Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Νίκος Καρούζος — Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού

Ουρανέ ολόκληρε ανοίγει το άνθος
της φωνής μου ψηλά
έφυγαν όλα τα πουλιά, μου τον χειμώνα
δεν προσμένω σ’ αυτούς τους τόπους ελευθερώνω
αγγίζοντας έρημος το γερασμένο τοίχο της βροχής
κι όπως έρχεται απ’ την αύριο
με το φάσμα του τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λεν είναι, πια η Άνοιξη
δεν είναι καλοκαίρι μα εγώ
ας ανοίξω το βήμα κ’ εδώ λησμονημένος
να δείξω την αιωνιότητα.

Έχω άλλωστε τα φτερά ταξιδεύω
πάνω απ’ τα γλυκύτερα
βάσανα του καλοκαιριού την ομορφιά του έαρος.

Ακούω τους ήχους των τύμπανων σου Μελλοντικέ
όμως λυτρώσου από μας
πίσω δεν πάει ο καιρός μονάχα σέβεται
το κορμί με τ’ άνθη του
ιδού λοιπόν γιατί το συντρίβει.

Λησμόνησε μας.

Ακούω τη χαρά σου πολιτεία του Θεού υπάρχεις
αλήθεια και δρόμος αργυρόχρωμα
κλαδιά κάτω απ’ τη σελήνη
η μυρωμένη η πορτοκαλιά το ρόδι
ευτυχισμένο λάλημα του πετεινού.

Όταν λαλεί ο πετεινός πώς σχίζει την καρδιά μου
τι ερημιά διαλαλεί στο σάπιο μεσημέρι.

Από χειμώνα σε αισθάνομαι πολιτεία του έρωτα
ο ήλιος ανατέλλει και τους πεθαμένους ίσκιους
ένα φως πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σε λάμψεις τη μουσική μου.

Μεγάλη η νύχτα κ’ η ποίηση
τόσο χαμηλή για τους αναγκασμένους.

Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στο κορμί μου.
Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων…

Ο ήλιος σου μάτωνε τα γόνατα κ’ οι άνθρωποι
φαίνονταν ευεξήγητοι
σαν τα φυτά τη βροχή τον ουρανό!

Και τώρα να η μοίρα σου
στην πόλη μέσα τη φρικτή
μ’ ενάντιο σπίτι εναντίον άνεμο.

Έρημος τώρα ο βράχος της αγάπης —
μη με λησμονήσεις
πάνω του στα βραδινά πετρώματα
με το φεγγάρι καθαρό πουκάμισο.

Μη με λησμονήσεις βαθύτατε αέρα.
Τη νύχτ’ αναστενάζουμε.

Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τα πεύκα μου
έχει περάσει πια το μεσονύχτι
κ’ εγώ στρέφομαι στην πικρή κλίνη
είμ’ ένας έρημος με δάφνες ένας μοναχικός
που χάθηκε στους κρυστάλλινους μακρινούς ήχους.

Της καρδιάς μου τα πικρά και μαύρα φύλλα
πνοή που να ‘βγει απ’ τον ευλογημένο εντός μου
δεν τα κίνησε. Τώρα σε δίνες
έχω χαθεί κάποτε υπήρξα.
ο άγγελος των ορατών όπως αγάπησε βαθιά.

Σε ακούω Εκτυφλωτικέ —
πώς έρχεται η φωνή σου απ’ τον ύπαιθρο
ήχοι μου ταπεινοί πλαγιαύλων
υπάρχω κι ακούω το ελεγείο.

Εγώ τότε τραγουδούσα:
Έρωτα με κατοίκησες πολύ
φύγε απ αυτό το σπίτι.

Δεν έχει ούτ’ ένα παράθυρο να βγει.
στα δέντρα η ερημιά μου
σκόνες μονάχα και σύνεργα της ψυχής.

Οι άγιες εικόνες δεν υπάρχουν
έρωτα μη σημαίνεις-πια.

Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ τη λησμονιά.

Μη δείχνεις — είμαι ο ανώφελος το ξέρω
σώμα για θάνατο και θάνατο
που ελπίζει σ’ ένα φύλλο δέντρου.

Η φωνή μου λυγίζει.

Αλλά δεν παραδίδομαι αντίκρυ
σ’ αυτή τη δύση τρομαγμένος
εγώ με όλο το αίμα μου
έτσι όπως πόνεσα στους δρόμους ατελείωτα
με τόσο σπαραγμό στα σύνορα μου.

Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.

Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.

Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν
— ένα τ’ ονομάζω.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2022

Νίκος Καρούζος (Αφιέρωμα ΕΡΤ, «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»)

Η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΤ1 ήταν αφιερωμένη στον μεγάλο Έλληνα ποιητή και στοχαστή Νίκο Καρούζο. 
Η ταινία προσεγγίζει το ποιητικό έργο, τις φιλοσοφικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, όπως και την προσωπικότητα του ποιητή. Μέσα από το δικό του λόγο, την ποίησή του, από τις απόψεις ανθρώπων του πνευματικού χώρου, όπως και από τις αφηγήσεις δικών του ανθρώπων, σκιαγραφείται η μεγαλειώδης μορφή του ανθρώπου και ποιητή.

https://www.youtube.com/watch?v=lOyHVq6YkGI&t=25s

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

Νίκος Καρούζος — Παραίνεση

Να μη λυπάσαι που πέφτουν τα φύλλα φθινόπωρο.
Η δική σου τρυφερότητα θα τα φέρει και πάλι στα δέντρα.
Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε στην ανάσταση.
Από τη συλλογή «Θρίαμβος χρόνου», εκδ. Απόπειρα, 1997

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Νίκος Καρούζος — «Το έαρ με θύει κ’ εφέτος»

Μέσα στην άνοιξη ο Λυκαβητός
άσπρα φώτα του Άι Γιώργη
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός —
Μουρατίδου Φωτεινή
και το μικρό κόκκινο φως απάνω απ’ τα δέντρα
εδώ που σχίστηκε με μια γαλάζια τύχη ο ουρανός
ερωτευμένους θα φορώ η Άνοιξη φωνάζει
σα να σχίστηκε/ ο ουρανός απ’ τα γαλάζια χέρια των πηγών
και δείχνει ένα λίγο του Παραδείσου.

Μαρία δύσβατη των αγγέλων καμπύλη
και καρποί κρημνιζόμενοι
σε αναπνέω γυμνή με το πουκάμισο
και τη μαύρη γραβάτα μου ασθμαίνεις
όταν ο αέρας αιφνίδια μεταστάς
αφήνει τα ζεστά σου πόδια σε διάρκεια για μένα.

Κορίτσι του καημού της Αττικής
ουράνια βραδινά πάνω στα χείλη
ανάμεσά μας η ευθεία του θανάτου
τα πεύκα και τ’ αθάνατα σπιθίζουν —
φαρδιά φύλλα.
Έαρ η εποχή των εξουσιών/ τη μοίρα διανύει κ’ εφέτος
αυτή την αρωματική δροσιά που συγχωνεύει
λουλούδια με τα’ αστέρια ως μέσα στις χαρούμενες νύχτες.
Είναι φλόγα και με θυσιάζει/ λάμψη Χριστού
και τα ορμητικά μάτια των κορασίδων
όπως ανοίγουν μοναχές τα στήθη.

Στους σπινθήρες των άστρων ολόσωμος εγώ
η ψυχή μου πατούσε το χώμα
κι άρχισε ένα τραγούδι
που με βύθιζε μητέρα στην καρδιά σου.
“Κλαίνε τα πουλιά γι’ αέρα
Και τα δέντρα για νερό…”

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Νίκος Καρούζος — «Ο Γιάννης μέσα στο έαρ». Βγάλε ψυχή μου τραγούδι να πολεμήσω την Άνοιξη. Ξένος είμαι στο σπίτι μου ξένος στους δρόμους με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου

Jean Marc Janiaczyk с 1967 года рождения.Франция.
Τι
ολόμαυρα μαλλιά
που
τόσο χύνονταν
στις
πλάτες
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου)
ωσότου χάθηκε στη γωνία του δρόμου
η γυναίκα.
Δεν είναι πια
(ο θάνατος)
δεν ήτανε πριν
(η ανυπαρξία)
και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα.
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου
μ’ ένα κάψιμο.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
κάποιο δέντρο είμαι
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα
και το ποτάμι πάει…
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου
τη νύχτα
ο άγγελος της μοναξιάς
με τολμηρά ενδύματα.
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα
εποχή εχθρική
ως το μυρωμένο βράδυ
ως μέσα στα μεσάνυχτα.
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι
να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου
ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

Από τη συλλογή «Ποιήματα» [1961] – συγκεντρωτική έκδοση
«Η πρώτη εποχή», εκδ. Ερατώ, 1987

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Νίκος Καροῦζος — Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.
Νίκος Καρούζος 
17 Ιουλίου 1926 - 28 Σεπτεμβρίου 1990

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Νίκος Καρούζος — Μια δοξασία κ' η ζωή ολάκερη νομίζω «Δεν έχω τίποτα με τους νεκρούς ούτε με τ’ άστρα: λαμποκοπούσαν ανέκαθεν, απ’ την αρχαιότητα.»

Painting with rooster and chicken - Barbaras HD Wallpapers

Το καλοκαίρι μένουν άναυδοι οι χείμαρροι
κι αυτό το πριονίδι του καιρού
με την παράξενη οσμή: τα δευτερόλεπτα
σιγά-σιγά σαπίζει.
Πότε κ’ εγώ θα ξεμεθύσω;
Η νύχτα του Καρκίνου μπερδεύει το περπάτημα
με περιπαίζει ασύστολα και χθες ακόμη
μελετούσα θλιβερά παραλληλόγραμμα
γυρεύοντας να νιώσω γεωμέτρης.
Ο Σκορπιός είχε πάχνη και βούλιαζε αφάνταστα.
Θυμήθηκα δίχως λόγο θαυμάσιες
παραλίες με πολύχρωμη κίνηση
κι απότομα τη Φυσική να μην υπάρχει
στα ηλιόλουστα φεγγάρια της Προϊστορίας
όταν οι πηδηχτοί νάνοι – ποιοι νάνοι; -
με τα ενέχυρα του θανάτου και τη μαχαιριά
κλοτσούσαν ουρλιάζοντας τον αέρα.
Ευτύχημα, είπα, που δεν έχουμε κανένα όφελος.
Ευτύχημα να μας σπρώχνει ολοένα ο χρόνος.
Άμφια της αυγής τρομαχτικά
χαράματα τυλιγμένα σε άνηθο
της ταραχής αχτιδοβόλο σμάλτο.
Δεν έχω τίποτα με τους νεκρούς ούτε με τ’ άστρα:
λαμποκοπούσαν ανέκαθεν, απ’ την αρχαιότητα.
Βλέπω μονάχα τον ασίγαστο γυρισμό της χλόης
τα τρομερά της ύλης παραληρήματα.
Ξημέρωσε πάλι και μεγάλωσε
το λαρύγγι του κόκορα.
Ο σκύλος άρχισε τα βήματα.
Επίσης άρχισαν τα πρώτα λεωφορεία.
Το χρόνο πάντα τον αισθάνομαι στην ωμοπλάτη.

ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ (1971)

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

Νίκος Καρούζος — Ανθολογία
«Κομμένος όπως το λουλούδι μες στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.»

Κομμένος όπως το λουλούδι μες στο βάζο
θα ζούσε το απόλυτο κι ο άνθρωπος χωρίς να ζει.
Θα ’τανε χιόνι απάτητο
βροχή που πήρε άλλη απόφαση
και δε θα πέσει.
Θα ’τανε μια πασίλευκη
και ώριμη σιγή που ξεσκεπάζει
πως η γαλήνη ειν’ ο θεός λέξη προς λέξη
δίχως να περισσεύει τίποτα.
Έτσι μιλούσα βλέποντας
εξαίσια ρόδινες ορτανσίες άσπρες και γαλάζιες
ωσάν κομμώσεις θεαινών,
χρυσαφικές αλλόφρονες
μπετίνες και ελισαβέτες
με τα ωραία σκήπτρα τα αναρριχώμενα
μιλούσα βλέποντας
τα χιονόσφαιρα και τα μπαλέτα
τις ανοιγμένες ταϊτές τους μπακαράδες
όταν ουρλιάζει τρυφερά στην ομορφιά της η κλοξίνια
και ξεθυμαίνουν από κίτρινα μικρά καμώματα
χαώδεις οι πρασινάδες
με τους ατλαντικούς απόκοσμες ασκληπιάδες
και τους φιλάδελφους στην ίδιαν αποκάλυψη
στον ίδιο φανερωτικό βωμό της Δήμητρας
όπως η μοβ εκείνη κληματίδα που μ’ εκπλήττει
μόνη της
ανασκευάζοντας τη νύχτα και τ’ αστέρια
η μοβ εκείνη του αέρα κρύπτη.
Βρισκόμαστε ποτέ πιο πάνω απ’ τ’ αστέρια;
Χαιρόμαστε ποτέ το φως απ’ τη μαυρίλα;
Ή μήπως είδαμε για ένα έστω δευτερόλεπτο
τη σιωπή σωστά καθισμένη;
Θρήνος που είναι τ’ άνθη στα δάχτυλά μας
κι άχραντο σκοτάδι!
Λαβωμένος απ’ το φεγγάρι με μάλαμα
βλέπω καλύτερα πόσο
φθονούμε την καθαρή θνητότητα
που ’χει βαθειά και τόσο ξάστερη
κομμένο το λουλούδι μες στο βάζο...
Νεάνιδες θροΐζουν ευγενικά
στην απεραντοσύνη του έρωτα
και τι γοργά χαράματα όταν φυσήξει ο χάρος!
Πολύχρωμοι
στην υψωμένη τους ερημία
θροΐζουν οι γλαδίολοι.

ΛΕΥΚΟΠΛΑΣΤΗΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ (1971)

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Νίκος Καρούζος — Ὁ Σολωμός στ' ὄνειρό μου πλάι του σ' ὡραία παραλία ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνια

Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους...
Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου
κλεισμένος ὁλοῦθε ἀπ' τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου
στοὺς οὐρανοὺς ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος
μαυροντυμένος μ' ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι
στὴν παλάμη ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη
πλάι του σ' ὡραία παραλία
ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνια
καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῶα τουφέκια
ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
μ' ὅλα τ' ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα μ' ὅλες τὶς ἀχτίδες
τὴν ἀγαπημένη του πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμὸ της
καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες
ὥς τὰ κοράσια ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἒρωτα.
Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα κ' ἕνας σκύλος
ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς
μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
ὁ γόος ἒσφαξε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις
οἱ ἀπαίσιες χιλιετηρίδες.

Ἀπὸ τὸν Ὑπνόσακκο 
Ἀναδημοσιεύουμε ἀπό τὸ Ποιητῶν ἀναθήματα στὸν Διονύσιο Σολωμό, ἐπιλογή, ἐπιμέλεια καὶ εισαγωγή: Διονύσης Σέρρας, ἐκδ. Μπάστας-Πλέσας, Ἀθῆναι 1998.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Νίκος Καρούζος — Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.
.
.
Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Νίκος Καροῦζος —Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ
ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία
ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.
Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει
τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα...
Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς
ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Νίκος Καροῦζος - Ἔρημος σὰν τὴ βροχή | Nikos Karouzos - Désert comme la pluie

Oil paintings blue black theme lonely man
Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μές᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Désert comme la pluie

Dans mon rêve j'avance incurable seul
dans les filets du premier silence
j'ai montré les oiseaux le chemin fourche
la vérité toujours élargit notre élan.
Et le destin des étoiles
sera la cendre une grande enflammure
maintenant j'apprends mon sang
mais sans les jacinthes si fraîches
maintenant je te vois chemin du bien comme une annonce 

par des lys
le petit sac du soupir à la main
et sans cesse
je m'en vais
m'en vais
vers les sources.


Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Νίκος Καροῦζος - Στερεύοντας από βεβαιότητες άσπρες

Edvard Munch in the National Museum
Self-Portrait with Cigarette, 1895
Ήτανε δύσκολη βραδιά. βρισκόμουνα σύρριζα μόνος
ανατρεπόμενα όνειρα-φορτηγά
στου ύπνου το γλυκό κατηφόρισμα
κι απόβλητο φεγγάρι συνέχεε μνήμη κι απώλεια.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
καθώς έβγαινα
στο χρόνο που ειν’ άχρονος το αχανές
δεσμωτήριο της γλώσσας
ερχόμενος προς το στήθος ωσάν μόλις
άγγελος πειραγμένος από φαρυγγίτιδα.
(Φαίνεται πως το κάπνισμα συγγενεύει με τα ουράνια.
ο καπνός που μας ενώνει ανεβαίνοντας.)
Εκεί δεν έχει δευτερόλεπτα κι ανάσαινα νήστις
αλλ’ αυτήκοος αθανασίας.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
πράγματα κι ανθρώπους. εκατόμβες ομοιοφρένειας.
ήμουνα ο γόνος
ο Γυμνιστής Αχάλκευτος Ήχος
φρυγικό σύντριμμα
οι θεοφρούρητοι χημικοί τύποι.
Βεβαίως ήμουνα
ο άρτιος πόνος αυτοδίδαχτο σκοτάδι
θα ’λεγες με σιγαστήρα
θα ’λεγες
με μουσουλμάνικο γαλάζιο.
η ώρα είναι πράγματι ώρα;
Σας είπα. έβγαινα ξελησμονώντας ασημοκάντηλα
πάμφωτα
στη φαντασίωση
τα στίλβοντα μανουάλια της αγάπης.
Πετάχτε μου λέξεις απ’ τα παράθυρα
πετάχτε μου λέξεις απ’ τους εξώστες
η πτήση της αγριόχηνας νεανισμός από εγρήγορη
αρχαιότητα.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Νίκος Καρούζος - Η προσευχή του σκουληκιού


Άκου Κύριε τον καλό σου φίλο
που αγαπά τους καρπούς και τους τάφους.
Εσύ είσαι ό,τι με συνδέει μ' έναν καρπό και μ' έναν τάφο.
Και τον καρπό ασχημίζω και τον τάφο.
Αλλ' όμως είμαι θέλημά σου
γέννημα στην απέραντη καρδιά σου...
Δεν έχω ερωτήματα
και ταξιδεύω με κίνηση αργή προς τον Πατέρα.
Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα.
Και μάταια τα μάτια της σαρκός μου
γλυκά που αγγίζονται με λουλούδια.
"Δεν έχεις ερωτήματα;" - μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;
Ή με ρωτούν τα νέφη που σε ακολουθούν;
Χαίρομαι την ευφορία του αργύρου σου
και τη διαπερνώ με την πίστη.
Αυτή 'ναι η αξία εμάς των σκουληκιών
που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο...
Το χώμα ειν' η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων.
Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με.
Ποια ευφροσύνη δεν σου παραστέκει;
Αγάπη, πράξη και ουσία του θεού μου
σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά.

Από τη συλλογή: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1961


Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Νίκος Καρούζος - Οι άνθρωποι των επιρρημάτων

Edward Hopper Nighthawks (1942)
Όταν αγγίζω τη χειρότερη σιγή
που δεν μπορώ με τίποτα
να τη συνδέσω
καθώς απλώνει γύρω η αβεβαιότητα
σαν το νερό στο πάτωμα
τρέχοντας απ’ τη ραγισμένη στάμνα
σκέφτομαι πόσο αδικήσαμε
τους ήχους όλων των πρωτογόνων.
Όμως
είναι καλύτερη κ’ η πιο νωθρή σιγή
κ’ η πιο τυφλή μας γεύση
χαρούμενη σελέστα.
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των λεωφορείων
η αγάπη των διαβάσεων
από πράσινο σε πράσινο –
μικρό μυθιστόρημα των βημάτων –
ανάμεσα σε ολόιδιες εξελίξεις
όπως ο ήλιος γίνεται
λαμπρή μεγάλη αδιαφορία
ή θα ’λεγα συναχωμένος κούρος,
είναι πολύ προτιμότερο
το χάζεμα των αυτοκινήτων
από κάθε
θλιβερή βλάστηση
στο αυτάρεσκο τοπίο της γλώσσας
μ’ ένα φρικώδη χείμαρρο συντακτικού
μ’ ένα αιματωμένο ξύρισμα
για ν’ αγοράζουμε μισοτιμής
το σεβασμό των άλλων
με τα «σαφώς»,
«εντέλει»
και «σαφέστατα»
των πάσης φύσεως δικηγόρων.
Αν δεν πεθαίνει κάτι – ειν’ η μοναξιά μας.


Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Νίκος Καρούζος — Γράφοντας Εκδικούμαστε Τα Πράγματα

MAGICAL SMOKE COMPOSITES
Μαύρη εκδίκηση ...(κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα 'λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν' όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα 'θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα ...
Τι είν' η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ' η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το 'λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ' ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Νίκος Καρούζος - Τί εἶπα κάποτε σ᾿ ἕναν ἱπτάμενο

Paranormal Plane Paintings
Σὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ τὸν ἥλιο τὴν λαίμαργη ἀστρονομία
δὲν εἶναι πιότερος ἀπὸ μιὰ πυγολαμπίδα ποὺ διαστέλλει
τὴν κίνηση μέσ᾿ στὸ ἄναυδο σκοτάδι.
Δὲν ἔχει πόσιμη σημασία νὰ σταλάξουμε
τσιγγούνικες ἀλήθειες καὶ σταγονίδια βεβαιότητας
δὲν ἔχει οὔτε μιὰ πρωτοτυπία ἡ ξεμυαλίστρα ἡ ἐξυπνάδα
πρωτότυπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δικάζει τὶς λέξεις
ἐκεῖνος ποὺ βάζει ποινὲς ὁλοένα στὰ δάχτυλά του
τὴν ὥρα ποὺ σέρνουν ἔρημα τὴν ἄλαλη πένα.
Δὲν ἔχει μητρότητα ὁ ἴλιγγος
δὲν ἔχει πατρότητα ἡ νύχτα.
Μίλησα κι ἄλλοτε γι᾿ αὐτὰ τὰ χαρτόνια.
Οἱ σκοτεινοί μας σύντροφοι: οἱ ἄκρες καὶ τὰ μάκρη
μὲ τοῦ κύκλου τ᾿ ἄγρια δῶρα μᾶς κοροιδεύουν.
Ἔχοντας πιὰ ξεπέσει ὁ γέροντας Εὐκλείδης
εἶν᾿ ἀπόβλητο τὸ μῆκος ὡς πράξη τοῦ σύμπαντος
καὶ τὸ ὕψος ἀνεύρετη μελῳδία στὰ πλάτη...
Τράβηξα τὴν σκονισμένη αἰωνιότητα σὰν κουρτίνα
μὲ τόση εὐκολία καὶ τά ῾χασα βλέποντας
τὸ λάγνο τίποτα τῆς ἀναφρόδιτης καμπύλης!
Ὁ ἄγγελος τότε τοῦ ἔαρός μου φώναξε: -Μὴ στενεύεις,
ἁγίαζε μονάχα, μὴ σκοπεύεις, κι ἀπ᾿ τὸ μειλίχιο
δαιμόνιο τῆς ἀγάπης πιὸ πέρ᾿ ἀκόμη τράβα κι ἂς εἶπες
θὰ κομματιάσω τὸν κόσμο γιὰ νὰ ματιάσω
τὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας.
Ἔλα, λυτρώσου τώρα κι ἀπ᾿ τοῦ ἐρωτήματος τὴν ἔλλειψη
νὰ γίνεις ὀμορφότερος νὰ μείνεις ὄντως μόνος...

[Χορταριασμένα Χάσματα, 1974]

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Νίκος Καρούζος - Βαθμίδες

LONELINESS — Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov
1.
Ἤτανε ὅλο τὸ πρωῒ σημαιοστολισμένο
καὶ τραγουδοῦσα.
Ὁλοένα ἔρχονται πιὰ
σὰν ἀπὸ ἀνώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια νὰ βρῶ τὴν αἴθουσα
πρέπει νὰ μιλήσω σὲ τόσους
φίλους με τὰ αἰώνια τώρα μάτια.
Κινεῖται ὁ δρόμος πρὸς τὸ μεσημέρι.

2.
Ἂν εἴδατε τὴ μοναξιὰ ποτὲ πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι
νὰ σὰς ἀπειλεῖ
μ᾿ ἕνα μαχαίρι σιωπὴ
ποὺ ἀργὰ θὰ σχίσει τὸ δικὀ σας στῆθος
ὅπως φάντασμα τὴν πόρτα περνᾷ
μὲ γελαστὰ τὰ ἐξογκωμένα μῆλα
καὶ νὰ στέκει-
θὰ μὲ ἀγαπήσετε, εἶναι γυμνὸ
σαρώθηκε αὐτὸ τὸ μεσημέρι.

3.

Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα
ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ
γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.
Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος
νὰ τραβήξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς
εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Νίκος Καρούζος - Αλκυόνη (Ροή της αγαπημένης)

Herbert James Draper (1863-1920), Halcyone, 1915
Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.

Από τη συλλογή "Η Έλαφος των άστρων" (1962).7

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Καρούζος - Τὰ πουλιὰ δέλεαρ τοῦ Θεοῦ

Original palette knife heavy texture abstract painting "love bird"
1
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -—
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.