Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Ιωάννης Πολέμης — Το δισκοπότηρο της Αγιά-Σοφιάς

Ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρὸ
μέσ᾿ στὴν ἐκκλησιὰ τὴν τρισυπόστατη,
ἦταν τὸ χρυσὸ καὶ τ΄ἀργυρὸ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο —
ἦταν μιὰ φορὰ κ᾿ ἕναν καιρό.

Κι᾿ ὅταν λειτουργοῦσεν ὁ παπᾶς,
τὴ στιγμὴ ποὺ μόνος ἐπροσκόμιζε,
κάποιος τοῦ τὸ πῆρε, — Ποῦ τὸ πᾷς,
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο;
στράφηκε καὶ ρώτησ᾿ ὁ παπᾶς.

Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;
Μόνο ὁ Βασιλιᾶς μας ἐκοινώνησε·
κύτταξε τί πλῆθος καρτερᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο!
Ποῦ τὸ πᾷς μ᾿ ὀρθάνοιχτα φτερά;

— Ἄχ! Ἡ Ὡραία Πύλη θὰ κλειστῇ
καὶ θὰ γκρεμιστῇ κι᾿ ἡ Ἅγια Τράπεζα,
καὶ θὰ λαχταρήσουν οἱ πιστοὶ
τ΄ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο,
ἡ Ὡραία Πύλη ὅταν κλειστῇ.

Ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιὰ
θὰ τὸ κρύψω μέσα στὸν Παράδεισο
καὶ στὴν πειὸ κρινόσπαρτη γωνιὰ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο·
ἔτσι, μὲ τὴν Θεία Κοινωνιά.

Θὰ μεταλαβαίνουν οἱ ψυχὲς
τῶν μαρτύρων, ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμά των
καὶ θ᾿ ἀκούῃ ἀνήκουστες εὐχὲς
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
ἀπὸ τῶν Μαρτύρων τὶς ψυχές.

Ὡς ποὺ νἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ἡ στιγμὴ
ποὺ θὲ ν᾿ ἀκουστοῦν οἱ εὐχὲς οἱ ἀνήκουστες
νὰ τὸ ξαναφέρω μὲ τιμὴ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο.
— Πότε θἄρθῃ ἡ ὥρα κ᾿ ἡ στιγμή;

Βιαστικὸς στὰ σύννεφα πετᾷ
κι᾿ οὔτε στρέφει κἂν κι᾿ οὔτ᾿ ἀποκρίνεται.
Μὲ τὰ δυὸ τὰ χέρια του βαστᾷ
τ᾿ ἀχτινοδεμένο δισκοπότηρο
κι᾿ ἄφωνος στὰ σύννεφα πετᾷ. 

Ποιητική συλλογὴ «ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΑ» (1917)


Ποίηση: Ἰωάννης Πολέμης (Ἀθήνα,1862 - 1924).
Μουσικὴ: Γιάννης Νούσιας (Πρέβεζα, 1904 - Ἀθήνα,1971)
Στὸ σημεῖο 2:43 προβάλλεται μία θαυμάσια ἀναπαράστασις τῆς βυζαντινῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τοῦ περιβάλλοντος χώρου τοῦ Αntoine Ηelbert, ἴδε: http://www.antoine-helbert.com/fr/por...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Οδυσσέας Ελύτης — Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II
Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα…)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III
Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος
Αὐτὸς
ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Bertolt Brecht — “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”
Questions of a Worker Who Reads
FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Η ιστορία έχει καταγράψει στις σελίδες της, κυρίως τους ηγέτες, τύραννοι, τρελοί, παλαβοί, ληστές, ήρωες, δειλοί, ευγενικοί, δολοπλόκοι ή οτιδήποτε άλλο. 
Όμως οι εκατομμύρια ψυχές που χρειάστηκαν για ν' αποκτήσουν τ' όνομά τους και χάθηκαν ακολουθώντας τους – με ή χωρίς τη θέλησή τους – έμειναν για πάντα ανώνυμοι. 
Ο Bertolt Brecht (1935), έχει γράψει κάτι πολύ ωραίο σχετικά μ' αυτό:
Famous People Painting
“Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει” 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Απόδοση ποιήματος: Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα εκδ. Κοραντζή
antikleidi

Robert Stacy-Judd’s “Destruction of Atlantis” (1936)
Questions of a Worker Who Reads (Bertolt Brecht, 1935)

Who built Thebes of the seven gates?
Books have the names of kings.
Did the kings haul the boulders?
And Babylon, destroyed over and over,
Who rebuilt it so many times?
In which houses in shining Lima did the builders live?
In the evening, when the Great Wall of China was complete,
Where did the masons go? Great Rome
Is full of triumphal arches. Who was it that the Caesars
Triumphed over? Did Byzantium, the stuff of many songs,
Have only palaces for its residents? Even in storied Atlantis,
On the very night when the sea devoured it,
Drunken men called for their slaves.
The young Alexander conquered India.
Was he alone?
Caesar defeated the Gauls.
Had he not at least one cook with him?
Philip of Spain wept when his Armada
Sank. Did no one else weep?
Fredrick the Second won the Seven Years War.
Who won besides him?
On every page a victory.
Who cooked the victory feast?
Every decade a great man.
Who paid the expenses?

So many accounts.
So many questions.

Egyptian workers making bricks much like described in the Bible

FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Wer baute das siebentorige Theben? 
In den Büchern stehen die Namen von Königen. 
Haben die Könige die Felsbrocken herbeigeschleppt? 
Und das mehrmals zerstörte Babylon, 
Wer baute es so viele Male auf ? In welchen Häusern 
Des goldstrahlenden Lima wohnten die Bauleute? 
Wohin gingen an dem Abend, wo die chinesische Mauer fertig war, 
Die Maurer? Das große Rom 
Ist voll von Triumphbögen. Über wen 
Triumphierten die Cäsaren? Hatte das vielbesungene Byzanz 
Nur Paläste für seine Bewohner? Selbst in dem sagenhaften Atlantis 
Brüllten doch in der Nacht, wo das Meer es verschlang, 
Die Ersaufenden nach ihren Sklaven. 
Der junge Alexander eroberte Indien. 
Er allein? 
Cäsar schlug die Gallier. 
Hatte er nicht wenigstens einen Koch bei sich? 
Philipp von Spanien weinte, als seine Flotte 
Untergegangen war. Weinte sonst niemand? 
Friedrich der Zweite siegte im Siebenjährigen Krieg. Wer 
Siegte außer ihm? 
Jede Seite ein Sieg. 
Wer kochte den Siegesschmaus? 
Alle zehn Jahre ein großer Mann. 
Wer bezahlte die Spesen? 

So viele Berichte, 
So viele Fragen.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Σμυρναίικο μινόρε - Τα λιανοτράγουδα
«Αν μ' αγαπάς κι είν' όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω,
μεσ' τη γλυκιά τη χαραυγή Θέε μου ας ξεψυχήσω.»

Τα λιανοτράγουδα είναι δίστιχα δημοτικά ποιήματα. Αναφέρονται στους καημούς και στα βάσανα της αγάπης, στην ομορφιά της αγαπημένης, στην παντρειά. 
Garmash Dreaming of Love
Άλλοτε πάλι είναι επαινετικά ή σκωπτικά, δηλαδή έχουν χαρακτήρα περιπαικτικό, κοροϊδευτικό.
Το είδος των σύντομων τραγουδιών αυτών είναι πολύ συνηθισμένο στην Κρήτη και στην Κύπρο.
Ψαριανός:
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
ένα που βγαίνει το πουρνό όταν γλυκοχαράζει.

Νταντωνάκη:
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντα δροσερό, κι ανθείς και λουλουδίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω
κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.

Νταντωνάκη:
Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις
και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω,
καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Νταντωνάκη:
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει
ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.

μαζί:
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλληκάρι.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Σάββατο, 4 Μαΐου 2019

Νίκος Γκάτσος — Το ταξίδι
«Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί,
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.»

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα, 
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά 
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 
Travellers On The Moor Hugh Munro
Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 

Τρέχω,πετάω, χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά 
Και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά 
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο ν' αγκαλιάσω και πάλι απ' την αρχή. 

Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Δείξτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο να διαβάσω και πάλι απ' την αρχή.
Η μουσική είναι από την ταινία του Ηλία Καζάν 
«Αμέρικα- Αμέρικα» 

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος 
Μουσική: Μάνος, Χατζιδάκις 
Ερμηνεία: Βασίλης Γισδάκης