Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BRECHT BERTOLT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BRECHT BERTOLT. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2025

Bertolt Brecht — Αν οι Καρχαρίες ήταν Άνθρωποι / If Sharks Were Men

«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» 
«Σίγουρα» απάντησε αυτός. 
«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιο του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. 
Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ’ αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. 
Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ’ αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. 
Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ’ αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ’ άρχιζε η αληθινή ζωή. 
Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ’ αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ’ άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
μετάφραση - Γιώργος Βελουδής


ΣΧΟΛΙΟ
Πρωτοδημοσιευμένο το 1949, το «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» είναι η εκτενέστερη από τις Ιστορίες του κ. Κόινερ, έργου που γράφτηκε σε διάστημα τριάντα χρόνων (1926-1956) και αποτελείται από ογδόντα επτά σύντομες αφηγήσεις. 

Συνθέτοντας και διαπλέκοντας μεγάλη ποικιλία αφηγηματικών τύπων, από τον κινέζικο φιλοσοφικό διάλογο ως τον αφορισμό και τη διδακτική παραβολή, ο Μπρεχτ παρουσιάζει τον τρόπο σκέψης ενός προσώπου απαλλαγμένου από ατομικά χαρακτηριστικά (κατά τον φίλο και μελετητή του Μπρεχτ Βάλτερ Μπένγιαμιν, το όνομα του κ. Κόινερ παραπέμπει ταυτοχρόνως στο οδυσσειακό «Ούτις» (γερμ. Keiner) και στο ελληνικό επίθετο «κοινός»)· Όπως και ο Μπερνάρντο Σουάρες του Φερνάντο Πεσσόα (Β15), ο κ. Κόινερ είναι ένας φασματικός χαρακτήρας· ένα πρόσωπο με υποτυπώδη βιογραφικά στοιχεία, που εκφράζει μόνο μια συνειδησιακή κατάσταση. 
Ο «σκεπτόμενος» του Μπρεχτ, ωστόσο, δεν στρέφεται προς την ενδοσκόπηση αλλά προς την ανάλυση της πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση προς τον Μπερνάρντο Σουάρες, που αναζητεί το μυστικό βάθος της ύπαρξης στην απόλυτη απομόνωση από την ανθρώπινη κοινότητα, ο κ. Κόινερ εμφανίζεται συμφιλιωμένος με την εξάλειψη της προσωπικότητας στην κοινότητα, από την οποία απορρέει η ταυτότητά του και προς την οποία απευθύνεται η σκέψη του.
Το «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ανατρέχει στον τύπο της παραβολικής «ιστορίας με ζώα» για να υπονομεύσει, από μαρξιστική οπτική γωνία, τους θεσμούς που συνθέτουν τον καπιταλιστικό «πολιτισμό» (εκπαίδευση, τέχνη, περίθαλψη, εκκλησία, στρατός, κοινωνική πρόνοια) και τις αξίες που αυτοί προάγουν (φιλανθρωπία, ηρωισμός, αυτοθυσία, εθνικισμός, κοινωνική αναρρίχηση κ.ά.). 
Προβάλλοντας την πολιτική και ιδεολογική δομή του αστικού συστήματος στον κόσμο των ψαριών, ο Μπρεχτ δημιουργεί μια σατιρική δυστοπία, στην οποία ο αναγνώστης αναγνωρίζει αυτομάτως τον κόσμο του και τον ρόλο που ο κόσμος αυτός επιφυλάσσει για τον ίδιο. 
Η ειρωνική —και χιουμοριστική— προσέγγιση της κοινωνικής αγριότητας και ο αριστοτεχνικός χειρισμός του συνοπτικού παραλληλισμού (που εκτελείται απνευστί, σαν προφορική μονοκοντυλιά) απομακρύνουν τον κίνδυνο του ανιαρού διδακτισμού και επιτρέπουν στη σύντομη ιστορία να λειτουργήσει ως παιγνιώδες ερέθισμα για πολιτική σκέψη.


STORIES OF MR. KEUNER

If Sharks were Men
Bertold Brecht


"If sharks were men," Mr. Keuner was asked by his landlady's little girl, "would they be nicer to the little fishes?"

"Certainly," he said. "If sharks were men, they would build enormous boxes in the ocean for the little fish, with all kinds of food inside, both vegetable and animal. They would take care that the boxes always had fresh water, and in general they would make all kinds of sanitary arrangements. If, for example, a little fish were to injure a fin, it would immediately be bandaged, so that it would not die and be lost to the sharks before its time. So that the little fish would not become melancholy, there would be big water festivals from time to time; because cheerful fish taste better than melancholy ones.

"There would, of course, also be schools in the big boxes. In these schools the little fish would learn how to swim into the sharks' jaws. They would need to know geography, for example, so that they could find the big sharks, who lie idly around somewhere. The principal subject would, of course, be the moral education of the little fish. They would be taught that it would be the best and most beautiful thing in the world if a little fish sacrificed itself cheerfully and that they all had to believe the sharks, especially when the latter said they were providing for a beautiful future. The little fish would be taught that this future is assured only if they learned obedience. The little fish had to beware of all base, materialist, egotistical and Marxist inclinations, and if one of their number betrayed such inclinations they had to report it to the sharks immediately.

"If sharks were men, they would, of course, also wage wars against one another, in order to conquer other fish boxes and other little fish. The wars would be waged by their own little fish. They would teach their little fish that there was an enormous difference between themselves and the little fish belonging to the other sharks. Little fish, they would announce, are well known to be mute, but they are silent in quite different languages and hence find it impossible to understand one another. Each little fish that, in a war, killed a couple of other little fish, enemy ones, silent in their own language, would have a little order made of seaweed pinned to it and be awarded the title of hero.

"If sharks were men, there would, of course, also be art. There would be beautiful pictures, in which the sharks' teeth would be portrayed in magnificent colors and their jaws as pure pleasure gardens, in which one could romp about splendidly. The theaters at the bottom of the sea would show heroic little fish swimming enthusiastically into the jaws of sharks, and the music would be so beautiful that to the accompaniment of its sounds, the orchestra leading the way, the little fish would stream dreamily into the sharks' jaws, lulled by the most agreeable thoughts.

"There would also be a religion, if sharks were men. It would preach that little fish only really begin to live properly in the sharks' stomachs.

"Furthermore, if sharks were men there would be an end to all little fish being equal, as is the case now. Some would be given important offices and be placed above the others. Those who were a little bigger would even be allowed to eat up the smaller ones. That would be altogether agreeable for the sharks, since they themselves would more often get bigger bites to eat. And the bigger little fish, occupying their posts, would ensure order among the little fish, become teachers, officers, engineers in box construction, etc.
"In short, if sharks were men, they would for the first time bring culture to the ocean."

Bertolt Brecht - Ανάγκη να σε πάρω εγώ (Για όλα τα παιδιά του κόσμου)

Augustus Edwin Mulready, “A Recess on a London Bridge” (1879), 
oil on canvas (© Tyne & Wear Archives & Museums & Bridgeman Images)
Ανάγκη να σε πάρω εγώ
που έτσι σε παρατήσανε
μονάχο κι έρμο κι ορφανό
παιδάκι μου, πώς σε πονώ.


Το ρούχο το μεταξωτό
μες στο ποτάμι το 'ριξα
φτωχά κουρέλια σου φορώ
παιδάκι μου, πώς σ’ αγαπώ.

Δρόμο σε πήγα, δρόμο μακρινό
νυχτόημερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
μα να σ’ αφήσω δεν μπορώ.

Σε μαύρες μέρες και σκληρές
πλένω σε και βαφτίζω σε
μες στο κατάψυχρο νερό
μην κλαις και μου πικραίνεσαι.


απόδοση Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2024

Berthold Brecht — Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε / I hear you don’t want to learn anything./ Ich habe gehört, ihr wollt nichts lernen

Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.
Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.
The Dinner Party Society Fashionable Rich People
Painting By Jules Grun Repro


Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε
μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν
οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας
σε πέτρα.. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται
να μάθεις. Έτσι όπως είσαι
εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί
όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,
τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς
τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.
Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους
που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε
για όλους τους καιρούς
μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.
   Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά
δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.
Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά
Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Από τη συλλογή «Ποιήματα», μετάφραση:Νάντια Βαλαβάνη

👑👑👑👑👑

I hear you don’t want to learn anything. 
I gather from that: you’re millionaires. 
Your future is assured — it lies 
bright and clear before you. 
Your parents have fixed things so 
that your feet won’t get bruised on any stones. 
So you don’t need to learn anything. 
You can stay the way you are. 

Should some difficulties nevertheless arise 
— since the times, so I hear, are uncertain — 
you’ve got your Leaders, who’ll tell you exactly 
what you’ve go to do so things will go well for you. 
They’ve consulted the ones 
who know the truths 
that are valid for all time 
and the prescriptions that always work. 
   With so many who are for you 
you don’t need to lift a finger. 
Of course, if things were different, 
you’d have to learn. 
👑👑👑👑👑
Ich habe gehört, ihr wollt nichts lernen 
Ich habe gehört, ihr wollt nichts lernen 
Daraus entnehme ich: ihr seid Millionäre. 
Eure Zukunft ist gesichert — sie liegt 
Vor euch im Licht. 
Eure Eltern Haben dafür gesorgt, daß eure 
Füße An keinen Stein stoßen. 
Da müßt du Nichts lernen. 
So wie du bist Kannst du bleiben. 
Sollte es dann noch Schwierigkeiten geben, da doch die 
Zeiten Wie ich gehört habe, unsicher sind 
Hast du deine Führer, die dir genau sagen 
Was du zu machen hast, damit es euch gut geht. 

Sie haben nachgelesen bei denen 
Welche die Wahrheiten wissen 
Die für alle Zeiten Gultigkeit haben 
Und die Rezepte, die immer helfen. 
   Wo so viele für dich sind 
Brauchst du keinen Finger zu rühren. 
Freilich, wenn es anders wäre 
Müßtest du lernen. 

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Bertolt Brecht - Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι / From A German War Primer

Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ που γράφτηκε το 1939. 
Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να είχε γραφτεί στις μέρες μας. 
Η διαχρονικότητα του περιεχομένου είναι συγκλονιστική…
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
Θεωρούνε ταπεινό
Να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
Χωρίς να ’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής

Πώς ν’ αναρωτηθούν πού ’θε έρχονται
Και πού πηγαίνουν
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
Δεν τά’χουν ακόμα δει
Όταν σημαίνει η ώρα τους

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
Γι’αυτό που είναι ταπεινό
Ποτέ δεν θα υψωθούν

Το ημερολόγιο
Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
Είναι ανοιχτές
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
Μ’ έναν σταυρό

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Πόλεμος και ειρήνη
Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Μιλάνε για ειρήνη
Ο απλός λαός ξέρει
Πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Καταριούνται τον πόλεμο
Διαταγές για επιστράτευση
Έχουν υπογραφεί

Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο
Θέλουνε πόλεμο
Αυτός που το΄χε γράψει
Έπεσε κι όλας

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Να ο δρόμος για τη δόξα
Αυτοί που είναι χαμηλά λένε
Να ο δρόμος για το μνήμα

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
Δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
Πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
Πέθαινε το ίδιο

Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

Νύχτα
Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά

Στρατηγέ το τανκς σου
Είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα
Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται οδηγό

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό
Είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται πιλότο

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει
Ξέρει και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-ξέρει να σκέφτεται

 
Μπέρτολντ Μπρεχτ - «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

Πηγή: solon
Αντικλείδι, http://antikleidi.com

--------------------------------

AMONGST THE HIGHLY PLACED
It is considered low to talk about food.
The fact is: they have
Already eaten.

The lowly must leave this earth
Without having tasted
Any good meat.

For wondering where they come from and
Where they are going
The fine evenings find them
Too exhausted.

They have not yet seen
The mountains and the great sea
When their time is already up.
If the lowly do not
Think about what's low
They will never rise.

THE BREAD OF THE HUNGRY HAS
ALL BEEN EATEN
Meat has become unknown. Useless
The pouring out of the people's sweat.
The laurel groves have been
Lopped down.
From the chimneys of the arms factories
Rises smoke.

THE HOUSE-PAINTER SPEAKS OF
GREAT TIMES TO COME
The forests still grow.
The fields still bear
The cities still stand.
The people still breathe.

ON THE CALENDAR THE DAY IS NOT
YET SHOWN
Every month, every day
Lies open still. One of those days
Is going to be marked with a cross.

THE WORKERS CRY OUT FOR BREAD
The merchants cry out for markets.
The unemployed were hungry. The employed
Are hungry now.
The hands that lay folded are busy again.
They are making shells.

THOSE WHO TAKE THE MEAT FROM THE TABLE
Teach contentment.
Those for whom the contribution is destined
Demand sacrifice.
Those who eat their fill speak to the hungry
Of wonderful times to come.
Those who lead the country into the abyss
Call ruling too difficult
For ordinary men.

WHEN THE LEADERS SPEAK OF PEACE
The common folk know
That war is coming.
When the leaders curse war
The mobilization order is already written out.

THOSE AT THE TOP SAY: PEACE
AND WAR
Are of different substance.
But their peace and their war
Are like wind and storm.
War grows from their peace
Like son from his mother
He bears
Her frightful features.
Their war kills
Whatever their peace
Has left over.

ON THE WALL WAS CHALKED:
They want war.
The man who wrote it
Has already fallen.

THOSE AT THE TOP SAY:
This way to glory.
Those down below say:
This way to the grave.

THE WAR WHICH IS COMING
Is not the first one. There were
Other wars before it.
When the last one came to an end
There were conquerors and conquered.
Among the conquered the common people
Starved. Among the conquerors
The common people starved too.

THOSE AT THE TOP SAY COMRADESHIP
Reigns in the army.
The truth of this is seen
In the cookhouse.
In their hearts should be
The selfsame courage. But
On their plates
Are two kinds of rations.

WHEN IT COMES TO MARCHING MANY DO NOT
KNOW
That their enemy is marching at their head.
The voice which gives them their orders
Is their enemy's voice and
The man who speaks of the enemy
Is the enemy himself.

IT IS NIGHT
The married couples
Lie in their beds. The young women
Will bear orphans.

GENERAL, YOUR TANK IS A POWERFUL VEHICLE
It smashes down forests and crushes a hundred men.
But it has one defect:
It needs a driver.

General, your bomber is powerful.
It flies faster than a storm and carries more than an elephant.
But it has one defect:
It needs a mechanic.

General, man is very useful.
He can fly and he can kill.
But he has one defect:
He can think.

Bertolt Brecht

Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Bertolt Brecht — “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”
Questions of a Worker Who Reads
FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Η ιστορία έχει καταγράψει στις σελίδες της, κυρίως τους ηγέτες, τύραννοι, τρελοί, παλαβοί, ληστές, ήρωες, δειλοί, ευγενικοί, δολοπλόκοι ή οτιδήποτε άλλο. 
Όμως οι εκατομμύρια ψυχές που χρειάστηκαν για ν' αποκτήσουν τ' όνομά τους και χάθηκαν ακολουθώντας τους – με ή χωρίς τη θέλησή τους – έμειναν για πάντα ανώνυμοι. 
Ο Bertolt Brecht (1935), έχει γράψει κάτι πολύ ωραίο σχετικά μ' αυτό:
Famous People Painting
“Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει” 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Απόδοση ποιήματος: Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα εκδ. Κοραντζή
antikleidi

Robert Stacy-Judd’s “Destruction of Atlantis” (1936)
Questions of a Worker Who Reads (Bertolt Brecht, 1935)

Who built Thebes of the seven gates?
Books have the names of kings.
Did the kings haul the boulders?
And Babylon, destroyed over and over,
Who rebuilt it so many times?
In which houses in shining Lima did the builders live?
In the evening, when the Great Wall of China was complete,
Where did the masons go? Great Rome
Is full of triumphal arches. Who was it that the Caesars
Triumphed over? Did Byzantium, the stuff of many songs,
Have only palaces for its residents? Even in storied Atlantis,
On the very night when the sea devoured it,
Drunken men called for their slaves.
The young Alexander conquered India.
Was he alone?
Caesar defeated the Gauls.
Had he not at least one cook with him?
Philip of Spain wept when his Armada
Sank. Did no one else weep?
Fredrick the Second won the Seven Years War.
Who won besides him?
On every page a victory.
Who cooked the victory feast?
Every decade a great man.
Who paid the expenses?

So many accounts.
So many questions.

Egyptian workers making bricks much like described in the Bible

FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Wer baute das siebentorige Theben? 
In den Büchern stehen die Namen von Königen. 
Haben die Könige die Felsbrocken herbeigeschleppt? 
Und das mehrmals zerstörte Babylon, 
Wer baute es so viele Male auf ? In welchen Häusern 
Des goldstrahlenden Lima wohnten die Bauleute? 
Wohin gingen an dem Abend, wo die chinesische Mauer fertig war, 
Die Maurer? Das große Rom 
Ist voll von Triumphbögen. Über wen 
Triumphierten die Cäsaren? Hatte das vielbesungene Byzanz 
Nur Paläste für seine Bewohner? Selbst in dem sagenhaften Atlantis 
Brüllten doch in der Nacht, wo das Meer es verschlang, 
Die Ersaufenden nach ihren Sklaven. 
Der junge Alexander eroberte Indien. 
Er allein? 
Cäsar schlug die Gallier. 
Hatte er nicht wenigstens einen Koch bei sich? 
Philipp von Spanien weinte, als seine Flotte 
Untergegangen war. Weinte sonst niemand? 
Friedrich der Zweite siegte im Siebenjährigen Krieg. Wer 
Siegte außer ihm? 
Jede Seite ein Sieg. 
Wer kochte den Siegesschmaus? 
Alle zehn Jahre ein großer Mann. 
Wer bezahlte die Spesen? 

So viele Berichte, 
So viele Fragen.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Bertolt Brecht - Όταν οι κακουργίες πέφτουν σαν βροχή / Wenn die Untat kommt, wie der Regen fällt / When evil-doing comes like falling rain

I feel uninspired to do anything today, probably because of the rain
Καθώς εκείνος που φέρνει ένα σπουδαίο γράμμα στη θυρίδα μετά τις ώρες εργασίας: 
κι η θυρίδα είναι πια κλειστή.
Καθώς εκείνος που πασχίζει να ειδοποιήσει μια πόλη για τη πλημμύρα που ‘ρχεται: 
αλλά μιλάει ξένη γλώσσα. Και κανένας δεν τον καταλαβαίνει.
Καθώς ο ζητιάνος που ξαναχτυπάει την πόρτα που του ΄χε ανοίξει τέσσερις φορές: 
και την πέμπτη απομένει πεινασμένος.
Καθώς ο λαβωμένος που τρέχει το αίμα του όσο περιμένει το γιατρό: 
και το αίμα δεν σταματάει να τρέχει.
Έτσι ερχόμαστε και ιστορούμε τα κακουργήματα που μας κάνανε.
Την πρώτη φορά που ιστορήσαμε πως αργοσφάζανε τους φίλους μας, κραυγή φρίκης αντήχησε. Είχανε, τότε, σφάξει εκατό. 
Μα όταν σφάξαν χίλιους και η σφαγή δεν είχε τελειωμό, απλώθηκε σιωπή.

Όταν οι κακουργίες πέφτουν σαν βροχή, κανένας πια δεν φωνάζει: Σταματήστε!
Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα. 
Όταν οι πόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια οι κραυγές. 
Και οι κραυγές πέφτουν κι αυτές σαν καλοκαιρινή βροχή.

Εξορία: Σκανδιναβία (1935)
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Dann ruft niemand mehr: halt!
Wenn die Verbrechen sich häufen, werden sie unsichtbar.
Wenn die Leiden unerträglich werden, hört man die Schreie nicht mehr.
Auch die Schreie fallen wie der Sommerregen.

Wir bitten euch ausdrücklich, findet
Das immerfort Vorkommende nicht natürlich
------------------
When evil-doing comes like falling rain, nobody calls out “stop!”
When crimes begin to pile up they become invisible.
When sufferings become unendurable the cries are no longer heard.
The cries, too, fall like rain in summer.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Οι επιχειρήσεις, ο πόλεμος, το πλεκτό, ο πόλεμος


«Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει, ο πατέρας του επιχειρήσεις, αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε, δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται, η ζωή με το πλεκτό, τον πόλεμο, τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις, ο πόλεμος, το πλεκτό, ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.»

Μπέρτολντ Μπρεχτ - «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Πλήρης ελευθερία... υπό έναν περιορισμό.


«Πλήρη ελευθερία του βιβλίου, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία του θεάτρου, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία των καλών τεχνών υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία της μουσικής, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία του κινηματογράφου, υπό έναν περιορισμό.
Ο περιορισμός: καμιά ελευθερία για γραπτά και έργα τέχνης 

που εξυμνούν τον πόλεμο ή τον παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο, 
και για εκείνους που υποστηρίζουν το μίσος μεταξύ των λαών.»

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Κουράστηκες

Young Man Tired of his Hometown
Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.
Γονάτισες, δε μπορείς άλλο να τρέχεις.
Κουράστηκες, δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια.
Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.
Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.
Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς

κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει:
σήκω το φαΐ είναι έτοιμο.
Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;
Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις,θα μείνεις ξαπλωμένος.
Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: “έγινε επανάσταση,

τα εργοστάσια σε περιμένουν”.
Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;
Όταν πεθάνεις θα σε θάψουν, είτε φταις που πέθανες, είτε όχι.
Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες. δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι, σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις.
Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.

Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;
Δεν είν’ έτσι.Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.
Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο

δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί

να μας ζητήσει θα χαθούμε.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.
Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,

οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη


whichsideareyouone
http://antikleidi.com

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Καταφύγια για τη νύχτα
A Bed for the Night

"HOMELESS, PORT AUTHORITY, NY" By Dan Gheno
Ακούω πως στη Νέα Υόρκη
Στη γωνιά της 26ης Οδού και του Μπρόντγουεϊ
Στέκει ένας άντρας κάθε βράδυ τους μήνες του χειμώνα
Και στους άστεγους που μαζεύονται
βρίσκει ένα καταφύγιο για τη νύχτα
Κάνοντας εκκλήσεις στους διαβάτες.
Ο κόσμος έτσι δε θ’ αλλάξει.

Δε θα καλυτερέψουνε ανάμεσα στους ανθρώπους οι σχέσεις
Δε συντομεύει έτσι η εποχή της εκμετάλλευσης
Μα ωστόσο λίγοι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο για τη νύχτα
Για μια νύχτα τους φυλάγεις απ’ τον άνεμο
Το χιόνι που προορίζονταν γι’ αυτούς πέφτει στο δρόμο.

Σαν διαβάσεις τούτο ‘δω, μην κλείσεις το βιβλίο, άνθρωπε.
Λίγοι άνθρωποι βρίσκουνε καταφύγιο για τη νύχτα
Για μια νύχτα τους φυλάγεις απ’ τον άνεμο
Το χιόνι που προορίζονταν γι αυτούς πέφτει στο δρόμο
Μα ο κόσμος έτσι δε θ’ αλλάξει
Δε θα καλυτερέψουνε ανάμεσα στους ανθρώπους οι σχέσεις
Δε συντομεύει έτσι η εποχή της εκμετάλλευσης.

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σ.Ε.)


A Bed for the Night 

I hear that in New York 

At the corner of 26th street and Broadway 
A man stands every evening during the winter months 
And gets beds for the homeless there 
By appealing to passers-by. 

It won't change the world 

It won't improve relations among men 
It will not shorten the age of exploitation 
But a few men have a bed for the night 
For a night the wind is kept from them 
The snow meant for them falls on the roadway.

Don't put down the book on reading this, man. 


A few people have a bed for the night 

For a night the wind is kept from them 
The snow meant for them falls on the roadway 
But it won't change the world 
It won't improve relations among men 
It will not shorten the age of exploitation

Bertolt Brecht

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Bertolt Brecht — Άλλαξε τον κόσμο, το’ χει ανάγκη

Change the World; It Needs It
Ändere die Welt, sie braucht es!
Nairobi, 9 September 2015 - Hussein Malla, a 9 year old boy from Kenya, is the regional winner for Africa of the 24th International Children's Painting Competition, organized by the United Nations Environment Programme (UNEP) and the Foundation for Global Peace and Environment (FGPE)
Mε ποιον δε θα καθόταν ο Δίκαιος
αν ήτανε να βοηθήσει έτσι το Δίκιο;
Ποιο γιατρικό θα ‘ταν πολύ πικρό
για τον ετοιμοθάνατο;
Tι βρωμιά δε θα ‘κανες
τη βρωμιά για να τσακίσεις;

Aν επιτέλους μπορούσες τον κόσμο ν’ αλλάξεις, δεν θα
καταδεχόσουν να το κάνεις;
Ποιος είσαι;
Bυθίσου στο βούρκο
αγκάλιασε το φονιά, όμως
άλλαξε τον κόσμο: το ‘χει ανάγκη.

(Στο τέλος του έργου, ο Xορός συμπληρώνει:)


Xρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
Oργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Kατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Mονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.

(Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης 
Aπό το θεατρικό έργο «H απόφαση» - Die Massnahme -, 1930)

***************
Change the World; It Needs It

With whom would the just man not conspire
In the interests of justice?
What medicine would taste too bad
To a dying man?
What vile act would you not commit,
In order to extirpate vile acts?
If you could at last change the world,
Would you step up and do it?
Who are you?
Wade in filth
Embrace the butcher, but
Change this world: She cries out for it!
Continue this tale!
We will not hear you much longer
As judgmental. But rather as
The apprentice.

Bertolt Brecht, Ändere die Welt: sie braucht es! from Die Maßnahme, sc v (1930) in Gesammelte Werke in acht Bänden, vol. i, pp. 651-52 (E. Hauptmann ed. 1967) (S.H. transl.)

***************
Ändere die Welt, sie braucht es!

Mit wem säße der Rechtliche nicht zusammen
Dem Recht zu helfen?
Welche Medizin schmeckte zu schlecht
Dem Sterbenden?
Welche Niedrigkeit begingest du nicht, um
Die Niedrigkeit auszutilgen?
Könntest du die Welt endlich verändern, wofür
Wärest du dir zu gut?
Wer bist du?
Versinke in Schmutz
Umarme den Schlächter, aber
Ändere die Welt: Sie braucht es!

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Εσείς οι νέοι άνθρωποι των εποχών που έρχονται

Μήνυμα του ετοιμοθάνατου ποιητή στη νεολαία

Εσείς οι νέοι άνθρωποι των εποχών που έρχονται
Και της καινούργιας χαραυγής πάνω στις πολιτείες
Που δε χτίστηκαν ακόμα, και σεις
Που δε γεννηθήκατε, ακούστε τώρα
Τη φωνή τη δική μου, που πέθανα
Όχι δοξασμένα.
Αλλά
Σαν τον αγρότη που δεν όργωσε το χωράφι του
Και τον χτίστη που ξετσίπωτα το ‘βαλε στα πόδια
Σαν είδε την τρύπια στέγη,

Έτσι κ’ εγώ,
Δε βάδισα με την εποχή μου, ξόδεψα τις μέρες μου,
Και τώρα πρέπει να σας παρακαλέσω
Να πείτε εσείς αυτά που δεν ειπώθηκαν,
Να κάνετε αυτά που δεν έγιναν, και μένα
Γρήγορα να με ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Για να μην παρασύρει και σας
Το δικό μου κακό παράδειγμα.

Αχ, γιατί κάθισα στων στείρων το τραπέζι
Τρώγοντας το φαΐ
Που αυτοί δεν ετοίμασαν;
Αχ, γιατί ξόδεψα τα καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Άσκοπη κουβέντα. Έξω όμως
Διάβαιναν οι αδίδαχτοι
Διψασμένοι να μάθουν.

Αχ, γιατί
Τα τραγούδια μου δεν υψώνονται στα μέρη εκείνα
Που θρέφουν τις πολιτείες, εκεί
Που ναυπηγούνται τα καράβια;
Γιατί δεν υψώνονται
Απ’ τις γρήγορες ατμομηχανές
Σαν τον καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στον ορίζοντα;

Γιατί ο δικός μου λόγος
Είναι στάχτη και μεθυσμένου παραλήρημα στο στόμα
Εκείνων πού είναι χρήσιμοι και δημιουργικοί.

Ούτε μια λέξη
Δεν ξέρω να πω σε σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
Μήτε μιαν υπόδειξη δε θα μπορούσα να σας κάνω
Με δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς το δρόμο να δείξει
Αυτός που δεν τον διάβηκε!

Γι αυτό σε μένα που τη ζωή μου
Έτσι σπατάλησα άλλο δε μένει
Παρά να σας ζητήσω
Να μη δώσετε προσοχή σε λέξεις
Που βγαίνουν από το δικό μας
Σάπιο στόμα, μήτε και συμβουλή
Καμιά να μη δεχτείτε
Απ’ αυτούς που στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιο το καλό για σας και τι σας βοηθάει
Τον τόπο να χτίσετε που εμείς αφήσαμε
Να ρημάξει σαν την πανούκλα,
Και για να κάνετε τις πολιτείες
Κατοικήσιμες.