ἄφηνα
τὶς τελευταῖες φωνὲς τῆς μέρας».
Τὸ σπίτι σὰν τὸ καλοκοιτάξεις μέσα ἀπὸ τὶς παλιὲς κορνίζες
ξυπνᾶ μὲ τὰ πατήματα τῆς μητέρας στὰ σκαλοπάτια
τὸ χέρι ποὺ φτιάνει σκεπάσματα ἢ διορθώνει τὴν κουνουπιέρα
τὰ χείλη ποὺ σβήνουν τὴ φλόγα τοῦ κεριοῦ.

Κι ὅλα τοῦτα εἶναι παλιὲς ἱστορίες ποὺ δὲν ἐνδιαφέρουν πιὰ κανέναν
δέσαμε τὴν καρδιά μας καὶ μεγαλώσαμε.
Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν κατεβαίνει ποτὲ χαμηλότερα ἀπὸ τὸ καμπαναριὸ
ποὺ μετρᾶ τὶς ὦρες μονολογώντας καὶ τὸ βλέπουμε
σὰν ἔρχεται τ᾿ ἀπόγευμα στὴν αὐλὴ
ἡ θεία Ντάρια Ντιμιετρόβνα τὸ γένος Τροφίμοβιτς.
Ἡ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ δὲν ἀγγίζει ποτὲ τὸ στιβαρὸ χέρι τοῦ Ἅη Νκόλα
μήτε τὸ φαρμακοποιὸ ποὺ κοιτάζει ἀνάμεσα σὲ μιὰ κόκκινη καὶ πράσινη σφαίρα
σὰν ὑπερωκεάνειο μαρμαρωμένο.

Γιὰ νὰ βρεῖς τὴ δροσιὰ τοῦ βουνοῦ πρέπει ν᾿ ἀνέβεις ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριὸ
κι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἅη Νικόλα
κάπου 70 ἢ 80 μέτρα δὲν εἶναι πολύ.
Κι ὅμως ἐκεῖ ψιθυρίζεις ὅπως σὰν πλάγιαζες νωρὶς
καὶ μέσα στὴν εὐκολία τοῦ ὕπνου χάνονταν ἡ πίκρα τοῦ ἀποχωρισμοῦ
ὄχι λέξεις πολλὲς δυό-τρεῖς μονάχα καὶ τοῦτο φτάνει
ἀφοῦ κυλᾶνε τὰ νερὰ καὶ δὲ φοβοῦνται μὴ σταματήσουν
ψιθυρίζεις ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὸν ὦμο ἑνὸς φίλου
σὰ νὰ μὴν εἶχες μεγαλώσει μέσα στὸ σπίτι τὸ σιωπηλὸ
μὲ φυσιογνωμίες ποὺ βάρυναν καὶ μᾶς ἔκαναν ἀδέξιους ξένους.
Κι ὅμως ἐκεῖ, λίγο ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ καμπαναριό, ἀλλάζει ἡ ζωή σου.

Δὲν εἶναι μεγάλο πράγμα ν᾿ ἀνεβεῖς μὰ εἶναι πολὺ δύσκολο ν᾿ ἀλλάξεις
σὰν εἶναι τὸ σπίτι μέσα στὴν πέτρινη ἐκκλησιὰ
κι ἡ καρδιά σου μέσα στὸ σπίτι ποὺ σκοτεινιάζει
κι ὅλες οἱ πόρτες κλειδωμένες ἀπὸ τὸ μεγάλο χέρι τοῦ Ἅη Νικόλα

Πήλιο-Κορυτσά, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο ῾37
Μια «πλάγια θεώρηση» της σεφερικής ποίησης

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Γράμματα στη Μαρώ. «Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

Τα ερωτικά γράμματα του ποιητή προς στην αγαπημένη του Μαρώ είναι μικρά δοκίμια του έρωτα

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο»

«Πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω -γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου- δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..»

«Ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Αυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει»

«Μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί… Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.»

«Αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.»

«Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει «Σταμάτησε. Σταμάτησε». Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….»

«Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.»

«Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου. Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.»

«Κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως, αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο»

«Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει “Θεέ μου πόσο την αγαπώ” κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου»

«Μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…»

«Είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις»

«Μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.»

«Τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..»

«Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή -ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου- είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα»

«Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα -ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη- θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν… φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.»

«Όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….»

«Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…»

«Αν είχα χρήματα, λες. Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα. Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…»

«…Χτες πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα από τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄ είχε πάρει ο ύπνος.»

«…Ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;»

«…Σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ' έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…»

«Σε συλλογίζομαι. Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις. Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι. Κάποτε βαριά….»

«Αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία»

«Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν»

«Όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;»

«Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω, δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;»

«Θα ήθελα τρεις μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…»

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ»

«Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…»

«Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα -κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα»

doctv

περισσότερα για τον ποιητή και την αγαπημένη του Μαρώ, εδώ

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης — Δεκαέξι χαϊκού - Πού να μαζεύεις/τα χίλια κομματάκια/του κάθε ανθρώπου.

Ένα χαϊκού διαβάζεται σε μιαν αναπνοή
Το χαϊκού είναι γιαπωνέζικη στιχουργική μορφή, που έγινε αρκετά δημοφιλής στη Δύση από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. 
Πρόκειται για επιγράμματα 17 συλλαβών, που διαιρούνται σε τρεις ανομοιοκατάληκτους στίχους (5, 7 και 5 συλλαβών).
Α'
Στάξε στη λίμνη
μόνο μια στάλα κρασί
και σβήνει ο ήλιος.

Β'
Στον κάμπο ούτ' ένα
τετράφυλλο τριφύλλι.
Ποιος φταίει απ' τους τρεις;

Γ'
Στον κήπο του μουσείου
Άδειες καρέκλες
τ' αγάλματα γύρισαν
στ' άλλο μουσείο.

Δ'
Να 'ναι η φωνή
πεθαμένων φίλων μας
ή φωνογράφος;

Ε'
Τα δάχτυλά της
στο θαλασσί μαντίλι
κοίτα: κοράλλια.

ΣΤ'
Συλλογισμένο
το στήθος της βαρύ
μες στον καθρέφτη.

Ζ'
Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Η'
Νύχτα, ο αγέρας
ο χωρισμός απλώνει
και κυματίζει.

Θ'
Νέα μοίρα
Γυμνή γυναίκα
το ρόδι που έσπασε
ήταν γεμάτο αστέρια.

Ι'
Τώρα σηκώνω
μια νεκρή πεταλούδα
χωρίς φτιασίδι.

ΙΑ'
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

ΙΒ'
Άγονος γραμμή
Το δοιάκι τι έχει;
Η βάρκα γράφει κύκλους
κι ούτε ένας γλάρος!

ΙΓ'
Άρρωστη Ερινύς
Δεν έχει μάτια
τα φίδια που κρατούσε
της τρών' τα χέρια.

ΙΔ'
Τούτη η κολόνα
έχει μια τρύπα, βλέπεις
την Περσεφόνη;

ΙΕ'
Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ' αφήσει
μόνο στον ήλιο.

ΙΣΤ'
Γράφεις
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Το κυρίαρχο συναίσθημα στα ΙΑ΄, ΙΕ΄, ΙΣΤ΄

IA΄
Πού να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου.

Ο ποιητής επιχειρεί να αποδώσει εδώ την αίσθηση πως ο ψυχικός και ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων είναι συχνά θρυμματισμένος, λόγω των πολλαπλών επώδυνων εμπειριών της ζωής τους. 

Κάθε άνθρωπος έχει βιώσει ποικίλες απογοητεύσεις και οδυνηρά ψυχικά τραύματα, έχει γνωρίσει την απώλεια κι έχει αναγκαστεί να θυσιάσει πολλά από τα όνειρά και τις ελπίδες του προκειμένου να βρει το κουράγιο να συνεχίσει τον αγώνα της ζωής. Υπ’ αυτή την έννοια η ψυχοσύνθεση κάθε ανθρώπου μοιάζει μ’ ένα σκορπισμένο ψηφιδωτό που δύσκολα μπορεί κάποιος άλλος να το κατανοήσει και να το ανασυνθέσει.
Η προσπάθεια, επομένως, που απαιτείται για να γνωρίσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο είναι εξαιρετικά κοπιώδης, εφόσον, όπως χαρακτηριστικά το παρουσιάζει ο ποιητής, είναι να σαν προσπαθούμε να μαζέψουμε τα χίλια μικρά κομμάτια της ψυχής του. Έτσι, ο ποιητής εμφανίζεται απρόθυμος να βιώσει εκ νέου αυτή τη δοκιμασία των διαπροσωπικών επαφών, φανερώνοντας μια απαισιόδοξη στάση απέναντι στην κοινωνική και προσωπική ταυτότητα των ανθρώπων∙ οι άνθρωποι έχουν χάσει την εσωτερική συνοχή τους και την ψυχική τους αρτιότητα, καθιστώντας κάθε επαφή μαζί τους μια πραγματική δοκιμασία. 

Συχνά, άλλωστε, οι άνθρωποι λόγω ακριβώς των ποικίλων εσωτερικών τους αντιθέσεων και του ψυχικού τους κατακερματισμού αδυνατούν να επιτύχουν την επιζητούμενη αίσθηση πληρότητας και ικανοποίησης. Βρίσκονται διαρκώς σε μία κατάσταση έλλειψης, που τους οδηγεί είτε στο να επικρίνουν τον εαυτό τους είτε στο να μεταθέτουν την ευθύνη αυτής της έλλειψης στους άλλους. 
Η καθημερινότητά τους αποτελεί ένα διαρκές παράπονο και μια συνεχή μεμψιμοιρία, καθώς αισθάνονται πως δεν έχουν όσα ή ό,τι επιθυμούν και πως οι άνθρωποι γύρω τους δεν τους βοηθούν όσο ή όπως θα το ήθελαν οι ίδιοι.

IE΄

Βουλιάζει ο κόσμος
κρατήσου, θα σ’ αφήσει
μόνο στον ήλιο.

Ο ποιητής εκφράζει την αίσθησή του πως απομονώνεται και απομακρύνεται απ’ τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς, όπως διαπιστώνει ολοένα και περισσότερο, η πλειονότητα των συμπολιτών του «βουλιάζει» σ’ ένα τέλμα ανομίας, ανηθικότητας και εξαχρείωσης. 

Η συνεχής επιδίωξη του κέρδους, η αναζήτηση της ευκολίας, η αδιαφορία απέναντι στα κρίσιμα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και η απαξίωση κάθε ηθικής αξίας, έχει διαμορφώσει ένα τοξικό περιβάλλον εντελώς ασύμβατο με τις ψυχικές και ηθικές ποιότητες του ποιητή.
Το αίτημα προς τον εαυτό του να κρατηθεί, ώστε να μην παρασυρθεί από την κατάπτωση των άλλων, θα τον διαφυλάξει μεν από την απώλεια της ηθικής του ταυτότητας, θα τον αφήσει όμως μόνο του στο φως του ήλιου και στην αγνή θέαση της ζωής. Ο ποιητής θα βρεθεί έτσι αντιμέτωπος με μια ιδιότυπη μοναξιά, καθώς, ενώ θα βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, επί της ουσίας θα είναι σα να μην έχει κανέναν γύρω του, αφού κανείς δεν θα μοιράζεται πια την εκτίμησή του για τις ηθικές αξίες της ζωής. Σ’ έναν κόσμο όπου θα κυριαρχεί η διαφθορά κι η αποκλειστική επιδίωξη του προσωπικού κέρδους, ο ποιητής θα αισθάνεται εντελώς απομονωμένος, διότι δεν θα θέλει να ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία απομάκρυνσης από τις αγαθές αξίες της ζωής.

IΣT΄
Γράφεις·
το μελάνι λιγόστεψε
η θάλασσα πληθαίνει.

Ο ποιητής απευθυνόμενος εκ νέου στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο αποδίδει μέσα από μια απρόσμενη αντίθεση τις δυσκολίες που παρουσιάζει η τέχνη του. Τη στιγμή που γύρω του η «θάλασσα» των προβλημάτων, και κατ’ επέκταση τα πιθανά, προς μετουσίωση σε ποιητικό λόγο, θέματα πληθαίνουν διαρκώς, το δικό του μελάνι -η έμπνευση κι η δυνατότητά του να δημιουργεί ποιητικό λόγο- λιγοστεύει.
Ο ποιητής ως ευαίσθητος αποδέκτης της κοινωνικής πραγματικότητας αντιλαμβάνεται τον συνεχή πολλαπλασιασμό των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι συγκαιρινοί του και γνωρίζει πόσο πιο δύσκολη γίνεται μέρα με τη μέρα η ζωή∙ γνωρίζει πόσο πιο περίπλοκες έχουν γίνει με τον καιρό οι ανθρώπινες σχέσεις και πόσο βαθύτερες είναι οι ανησυχίες των ανθρώπων γύρω του. Δυσκολεύεται, ωστόσο, ολοένα και πιο πολύ να μετουσιώσει σε ποιητικό λόγο αυτούς του προβληματισμούς, καθώς όσο περισσότερο επιχειρεί να πλησιάσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας τόσο πιο απαιτητική γίνεται η προσπάθεια να διαφυλάξει την ποιητικότητα της έκφρασής του. 

Ό,τι μπορεί, άλλωστε, να διερευνηθεί με επάρκεια στο πλαίσιο του πεζού λόγου, δεν είναι εξίσου εύκολο να δοθεί με ποιητικό λόγο, χωρίς ζημιωθεί η λυρική εκείνη πτυχή της ποίησης που τη διακρίνει από τα άλλα είδη του γραπτού λόγου.
Υπ’ αυτή την έννοια η αύξηση των ερεθισμάτων λόγω του πλήθους των κοινωνικών ζητημάτων και προβλημάτων, όχι μόνο δεν διευκολύνει το δύσκολο έργο του ποιητή, αλλά το καθιστά ακόμη δυσκολότερο, εφόσον η ποιητική έκφραση δεν μπορεί να λάβει την ελεύθερη και άμεση διατύπωση του πεζού λόγου. Η ποίηση θέτει συγκεκριμένους περιορισμούς και απαιτεί σημαντική προσπάθεια -όπως και έμπνευση- από τη μεριά του δημιουργού, γεγονός που την καθιστά μια δύσκολα επιτεύξιμη μορφή έκφρασης.

Δοκιμάστε να εντοπίσετε σε κάθε ποίημα μια παράδοξη εικόνα και να την ερμηνεύσετε.

...........
η συνέχεια εδώ

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Σχέδια γιά ἕνα καλοκαίρι. «Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στήν πράσινη θάλασσα μέ φλέβες πού μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες»

Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Αστυάναξ
Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.
Johann Heinrich Wilhelm Tischbein - Hector and Andromache

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας

τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιόν θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.


Μυθιστόρημα, 1935
Ανάλυση του ποιήματος εδώ

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Η μορφή της μοίρας
... άφησε μη ρωτάς, περίμενε∙ το αίμα, το αίμα/ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Αι-Γιώργη τον καβαλάρη/για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το/δράκοντα.

Νικόλαος Γύζης - Μάνα και παιδί

Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας

σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο
μιας άδειας εκκλησίας, Ιούλιο στο νησί.
Γ.Σ.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μιας σκοτεινή βραδιά του
Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην
αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στή-
θος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρ-
μένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθού-
σαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη ανεμίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το
λάκκο των κυμμάτων∙
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη
λόγχη,
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη
γυναίκα
που κοίταξε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου
να μιλήσει,
γιατί σου στέρησαν το φως, το πέλαγο, το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα
γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πρα-
μάτεια∙
ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω
από μας;

Άφησε μη ρωτάς∙ τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι
γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια
δεμένα,
άφησε μη ρωτάς, περίμενε∙ το αίμα, το αίμα
ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Αι-Γιώργη τον καβαλάρη
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το
δράκοντα.

1η Οχτώβρη ‘41

Ανάλυση
Ένα χρόνο αφότου έχει ξεκινήσει στην Ελλάδα ο μεγάλος πόλεμος, ο Γιώργος Σεφέρης αποτυπώνει στο έντονα θεατρικό αυτό ποίημα τη φρίκη της φονικής λαίλαπας που έχει χτυπήσει τη χώρα. 
Ο παραλογισμός της αιματηρής αυτής σύρραξης προσεγγίζεται με τρόπο σχεδόν μοιρολατρικό, εφόσον είναι σαφές πως δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στο εναγώνιο «γιατί» τόσων αθώων ανθρώπων που βλέπουν τη ζωή τους να ρημάζεται διαμιάς. 
Ο ποιητής, αν και κατέχει υψηλή διπλωματική θέση, ως Διευθυντής του τότε Τμήματος Εξωτερικού Τύπου, που του επιτρέπει να έχει πρόσβαση σε σημαντικές πηγές πληροφόρησης, στέκει το ίδιο ενεός απέναντι σ’ αυτή τη συμφορά, όπως και κάθε άλλος πολίτης. Του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πώς οι άνθρωποι έφτασαν σ’ ένα τέτοιο σημείο βαρβαρότητας και απανθρωπιάς. 
Έτσι, μη έχοντας να δώσει κάποια εξήγηση, αρκείται στην καταγραφή μιας προσδοκίας -που λειτουργεί ίσως τη στιγμή που γράφεται περισσότερο ως απόπειρα παραμυθίας παρά ως ουσιαστική πεποίθηση- ότι κάποια στιγμή θα επέλθει η αναγκαία αντεκδίκηση ή καλύτερα η αναγκαία αντίδραση που θα θέσει οριστικό τέρμα στη φονική δράση των ανελέητων κατακτητών.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μιας σκοτεινή βραδιά του
Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην
αυλή.

Το ποίημα ξεκινά με αφηγηματικές αναφορές στη γέννηση ενός παιδιού μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη∙ το Φλεβάρη του 1940, όταν ο ελληνικός στρατός συνέτριβε ουσιαστικά τις ιταλικές δυνάμεις και σημείωνε εκπληκτικές νίκες κατά των πρώτων εκείνων εισβολέων∙ το Φλεβάρη του 1940 που ακόμη τίποτε δεν προμήνυε το μέγεθος της καταστροφής που θα επερχόταν στη χώρα από τη στιγμή που θα εμπλεκόταν στην αναμέτρηση κι η Γερμανία.
Το σκηνικό που συνθέτει ο ποιητής είναι ιδιαίτερα υποβλητικό. Μια ακαθόριστη γυναικεία μορφή, που ενσαρκώνει τη Μοίρα, παρίσταται στη γέννηση ενός παιδιού -ενός αθώου και πάναγνου παιδιού-, με τη σαφή πρόθεση να καθορίσει την πορεία της ζωής του∙ να αποφανθεί για το μέλλον του και την καλοτυχία ή ενδεχομένως την ατυχία που θα το συνοδεύει από εκείνη τη στιγμή και μετά. Ενώ, την ίδια στιγμή, τ’ αστέρια περιστρέφονται, λαμβάνοντας τη θέση που θα σηματοδοτεί το ακριβές χρονικό σημείο της γέννησης του παιδιού∙ κι ο άνεμος προσδίδει με την έντασή του μια δυσοίωνη αίσθηση.
Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται ηχητικά με τα τριξίματα της σκάλας από τα βήματα των γεροντισσών που φέρνουν τα γιατροσόφια για τη λεχώνα, και οπτικά με τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς που βρίσκονται ολόγυμνα στην αυλή, παραδομένα κι αυτά στο χειμωνιάτικο κλίμα.
Τι είναι αυτό που ωθεί τον Σεφέρη, έναν ποιητή με τόσο σαφή γνώση των ιστορικών εξελίξεων της εποχής του να καταφύγει στην υπερκόσμια και άλογη μορφή της μοίρας προκειμένου να εξηγήσει ή να κατανοήσει τον παραλογισμό των γεγονότων εκείνων; 
Ίσως η δυσκολία να ερμηνεύσει μέσω της λογικής τόσο την έκταση που έλαβαν οι πολεμικές εκείνες αναμετρήσεις όσο και την ακραία απάνθρωπη βιαιότητά τους. Υπάρχει, άλλωστε, τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις ή να υποθέτεις εκ των προτέρων πως οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις οδηγούν σε μια πολεμική σύγκρουση και στο να βλέπεις γύρω σου τους ανθρώπους να ξεπερνούν κάθε μέτρο και να επιδίδονται σε ανελέητες σφαγές. Πρόκειται για μια βιαιότητα τόσο έξω από τη λογική και τη φύση του ποιητή, που, εύλογα, τον αναγκάζει να αναζητήσει την πηγή αυτού του μίσους κι αυτής της αγριότητας πέρα από τα στενά όρια των εθνικών και οικονομικών ανταγωνισμών. 
Ίσως, τελικά, ό,τι κινεί τα νήματα αυτού του φονικότατου πολέμου να είναι μια άλλη μορφής ανάγκη∙ μια ανάγκη που υπηρετεί τους σχεδιασμούς της ίδιας της Μοίρας.
Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στή-
θος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρ-
μένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Η μορφή της μοίρας που στέκει πάνω απ’ την κούνια του παιδιού, φορώντας το μαύρο μαντίλι της, χαμογελά αμφίσημα, μιας και κανείς δεν μπορεί να ξεδιαλύνει αν το χαμόγελο αυτό φανερώνει κάποια ευνοϊκή διάθεση ή αντιθέτως έναν ψυχρό υπολογισμό. 
Με τα βλέφαρα χαμηλωμένα και το ολόλευκο στήθος της, στέκει εκεί και προδιαγράφει το μέλλον του νεογέννητου παιδιού, αδιάφορη για τον ερχομό του πατέρα του. Τίποτε, άλλωστε, δεν μπορεί να επηρεάσει το δικό της το έργο, ούτε καν η αγάπη του πατέρα, που δίχως άλλο θα έκανε το οτιδήποτε για να προστατεύσει το αθώο αυτό παιδί από τη σκληρότητα του κόσμου.
Ο πατέρας, ο θαλασσοδαρμένος καραβοκύρης, έρχεται στο σπίτι και πετά σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο από τα χειμωνιάτικα κύματα σκουφί του, χωρίς να γνωρίζει πως την ίδια στιγμή η μοίρα παίρνει αμετάκλητες αποφάσεις για το μέλλον του παιδιού του∙ αποφάσεις που σχετίζονται άμεσα μ’ εκείνον.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθού-
σαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη ανεμίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το
λάκκο των κυμμάτων∙
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Σ’ αυτόν τον θαλασσοδαρμένο καραβοκύρη αναφέρεται ο ποιητής -απευθύνοντάς του μάλιστα σε β΄ πρόσωπο τα λόγια του-, επισημαίνοντας πως τα περιστατικά που σχετίζονταν με τη γέννηση του παιδιού του, όπως και τα πρόσωπα που συμμετείχαν σ’ αυτά τα γεγονότα είναι όσα κρατούσε στην ψυχή του και τον ακολουθούσαν όλο το αμέσως επόμενο διάστημα. 
Τη στιγμή που ετοίμαζε τα δίχτυα στην ακρογιαλιά, αλλά και τη στιγμή που έπλεε δευτερόπριμα (με τον καιρό στο ισχίο της πρύμης), κοιτάζοντας το λάκκο που σχημάτιζαν τα κύματα της θάλασσας∙ τον ίδιο το λάκκο που σχηματίζεται σ’ όλες τις θάλασσες και σ’ όλους τους κόλπους που έτυχε να τον οδηγήσουν τα ταξίδια του, εκείνος είχε στη σκέψη του τη γέννηση του παιδιού του και τα πρόσωπα της οικογένειάς του, για τα οποία και δούλευε πια όσο πιο σκληρά μπορούσε.
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Διάλειμμα Χαρᾶς

                                                            Simon Morse Judas Tree

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.*
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα

εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Πεντέλη, ἄνοιξη

* Η Κουτσουπιά. Στα Αγγλικά αναφέρεται ως Δέντρο του Ιούδα, από παράφραση του arbre de Judée (δέντρο της Ιουδαίας).

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ἄνοιξη μ. Χ.
George Seferis - Spring A. D.

Woman in the Sudetenland greeting incoming German troops
with tears and a Nazi salute. German occupation of Czechoslovakia
Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
πάλι τὸ καλοκαίρι
χαμογελοῦσε.

Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς*
στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
τί θά ῾τανε καλύτερο
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
οἱ γέροντες ἀστόχησαν
κι ὅλα τὰ παραδώσανε
ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
μέσα σε φλόγες κίτρινες
καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
ἀνοίγοντας παράθυρα
στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

16 Μαρτ. ῾39


ροδαμός και αροδαμός, νέος βλαστός με μεγάλη ανάπτυξη
Πηγή: http://crete.mmx.gr


*****************
Με το ποίημα αυτό του Σεφέρη έχουμε άμεση εμπλοκή του ποιητή με τον επερχόμενο πόλεμο. Εδώ μάλιστα στο ποίημα αυτό δεσπόζουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η παράδοση και η κατάληψή της από τον Χίτλερ το Μάρτη του 1939. 
Η ημερομηνία 16 Μαρτίου του ‘39 συνδέει άμεσα την υποδομή του ποιήματος με το συγκεκριμένο γεγονός της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας. Στο ποίημα δεσπόζουν οι άσπροι γέροντες, που αδύναμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα παραδώσουν την πατρίδα αμαχητί στον εχθρό.
Ξεκινώντας από τη στάση των πολιτών της Τσεχοσλοβακίας και επικρίνοντάς τους, ο ποιητής διακηρύσσει σε ολόκληρη την οικουμένη ότι το χρέος των πολιτών δεν είναι η παράδοση, αλλά ο αγώνας και η θυσία. Οπωσδήποτε το ποίημα είναι πολιτικό και μας δίνει την αντίσταση του ποιητή μπροστά στη φασιστική τυραννία και ακόμα την αηδία για την παθητικότητα και ανικανότητα των γερόντων της πολιτικής.
Γράφοντας στο Ημερολόγιό του για την κατάσταση της Ευρώπης, λίγες μέρες πριν (4 Μάρτη του ‘39) επισημαίνει πως η Ευρώπη περνά την εποχή των Κυκλώπων. Ηρωικό δηλαδή στάδιο και επιστροφή στην άλογη βία και τη διάλυση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Ακόμα την ίδια εποχή θα γράψει:

“Μια δύναμη του κακού βρήκε τον τρόπο να εξευτελίζει, να στραπατσάρει, να εκμηδενίζει ένα ολόκληρο κόσμο, βγάζοντας στην επιφάνεια την ιδιοτέλεια, τη δειλία, τη μικροπρέπεια, την ποταπότητα, που πάει να πιστέψει κανείς πως είναι οι βασικές ιδιότητες των ανθρώπων που κυβερνούν αυτό τον κόσμο. Η δύναμη αυτή του κακού έχει την όψη ενός τέλεια μηχανοποιημένου κτήνους, όλως διόλου ανεύθυνου, γιατί ο άνθρωπος και η ανθρωπιά δεν παίζει κανένα ρόλο στο σύστημά της. Βουλιάζεις εκεί μέσα χωρίς κανένα κλωνάρι για να κρατηθείς” (Μερ. Γ σελ. 113 Δευτέρα 10-4-1939).

Λόγοι σοφοί, αλλά και προφητικοί για την επερχόμενη θύελλα και την εκμηδένιση κάθε ανθρώπινης αξίας από τα ναζιστικά στρατεύματα.



*****************
Spring A. D.
BY GEORGE SEFERIS
TRANSLATED BY EDMUND KEELEY

Again with spring
she wore light colours
and with gentle steps
again with spring
again in summer
she was smiling.

Among fresh blossoms
breast naked to the veins
beyond the dry night
beyond the white old men
debating quietly
whether it would be better
to give up the keys
or to pull the rope
and hang from the noose
to leave empty bodies
there where souls couldn’t endure
there where the mind couldn’t catch up
and knees buckled.

With the new blossoms
the old men failed
and gave up on everything
grandchildren and great-grandchildren
the broad fields
the green mountains
love and life
compassion and shelter
rivers and sea;
and they departed like statues
leaving behind a silence
that no sword could cut
that no gallop could break
nor the voices of the young;
and the great loneliness came
the great privation
along with this spring
and settled and spread
like the frost of dawn
caught hold of the high branches
slid down the trunks of trees
and wrapped around our soul.

But she smiled
wearing light colours
like a blossoming almond tree
in yellow flames
and walked along lightly
opening windows
in the delighted sky
without us the luckless ones.
And I saw her breast naked
the waist and the knee,
as the inviolate martyr
inviolate and pure
issues from the torment
to go to heaven,
beyond the inexplicable
whispering of people
in the boundless circus
beyond the black grimace
the sweaty neck
of the exasperated executioner
striking vainly.

The loneliness now a lake
the privation now a lake
untouched and untraceable.

16 March ’39